Legislator Case Law & Legislation
809/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal against appeal regarding debt repayment evidence interpretation.

Case Number 809/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Athens' final decision. The appellant argued that the appellate court erred in interpreting bank transfer records as cash payments, but the court found the lower court correctly analyzed the evidence. The court ruled that the appellant failed to prove the debt was settled through sales negotiations, leading to the rejection of the appeal and the award of costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3, 569 para. 2, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the appellate court correctly interpreted the evidence and reached a different conclusion based on the totality of the proof without committing a diagnostic error.

Keywords

AI generated
cassation appeal evidence interpretation bank transfer records cash payment dispute diagnostic error civil procedure code court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 809/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ιωάννη, κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Χατζηγεωργίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Ι. Δ., το γένος Θ. Λ., 2) Γ. Δ. του Ι. και 3) Α. Δ. του Ι., απάντων κατοίκων .... Παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αποστολοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2114/2015 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 74/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την 2114/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1529/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2021 αίτησή του και τους από 16-2-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1529/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 459/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α'και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες που το οριοθετούν [ΑΠ 741/2020].

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν πραγματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων, αν η κρίση περιοριστεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του [ΑΠ 741/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013].

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης τη υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος [27-3-2023], ο δε αιτών άσκησε με το από 21-2-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21-2-2023, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο.

Από τις υπ' αριθ. 11832Γ', 11833Γ' και 11834Γ' / 22-2-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά Α. Β.-Σ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των ως άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 22-3-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης [άρθρο 246 ΚΠολΔ], να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 304 και 305 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δημοσίευση της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση από το σχέδιο που συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, από το σχέδιο που συντάσσει ο δικαστής, χρονολογεί ο πρόεδρος και υπογράφει αυτός και ο εισηγητής, επιφέρει την τελείωσή της, που συνεπάγεται τις έννομες συνέπειες της ύπαρξης της απόφασης.

Η καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο και η υπογραφή του πρωτοτύπου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και τον γραμματέα, κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ, έχει προβλεφθεί για να διευκολύνεται η αναγνωσιμότητα, η αναπαραγωγή και η ασφαλής κυκλοφορία αυτής, ενόψει του ότι με το πρωτότυπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την απόφαση εμφανίζονται ενιαίως υπό ομοιόμορφο τύπο και όχι για να αποκτήσει νομική υπόσταση η απόφαση αυτή, η οποία θεωρείται συντελεσμένη με τη δημοσίευση του πιο πάνω σχεδίου.

Τα πρωτότυπο, το οποίο αναπτύσσει το λειτουργικό του ρόλο για την εξυπηρέτηση κατ' εξοχήν των αναγκών της αναγκαστικής εκτέλεσης και την επέλευση άλλων προβλεπόμενων έννομων συνεπειών, συνδεμένων αρρήκτως με την ύπαρξή του, δεν αυτονομείται από τη δημοσιευθείσα από το σχέδιο απόφαση, ώστε να είναι σε θέση να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την τελευταία.

Με τη θεώρηση, άλλωστε, του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 306 ΚΠολΔ, οπότε και συντελείται η δημιουργία του, βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο.

Με την έννοια αυτή ο σύνδεσμος του πρωτοτύπου με τη δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση, στην οποία αποτυπώνονται στη γνήσια μορφή τους το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης, της εξωτερίκευσης για πρώτη φορά της δικαστικής κρίσης, με την οποία [δημοσίευση] και αποκτά η απόφαση τη νομική της υπόσταση, δεν αποκόπτεται με την υπογραφή του πρωτοτύπου, κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου υπερισχύει το τελευταίο, στο οποίο αποτυπώνεται στη γνήσια μορφή της η απόφαση. Επομένως, αν το πρωτότυπο περιέχει αιτιολογικό και διατακτικό αντίθετο από το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου, απόφαση δεκτική προσβολής με ένδικα μέσα, δηλαδή και με αναίρεση, είναι εκείνη που δημοσιεύθηκε από το σχέδιο και καταχωρήθηκε στα βιβλία δημοσιεύσεων και όχι το θεωρημένο και υπογεγραμμένο πρωτότυπο.

