Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee contract validity, ruling no coercion existed despite client's mental state.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding the validity of lawyer fee contracts. The appellant argued the lawyers exploited his mental state and panic, but the court found no evidence of coercion or unconscionability. Consequently, the court upheld the contracts and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 178, 179 of the Civil Code; Art. 92 of the Lawyers Code: Contracts for legal services are valid even if the client was under mental distress, provided there was no actual exploitation of urgent need or unconscionable terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 80 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 80/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, δικηγόρων Αθηνών, κατοίκων αμφοτέρων .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και ο 2ος παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5149/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-11-2006 αίτησή του.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 107/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από την 9-3-2009 κλήση των αναιρεσιβλήτων καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 9-3-2009 κλήσης μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (13-10-2009) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον καθού η κλήση - αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν παραστάθηκε στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δια ή μετά νομίμως διορισμένου δικηγόρου (ΚΠολ 94 παρ. 1 96, 97), ούτε κατατέθηκε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρών και ο απολειπόμενος πιο πάνω αναιρεσείων (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι επιτρεπτή η συμφωνία μεταξύ εντολέα και δικηγόρου, η οποία εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και ισχύει τότε μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβε κάποια αμοιβή.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου που έχει συμφωνηθεί από την έκβαση της δίκης προϋποθέτει ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως και συνεπώς ζήτημα αμοιβής του δικηγόρου τότε μόνο δύναται να ανακύψει όταν κερδηθεί τελεσιδίκως η δίκη, από την έκβαση της οποίας είχε συμφωνηθεί ότι θα εξαρτάται η αμοιβή.
Η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι περατώσεως τελεσιδίκως της δίκης, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να γίνει ατύπως και σιωπηρών, αρκεί να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά του είτε με βάση τη νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής.
Μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική αυτή εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση αυτή αμοιβής δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με τη χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.
Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης.
Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει εισπράξει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα σχετικά με το ζήτημα της ισχύος της επίδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενες σ' αυτή από 25-6-2001 και 14-9-2001 συμβάσεις εργολαβίας δίκης, που κατήρτισε, αντίστοιχα με τον πρώτο και το δεύτερο των εναγομένων, καταργήθηκαν, για το λόγο ότι "τόσον προ όσον και μετά την κατάρτιση των περί εργολαβίας της δίκης συμβάσεων, κατεβλήθη δια μερικωτέρων καταβολών το συνολικό ποσό των 11.044.500 δρχ.
ή 32.412,32 ευρώ" και συγκεκριμένα, μετά την υπογραφή των πιο πάνω συμβάσεων, στις 21-10-2001, 7-12-2001, 12-1-2001 και 29-1-2001 κατέβαλε σ' αυτούς, αντίστοιχα τα ποσά των 2.000.000 δρχ, 1.000.000 δρχ, 2.000 ευρώ και 3.000 ευρώ, που είναι, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, πολλαπλάσια των υπό του Κώδικος περί Δικηγόρων καθοριζομένων αμοιβών για τις διαδικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, καθό μέρος ζητείται με αυτή, να αναγνωριστεί, ότι οι δύο ένδικες συμβάσεις εργολαβίας δίκης κατέστησαν ανίσχυρες, λόγω του ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν και έλαβαν από τον ενάγοντα αμοιβή για δικαστικές ενέργειες, που αφορούσαν τις αναφερόμενες στις εν λόγω συμβάσεις υποθέσεις, κατά τη διάρκεια της δικαστικής εκκρεμότητας αυτών, είναι μη νόμιμη, αφού ο ενάγων, εκτός του ότι κατέβαλε στους εναγομένους τα παραπάνω ποσά ως αμοιβή, ουδόλως επικαλείται, ότι αυτός και οι εναγόμενοι, με τις ως άνω καταβολές, θέλησαν να παύσουν οι αρχικές συμβάσεις εργολαβίας και ότι καταρτίστηκε μεταξύ τους νέα συμφωνία, να αμειφθούν οι εναγόμενοι δικηγόροι για όλες τις ενέργειές τους σχετικά με τις χειριζόμενες από αυτούς υποθέσεις με άλλο τρόπο, ούτε και επικαλείται, επίσης, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, έστω και σιωπηρώς θέλησαν την κατάργηση των συμβάσεων εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής των εναγομένων για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά τους είτε με βάση νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, εάν με την καταβολή αμοιβής επί εργολαβίας δίκης, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δικαστικής εκκρεμότητας της υπόθεσης, δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή, ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης".
Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και επομένως, εφόσον το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα δεν ιδρύεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 εδ β' του Ν. 1882/1990 "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις", "συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ δικηγόρων και πελατών, με τις οποίες η αμοιβή συμφωνείται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υποθέσεως, θεωρούνται από την αρμόδια για το φόρο δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής, άλλως είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα".
Η διάταξη αυτή, στα πλαίσια των μέτρων που ο προαναφερόμενος νόμος θεσπίζει για την περιστολή της φοροδιαφυγής υποχρεώνει τους ανωτέρω συμβαλλομένους να υποβάλλουν στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) για θεώρηση τις συμβάσεις εργολαβίας, προκειμένου τα προερχόμενα από αυτές εισοδήματα, στον προσδιορισμό των οποίων αποβλέπει, να μη διαφεύγουν από την προβλεπόμενη γι' αυτό φορολογία.
Τούτο προκύπτει, όχι μόνο από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, αλλά και από τον υπότιτλο του άρθρου, στο οποίο είναι ενταγμένη (Διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών).Ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού με τη διάταξη αυτή η ως άνω κύρωση πρέπει να περιοριστεί μεταξύ των άνω συμβαλλομένων και της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων, ενόψει μάλιστα ότι η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει το έγγραφο ως συστατικό τύπο των συμβάσεων αυτών, οι οποίες είναι έγκυρες και αν δεν καταρτιστούν εγγράφως.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να θεωρήσει έγκυρες τις από 25-6-2001 και από 14-9-2001 συμφωνίες εργολαβίες δίκης μεταξύ του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και των αναιρεσιβλήτων εναγομένων δικηγόρων, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη, άλλως εκ πλαγίου για έλλειψη σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος αφού η σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη και ισχυρή και αν το συντασσόμενο γι' αυτή έγγραφο συμφωνητικό δεν θεωρηθεί από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία.
Κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας Περί Δικηγόρων" "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος, ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπηται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει τα 20% του αντικειμένου της δίκης". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 91, 98 και 139 του ίδιου Κώδικα, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι η συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου και η εργολαβία δίκης μπορεί να αφορά οποιαδήποτε υπόθεση πολιτική, διοικητική και ποινική, καθώς εξώδικες ενέργειες, εφόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση από τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε τον ισχυρισμό για ακυρότητα των επίδικων ανωτέρω συμβάσεων εργολαβίας δίκης οι οποίες αφορούσαν εντολή για υπηρεσίες σε ποινική δίκη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, είναι η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενη μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.
Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η κατάσταση που συνεπάγεται κίνδυνο της ζωής, της υγείας και της ελευθερίας, καθώς και η οικονομική του συμβαλλομένου, αρκεί να είναι επιτακτική.
Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε .
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα σχετικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της σύμβασης εργολαβίας της δίκης ως καταπλεονακτικής τα ακόλουθα: "Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, με τις από 25-6-2001 και 14-9-2001 συμβάσεις εργολαβίας δίκης ο ενάγων συμφώνησε σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως των δύο ποινικών υποθέσεων του, ήτοι εκδόσεως απαλλακτικών βουλευμάτων, να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο ποσοστόν 15% και στο δεύτερο εναγόμενο ποσόν 50.000.000 δραχμών από τα δεσμευθέντα περιουσιακά του στοιχεία, που ανέρχονταν στο ποσό των 800.000.000 δρχ.
Όμως, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο καταρτίσεως των ενδίκων συμβάσεων εργολαβίας δίκης, βρισκόταν σε μη επιδεκτική αναβολής κατάσταση, η οποία συνεπαγόταν άμεσο κίνδυνο για τη ζωή, την ελευθερία, την τιμή του κλπ, γεγονός που περιόριζε την ελευθερία ενεργείας αυτού, και ότι οι εναγόμενοι πέτυχαν την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων εργολαβίας εκμεταλλευόμενοι τη συγκεκριμένη κατάσταση του.
Ειδικότερα, κατά τον ως άνω χρόνο είχαν τεθεί στον ενάγοντα και από τους δύο ανακριτές περιοριστικοί όροι (εγγυοδοσία, εμφάνιση στο AT και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα), οι οποίοι, όσον αφορά στην υπόθεση των εκρήξεων, είχαν διατηρηθεί και με το υπ' αριθμ 2781/11-6-2001 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και συνεπώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για την προσωρινή του κράτηση και γενικά για τη ζωή του, την ελευθερία του ή την τιμή του.
