Legislator Case Law & Legislation
80/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural time limits and evidence evaluation errors.

Case Number 80/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision awarding severance pay to the employee. The appellant argued the appeal was untimely and that the lower court distorted evidence documents, yet the court found the appeal inadmissible due to the three-month statutory deadline for claims arising from invalid dismissal. Furthermore, the court held that the lower court's evaluation of documents was a matter of fact not subject to appellate review, thus dismissing the distortion claim. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 20 of Law 435/1976; Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure: A claim for invalid dismissal must be filed within three months of termination; an appeal alleging distortion of evidence documents is inadmissible if the lower court merely evaluated the content contrary to the appellant's view, as this constitutes a matter of fact review.

Keywords

AI generated
invalid dismissal claim three month time limit distortion of evidence appellate review scope legal costs award procedural inadmissibility severance pay entitlement

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 1 of Law 3198/1955
Art. 19 of Law 435/1976
Art. 20 of Law 435/1976
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1435/2002
AP 1452/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 80 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 80/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 641/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7801/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 21-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-5-2008 αίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 7801/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφισταμένη κατάσταση.

Για τον λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (Α.Π. 1435/2002, Α.Π. 1452/1997).

Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσει του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (Α.Π. 21/2004).

Αν υπάλληλος, κατά του οποίου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απαλλαγεί της ποινικής κατηγορίας, ο εργοδότης που είχε καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση για το λόγο αυτό, χωρίς να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση οφείλει, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, αλλιώς η καταγγελία της συμβάσεως καθίσταται άκυρη και συνακόλουθα ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 556 ΑΚ).

Στην περίπτωση αυτή, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1995 για την άσκηση της αγωγής με την οποία προβάλλονται αξιώσεις του μισθωτού από την άκυρη καταγγελία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ισολογισμού και επιδόματα εορτών από 7-7-1988 μέχρι 31-12-1999, είναι απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δεχόμενο τα εξής : "...

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, αφού η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν επήλθε με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αλλά με την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης με βάση τον ισχύοντα Κανονισμό της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω διάταξη, αφού μάλιστα δεν προέκυψε, ότι με τον Κανονισμό γίνεται σχετική παραπομπή.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπό κρίση αγωγή δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 προθεσμία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, της εν λόγω αγωγής προηγήθηκε η άσκηση, εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας της από 7-10-1988 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι είναι άκυρη η επιβληθείσα σ' αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης, και επί της οποίας, μετά την έκδοση αρχικά της 2685/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την άσκηση διαδοχικών ένδικων μέσων, εκδόθηκε τελικά η 4984/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ... .

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 4984/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής. Επομένως.... η υπό κρίση αγωγή, η οποία αφορά την καταβολή μισθών υπερημερίας και η οποία έχει ως βάση την ως άνω αναγνωριστική απόφαση, καίτοι ασκήθηκε εκτός της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι απαράδεκτη, αφού το ουσιαστικό απαράδεκτο που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αποκλείεται όχι μόνο με την κοινοποίηση στον εργοδότη μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της καταψηφιστικής αγωγής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη απόλυση, αλλά και με την κοινοποίηση της αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης, οπότε η επακολουθούσα αγωγή για τις χρηματικές αξιώσεις από την άκυρη απόλυση δεν είναι αναγκαίο να ασκείται και αυτή εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας ...".

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.

Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε ευχερώς να εργαστεί σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνει τις ίδιες περίπου αποδοχές, που ελάμβανε από την αναιρεσείουσα, και ότι παρ' όλα αυτά δόλια και κακόβουλα απέφυγε να εργασθεί, κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από αυτή μισθούς εργασίας, χωρίς να έχει εργαστεί, και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς είσπραξη μισθών υπερημερίας, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.- Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, επειδή το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 15-2-1994, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προσφέρει την εργασία του, αφού ήταν φυλακισμένος.

Ο εργαζόμενος, όμως, δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όταν κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, φυλακίζεται ανυπαίτια και για λόγο που ενάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη, δηλαδή για αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε κατά την παροχή της εργασίας του και στη συνέχεια ... ... Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης, η οποία άλλωστε υπήρξε και η αιτία της απόλυσής του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαίτια εκ μέρους αυτού αδυναμία παροχής της εργασίας του από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατήθηκε προσωρινά και ακολούθως φυλακίστηκε, αλλά αντίθετα πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής, δεν παραβίασε την πιο πάνω διάταξη και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη της οφειλής της και ως εκ τούτου μόνο το γεγονός ότι εκκρεμούσε η δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι ικανό να άρει την υπερημερία της και με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο νομίμους τόκους από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που οι μισθοί υπερημερίας ήσαν καταβλητέοι και τα επιδόματα εορτών κλπ από τότε που ήταν καταβλητέοι κατά νόμο και όχι από την επίδοση της αγωγής. 'Ετσι, που έκρινε δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ.

και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος.- Κατά το άρθρο 250 αρ. 17 Α.Κ. παραγράφονται σε πέντε χρόνια οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, η δε παραγραφή αυτή κατ' άρθρο 253 Α.Κ. αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ' άρθρο 251 Α.Κ.

έναρξή της. Κατά δε το άρθρο 261 εδ. α' Α.Κ. η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση αγωγής από το δικαιούχο κατά του υποχρέου. Με έγερση αγωγής εξομοιώνεται κάθε επιθετική πράξη του δικαιούχου κατά του υποχρέου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, όπως είναι η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση.