Η ερμηνευτική αυτή θέση προάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 499 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα ένδικα μέσα μπορούν να ασκηθούν και πριν από την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια ημέρα δημοσίευσης, δηλαδή, τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται, μπορούν να προσβάλουν τη δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση και στο περιεχόμενο αυτής να αναφερθούν για τη στήριξη των λόγων του ασκούμενου ένδικου μέσου και δεν χρειάζεται να περιμένουν τη σύνταξη και υπογραφή του πρωτοτύπου.

Το πρωτότυπο μίας απόφασης, που έρχεται σε αντίθεση με το δημοσιευμένο σχέδιο, στο βαθμό που δεν είναι δεκτικό διόρθωσης, μπορεί να αναγνωριστεί σαν ανύπαρκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 313 ΚΠολΔ, εφόσον αποτυπώνει απόφαση με περιεχόμενο που ουδέποτε δημοσιεύθηκε [ΑΠ 395/2019, ΑΠ 481/2015]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κακή σύνθεση υπάρχει, όταν στη διάσκεψη για την έκδοση απόφασης συνέπραξαν δικαστές, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση. Η δημοσίευση όμως της απόφασης, ως τυπική ενέργεια, μπορεί να γίνει και από δικαστές άλλους από εκείνους που υπήρχαν κατά την έκδοσή της, εφόσον οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση για τη δημοσίευση υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο.

Αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 300, 301, 304 και 305 ΚΠολΔ [ΑΠ 585/2010]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου που την εξέδωσε, με την αιτίαση ότι ενώ στο σχέδιο της αναγράφεται ότι ''

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παράσταση των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 19-3-2021'', στην καθαρογραμμένη και θεωρημένη από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου απόφαση δεν αποτυπώνεται η αμέσως προηγούμενη αναφορά του σχεδίου της, αλλά διαχωρίζεται σε ''

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11-3-2021'' και σε ''Και δημοσιεύτηκε δε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, μετεχόντων στη σύνθεσή του για τη δημοσίευση Δικαστών: Ελένης Παπαδοπούλου, Προέδρου Εφετών, Γεράσιμου Βρυώνη και Σταυρούλας Λιακέα, Εφετών, λόγω μετάθεσης των Εφετών Άννας Καλαντζή και Στυλιανής Σπυριδωνίδου, που μετείχαν στην αρχική σύνθεση και με Γραμματέα την Καλλιόπη Παπαζαφείρη, στις 19-3-2021, στην Αθήνα, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους'', με συνέπεια να μην είναι βέβαιο αν η κρίση και η απόφαση ελήφθησαν την 11-3-2021 ή την 19-3-2021, οπότε υπήρχε άλλη σύνθεση από αυτή που δίκασε την υπόθεση. Όπως, όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων αντιγράφων του δημοσιευμένου σχεδίου και του πρωτοτύπου της προσβαλλόμενης απόφασης, η διάσκεψη του δικαστηρίου έγινε στις 11-3-2021 και η δημοσίευση [με άλλη σύνθεση] στις 19-3-2021, αυτό δε ρητά αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του σχεδίου της απόφασης που φέρει την υπογραφή της προέδρου του δικαστηρίου, κάτω από τη σχετική εγγραφή, η δε αναγραφή στην τελευταία σελίδα του σχεδίου ότι ''

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε ... στις 19-3-2021'', χωρίς υπογραφή της προέδρου και της εισηγήτριας που να καλύπτουν τη σχετική αναγραφή, δεν ασκεί καμία επιρροή στη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 197 ΑΚ, στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να τηρούν τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε το άρθρο 198 παρ. 1 ΑΚ, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις από πταίσμα του προξενήσει σε άλλον ζημία υποχρεούται να την ανορθώσει και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, η αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου, η υπαιτιότητα, η επέλευση της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαιτιότητα και τη ζημία. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη ορισμένης σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεων τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.

Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας.

Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις που διαφέρει από την ευθύνη από αδικοπραξία έχει εφαρμογή και στη περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης ή της ακυρότητας αυτής, όταν ο υπαίτιος της ματαίωσης έδωσε διαβεβαιώσεις για την κατάρτιση της σύμβασης ή απέκρυψε τους λόγους της ακυρότητας αυτής, οπότε έχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του άλλου που πίστεψε στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης.