Πέραν αυτού, ο ενάγων είχε μεγάλη εμπειρία στις συναλλαγές, αφού ο ίδιος είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός του ΕΜΠ και εκτός από την ενασχόληση του με το επάγγελμα που σπούδασε, έχει αναπτύξει, παράλληλα, ποικίλη επιχειρηματική δραστηριότητα, ασχολούμενος και με τον τομέα της ναυτιλίας και με την εμπορία και διάθεση ηλεκτρονικών παιχνίων.
Κατάγεται από εύπορη οικογένεια και τα εισοδήματα του από την επιχειρηματική του δραστηριότητα τις πωλήσεις επιχειρήσεων, τους πλειστηριασμούς σε βάρος των οφειλετών του, μισθώσεις των ακινήτων του κλπ, ήταν κατά τον ανωτέρω χρόνο πολύ υψηλά - Εξάλλου, και στο παρελθόν είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη, έστω και για μικρότερης σημασίας αδικήματα.
Επίσης, προτού αναθέσει τη διεξαγωγή των συγκεκριμένων υποθέσεών του στους εναγομένους, είχε διορίσει για την υπεράσπισή του και άλλους δικηγόρους, τους οποίους κατά περίπτωση συμβουλευόταν. Με βάση λοιπόν, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ουδόλως προκύπτει, ότι ο ενάγων κατά το χρόνο κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργολαβίας δίκης βρισκόταν σε άμεση επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ανάγκη για διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεως, που να επέβαλε σ' αυτόν την ανάθεση των συγκεκριμένων ποινικών υποθέσεών του στους εναγομένους, αφού και ικανούς δικηγόρους συμβουλευόταν από προγενέστερο χρόνο και μπορούσε, επίσης, να αναζητήσει άλλους δικηγόρους, εφόσον πίστευε, ότι οι εναγόμενοι απαιτούσαν δυσανόλογη αμοιβή σε σχέση με τις υπηρεσίες που θα του προσέφεραν.
Αντίθετα, από τα ως άνω περιστατικά αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων γνώριζε το είδος, τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα των εν λόγω ποινικών υποθέσεων και προέβη στην κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων εργολαβίας δίκης με ελεύθερη βούληση, χωρίς να υπάρξει εκμετάλλευση κάποιας επιτακτικής ανάγκης εκ μέρους των εναγομένων, έχοντας αποδεχθεί την καταβολή υψηλής αμοιβής, απλά και μόνον επειδή ήθελε να επιτύχει την καλύτερη κατά το δυνατόν υπεράσπιση του και, κατ' επέκταση, την απαλλαγή του από τις σε βάρος του κατηγορίες καθώς και την αποδέσμευση των προαναφερόμενων περιουσιακών του στοιχείων, που ανέρχονταν στο σημαντικό ποσό των 800.000.000 δρχ.
περίπου. Το ότι βρισκόταν υπό το κράτος ψυχικής εξάψεως και πανικού, τον οποίο είχε υποστεί εκ των αβασίμων, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, σε βάρος του κακουργηματικών κατηγοριών, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, αφού το γεγονός αυτό αναφέρεται στο σχηματισμό της βουλήσεως για την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων εργολαβίας δίκης και όχι στο περιεχόμενο αυτών, και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται ακυρότητα τους κατά τη διάταξη του άρθρου 179 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 178 ΑΚ.
Επίσης, δεν προέκυψαν στοιχεία που να προσδίδουν σε αυτές ανήθικο χαρακτήρα, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ ή να καθιστούν τη συμπεριφορά των εναγομένων αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό οικονομικό σκοπό του δικαιώματος τους, προς λήψη αμοιβής για τις δικηγορικές τους υπηρεσίες προς τον ενάγοντα.
Ενόψει αυτών ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων ως καταπλεονακτικών και αντίθετων προς τα χρηστά ήθη είναι αβάσιμος".Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στο αιτιολογικό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες για τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι δικηγόροι εκμεταλλεύθηκαν την ανάγκη του κατά την κατάρτιση των επίδικων εργολαβικών συμβολαίων.
Ειδικότερα, αιτιολογεί πλήρως γιατί δεν συντρέχει το στοιχείο της δυσαναλογίας των παροχών ούτε της επιτακτικής ανάγκης στο πρόσωπο του ενάγοντος κατά οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αναφερόμενες μορφές, και δεν δημιουργεί αντίφαση η παραδοχή ότι ο ενάγων βρισκόταν "υπό το κράτος ψυχικής έξαψης και πανικού", γεγονός που αναφέρεται στο σχηματισμό της βούλησης και όχι στο περιεχόμενο των συμβάσεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5149/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