Προς αποτροπή διαιώνισης των δικών κατά τη διάταξη του εδ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου, η, κατά τον άνω τρόπο διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (εδ. β' ), είναι κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπό στοιχείο α' μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 250, 263 και 279 Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί πενταετούς παραγραφής, των ένδικων αξιώσεων για το διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 31-12-1999.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι κατ της ένστασης αυτής, ο αναιρεσίβλητος πρότεινε παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη την αντένσταση διακοπής της ως άνω παραγραφής, με την επίδοση στην αναιρεσείουσα προγενέστερης αγωγής με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και τις επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις. Ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 8-7-1999 αγωγή κατά της αναιρεσείουσας με την οποία ζήτησε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, και των επιδομάτων ισολογισμού και εορτών για το διάστημα από 7-7-1988 έως 31-12-1999.

ΜΕ την 637/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 9481/2005 απόφαση του Εφετείου που δημοσιεύθηκε στις 6-12-2005, απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή αυτή. Ότι μέσα σε έξι μήνες ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη αγωγή, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 11-5-2006 κατά συνέπεια η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την επίδοση της προηγούμενης αγωγής (263 Α.Κ.), η οποία είχε επιδοθεί την 14-7-1999, ενώ επακολούθησαν και οι εκεί αναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις ήτοι η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής την 31-7-2000, η δημοσίευση της 1672/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 31-7-2000, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 249 Α.Κ., και η δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων 637/2005 και 9481/2005.

Ότι, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις από 1-1-1994 μέχρι 31-12-1999 δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.- Με το υπό στοιχείο β' μέρος του τρίτου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τις ανωτέρω 637/2005 και 948/2005, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε για τη στήριξη της αντένστασης περί διακοπής της πενταετούς παραγραφής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί αφού από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και του Εφετείου προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε τις αποφάσεις αυτές προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του περί διακοπής της παραγραφής. Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου συνιστούν νομίμως υποβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής και στη συνέχεια έκρινε δεκτή την αντένσταση, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ότι η ακυρότητα προτάθηκε νόμίμα με τις προτάσεις στο δικαστήριο της ουσίας.- Το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση με το υπό στοιχείο α' μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή αυτό, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας για καταβολή και των επιδομάτων ευθύνης, ανθυγιεινής εργασίας και διαχείρισης αποθεματικών, τα οποία δέχθηκε, δεν έλαβε υπόψη το από 3-3-2006 έγγραφο του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας από το οποίο βεβαιώνεται ότι στις αποδοχές του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο της απολύσεώς του δεν περιλαμβάνονται τα ως άνω επιδόματα.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού "ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της απόλυσής του δεν ελάμβανε τα επιδόματα ευθύνης, ανθυγιεινής εργασίας και διαχείρισης αποθεματικών, λόγω του ότι είχε μετακινηθεί στο Τμήμα Προσλήψεων και Κίνησης Προσωπικού από 25-5-1988, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, η οποία επικαλείται προς τούτο, μεταξύ άλλων, το από 3-7-2006 έγγραφο του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας, καθώς και τα από ......

έγγραφα του Τμήματος Αποθεματικών και Εφοδιασμού και του Τμήματος Προσλήψεων και Κίνησης Προσωπικού, αφού, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της μισθοδοσίας του ενάγοντος για το μήνα Ιούνιο 1988, στις αποδοχές του εν λόγω μήνα περιλαμβάνονται και τα τρία ανωτέρω επιδόματα. (με κωδ. 216, 219 και 313, αντίστοιχα), χωρίς η εν λόγω απόδειξη να αμφισβητείται από την εναγομένη, η οποία, άλλωστε, δεν δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για την καταβολή των παραπάνω επιδομάτων τον μήνα Ιούνιο, ενώ όπως ισχυρίζεται, δεν τα εδικαιούτο, λόγων προηγούμενης μετακίνησής του απ' άλλη θέση.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εναγομένη, ενώ αμφισβητεί το ύψος των επικαλουμένων από τον ενάγοντα μηνιαίων μισθών υπερημερίας, δεν προσδιορίζει ειδικά τα επί μέρους μηνιαία ποσά, που κατά την άποψή της, οφείλει στον ενάγοντα, δηλαδή σε ποιό ποσό ανέρχονταν οι μηνιαίες αποδοχές αυτού, χωρίς τον συνυπολογισμό των πιο πάνω τριών επιδομάτων, καίτοι μάλιστα, ο ενάγων είχε ζητήσει να ενημερωθεί για τη διαμόρφωση των μηνιαίων αποδοχών του καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, με την από 16-1-2006 αίτησή του προς την Τράπεζα".

Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει τα ως άνω επιδόματα κατά το ένδικο διάστημα. Με την κρίση του αυτή γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο. Πρέπει, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό (α) να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Προϋπόθεση, συνεπώς, για την ίδρυση του λόγου αυτού αποτελεί να έκρινε το δικαστήριο την ουσία του σχετικού ισχυρισμού και να μην υπάρχει ή να είναι ελλιπές ή αντιφατικό το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν δημιουργείται αυτός αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή εάν, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, διατυπώθηκε πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικό πόρισμα, αποδίδονται δε πλημμέλειες στην αιτιολόγηση της εξαγωγής αυτού από τις αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο β', αποδίδονται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει τα ως άνω επιδόματα, υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των εκεί αναφερομένων εγγράφων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτά του αποδεικτικού πορίσματος.

Όπως ήδη προεκτέθηκε στο υπό στοιχείο α' του λόγου αυτού, το αποδεικτικό τούτο πόρισμα είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις. Επομένως και κατά το μέρος αυτό (β) ο λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ετσι, παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρισίμων φράσεων ή περικοπών του.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος λόγος, κατά τον υπό στοιχείο γ' μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες του αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή αγνόησε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων και έτσι κατέληξε στην κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τα ανωτέρω επιδόματα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει τα εν λόγω επιδόματα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2008 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 7801/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