Εξάλλου, ως πταίσμα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 ΑΚ και έτσι αρκεί και η αμέλεια. Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον εκτός των άλλων περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος.

Αντίθετα, όταν ο υπαίτιος για τη ματαίωση της σύμβασης είναι αυτός που έδωσε την προκαταβολή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υπέχει ευθύνη από τα άρθρα 197 και 198 ΑΚ. Αν ο συμβαλλόμενος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη αποκρύπτοντας με πρόθεση από τον αντισυμβαλλόμενο περιστατικά τα οποία αν γνώριζε ο τελευταίος θα μπορούσαν να τον επηρεάσουν στην κατάρτιση της σύμβασης, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ [ολΑΠ 10/1991, ΑΠ 13402/2010].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικού κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εφαρμογή της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία [ολΑΠ 7/2006].

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε [ολΑΠ 1/1999].

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση, είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επομένως, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και συνεπώς αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ολΑΠ 20/2005, ΑΠ 698/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε την από 14-2-2008 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, με βάση την ευθύνη τους από τις διαπραγματεύσεις, αλλά και λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν σε βάρος του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 459/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος εκ της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 10-3-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2114/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε από το Εφετείο, απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της αδικοπραξίας και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τη βάση από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 22-7-2015 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 74/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 2114/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που έκρινε την ουσία της υπόθεσης και απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις (για το λόγο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ).

Μετά την αναίρεση της απόφασης η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων τυγχάνει έμπορος με αντικείμενο την πώληση βρεφικών επίπλων και παιδικών ενδυμάτων. Συγκεκριμένα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διατηρούσε αφενός το εργοστάσιο με τον διακριτικό τίτλο ...

και αφετέρου είχε αναπτύξει αλυσίδα ομώνυμων καταστημάτων λιανικής πώλησης σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ο Ι. Δ. ήταν επίσης έμπορος, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα πώλησης παιδικών ενδυμάτων στη ... Αττικής. Ο ενάγων και ο Ι. Δ. συνδεόταν μεταξύ τους με πολυετή επαγγελματική και φιλική σχέση, καθώς ο τελευταίος προμηθευόταν από τον ενάγοντα εμπορεύματα.

Ο Ι. Δ. απεβίωσε όμως αιφνίδια το έτος 1990 σε τροχαίο δυστύχημα, καταλείποντας ως πλησιέστερους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του και ήδη πρώτη των εναγομένων, καθώς και τα ανήλικα τότε τέκνα του και ήδη δεύτερο και τρίτη των εναγομένων. Η πρώτη των εναγομένων, ούσα σε νεαρή ηλικία και σχετικά άπειρη περί των επιχειρήσεων, κληθείσα δε εκ των ως άνω περιστάσεων να ανταπεξέλθει στις τρέχουσες απαιτήσεις, ζήτησε τη βοήθεια του ενάγοντα.

Παράλληλα, η πρώτη των εναγομένων διατηρώντας την ως άνω επιχείρηση του αποβιώσαντας συζύγου της, συνέχισε τη συνεργασία της με τον ενάγοντα. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της τράπεζας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ & ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κατά των, μεταξύ άλλων, νυν εναγομένων και του αδελφού του αποβιώσαντος, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, επισπευδόταν πλειστηριασμός σ' ένα οικόπεδο συνιδιοκτησίας των ανωτέρω επί της οδού ...

και σε μία ημιτελή οικοδομή επί της οδού Αγίου Νικολάου, την οποία είχε αρχίσει να ανεγείρει ο αποβιώσας Ι. Δ., για οφειλή των εναγόμενων ποσού περίπου 45.000.000 δρχ. Μετά από διερευνητικές συζητήσεις της πρώτης των εναγόμενων με τον ενάγοντα κατά το έτος 1995, ο τελευταίος δεν εκδήλωσε αγοραστικό ενδιαφέρον για το ως άνω οικόπεδο, το οποίο τελικά πωλήθηκε αντί τιμήματος 55.000.000 δρχ.

