Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of appearance and inadmissible legal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court's ruling was flawed due to vague pleadings and lack of legal basis, but the court found these arguments inadmissible or unsupported. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant failed to appear in court and the cited legal grounds were rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must proceed as if absent parties were present if they fail to appear without valid declaration; appeals based on vague arguments or erroneous assumptions about evidence evaluation are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 80 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 80/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. χήρας Κ. Σ. και 2) Δ. Σ. του Κ., κατοίκων Λάρισας, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 18-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη ν απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας Α. Π. - Α. αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής επιδόθηκε από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση στους αναιρεσιβλήτους νομίμως και εμπροθέσμως, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν στη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο και γι' αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και αυτοί.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος ήταν αόριστη διότι δεν προσδιοριζόταν σ'αυτήν το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των εναγόντων επί του όλου, αλλά ούτε και επί του διεκδικούμενου τμήματος του επιδίκου ακινήτου και διότι σ'αυτήν αναφερόταν ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων πέθανε το 1973 και απέκτησε το επίδικο το 1997, ήτοι μετά θάνατο. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμ. 14 (και όχι από τον αριθμ. 8 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν, όπως έπρεπε κατ' άρθρ. 118 αρ. 4, 562 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ για το ορισμένο αυτού, ότι την αοριστία αυτή της αγωγής πρότεινε ο αναιρεσείων στο Εφετείο.
ΕΠΕΙΔΗ, από μεν το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δέχθηκε ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι'αυτά, καίτοι είχε κατά νόμο υποχρέωση προς διαταγή αποδείξεων, από δε το άρθρο 270 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το μονομελές πρωτοδικείο κατά την ενώπιόν του τακτική διαδικασία και, άρα, σύμφωνα με το άρθρο 524 ΚΠολΔ, και το Εφετείο κατά την εκδίκαση εφέσεων κατά των αντίστοιχων αποφάσεων εκείνου, δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις. Επομένως ο από το άρθρ. 559 αρ. 10 β' ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα χωρίς να διατάξει επ' αυτών απόδειξη και ειδικότερα συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, όπως ζητήθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει τόσο από τις από 2.2.1998 προτάσεις του εναγομένου της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, οι οποίες κατατέθηκαν αρμοδίως επί της έδρας, όσο και από τα πρακτικά συνεδρίασης της 12.5.1998 του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο εναγόμενος, πέραν της ένστασης έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς μάλιστα αναφορά του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από το Δημόσιο, στην άρνησή του έναντι της αγωγής δεν αμφισβήτησε την κυριότητα του κατά την αγωγή άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και, πολύ περισσότερο, των κατά την αγωγή απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, περιοριζόμενος στον ισχυρισμό ότι αυτός περιέφραξε ακριβώς ό,τι του παρέδωσε ο προκάτοχός του και δικαιοπάροχός του, ο οποίος ισχυρισμός, βέβαια, δεν συνιστά την αντίστοιχη αμφισβήτηση, με συνέπεια, ελλείψει και εν λόγω αμφισβήτησης, να μην απαιτείται, για το ορισμένο της αγωγής, να συμπληρωθεί αυτή με παράθεση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας του άμεσου ή των λοιπών δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί του επιδίκου.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1094 ΑΚ με το να μην απορρίψει το Εφετείο την διεκδικητική αγωγή ως αόριστη, δεχόμενο εσφαλμένως ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) δεν αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ώστε να είναι υποχρεωμένοι οι τελευταίοι να συμπληρώσουν την αγωγή τους με τις προτάσεις τους ως προς το στοιχείο της κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) και ειδικώτερον αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης διότι δέχθηκε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναφέρεται στην κατάληψη του επιδίκου από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο, χωρίς όμως να αιτιολογεί πότε έγινε η κατάληψη και τη γνώση του πραγματογνώμονα και την προϋφιστάμενη κατάσταση του επιδίκου εν όψει του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η σημερινή κατάσταση υφίσταται από το έτος 1954, όπως επίσης δέχθηκε την πραγματογνωμοσύνη παρά το ότι αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο η αμεροληψία του ορισθέντος πραγματογνώμονος.
Επίσης δέχθηκε την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α. Θ. χωρίς επαρκείς αιτιολογίες για την αξιοπιστία του μάρτυρος που δεν αιτιολογεί την κατάθεσή του σχετικά με την κατάληψη του επιδίκου. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων (πραγματογνωμοσύνης και μαρτυρικών καταθέσεων) και ειδικότερα την αξιολόγηση και ανάλυση αυτών, ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται σ' εκείνη με σαφήνεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.2.2004 αίτηση αναιρέσεως του Α. Λ. κατά της υπ'αριθμ. 260/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