στον Ν. Β.. Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. ... πράξης άρσεως της κατάσχεσης, σε συνδυασμό με την από 10.1.1996 δήλωση εξόφλησης του πληρεξούσιου δικηγόρου της "ΙΟΝΙΚΗΣ & ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" αποδείχθηκε η εξόφληση της ανωτέρω απαίτησης. Ωστόσο επειδή η επιχείρηση "I. Δημακόπουλος και Σία ΕΕ" όφειλε στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα έτερο ποσό, ύψους 21.000.000 δρχ.

για την εξόφληση δανείου, που είχε λάβει ήδη πριν το θάνατο του Ι. Δ. για την αγορά του καταστήματος στη ..., ο ενάγων, ανταποκρινόμενος σε σχετικό αίτημα της πρώτης εναγομένης της δάνεισε το ποσό των 20.000.000 δρχ. τον Απρίλιο του έτους 1997 και η τελευταία εξόφλησε την ανωτέρω οφειλή στην τράπεζα, όπως προκύπτει από την από 6.5.1997 σχετική βεβαίωση των υπαλλήλων Μ.

Ν.-Χ. και Γ. Τ. της ανωτέρω τράπεζας. Η σύναψη του ανωτέρω δανείου επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη σχετικής ιδιόχειρης σημείωσης του ενάγοντα, ο οποίος δεν την αμφισβήτησε. Χάριν δε της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης δεν συμφωνήθηκε μεν χρόνος αποπληρωμής, αλλά συμφωνήθηκε ότι εάν μέχρι την αποπεράτωση της ιδιόκτητης οικοδομής στην ...

και επί της οδού ... δεν είχε εξοφληθεί το ανωτέρω δάνειο, τότε η πρώτη εναγομένη θα του εκχωρούσε τα μισθώματα ενός διαμερίσματος, έως την πλήρη εξόφληση. Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας τους, το Σεπτέμβριο του 1997 η πρώτη εναγομένη έλαβε δεύτερο δάνειο από τον ενάγοντα ποσού 3.077.000 δρχ., όταν ο ενάγων κατέβαλε το ανωτέρω ποσό για λογαριασμό της σε δύο συνεργεία, τα οποία ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν ελαιοχρωματιστικές και ξυλουργικές εργασίες για την αποπεράτωση της οικοδομής συγκυριότητας των εναγόμενων στη ...

Αττικής επί της οδού ..., σύμφωνα με το από ... δελτίο αποστολής του ξυλουργού Π.. Ε., καθώς και με την προσφορά ελαιοχρωματισμού της ανωτέρω οικοδομής των .... Το καλοκαίρι του έτους 1999 η επιχείρηση "I. Δημακόπουλος και Σία ΕΕ" εκμίσθωσε το ιδιόκτητο κατάστημά της στη ..., επί της οδού ... στην Τράπεζα Αττικής ΑΕ, δυνάμει του από 22.7.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 20.000.000 δρχ., όπως προκύπτει από το από 23.9.1999 και με αριθμό ...

σχετικό ένταλμα πληρωμής της ανωτέρω τράπεζας. Το παραπάνω ποσό δε, η πρώτη εναγομένη το κατέβαλε μετρητοίς στον ενάγοντα το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους εξοφλώντας έτσι το ανωτέρω ληφθέν δάνειο. Το τρίτο δάνειο, ύψους 3.000.000 δρχ. η πρώτη εναγόμενη το έλαβε από τον ενάγοντα, την άνοιξη του 2001 προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις εργασίες αποπεράτωσης της ανωτέρω οικοδομής.

Τον Ιούλιο του έτους 2002 η πρώτη εναγομένη έλαβε δάνειο ύψους 50.000 ευρώ από την "Ελληνική Τράπεζα ΛΤΔ", όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, προκειμένου να αποπερατώσει τις οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή επί της οδού ... στη .... Το φθινόπωρο του έτους 2002 η ανωτέρω οικοδομή ήταν πλέον κατοικήσιμη, πλην του 4ου ορόφου αυτής.

Στο χρονικό εκείνο σημείο η οφειλή της πρώτης εναγομένης προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6.077.000 δρχ. (3.000.000 δρχ. + 3.077.000 δρχ.). Δυνάμει του από 1.11.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν διαμέρισμα του 1ου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής στη μισθώτρια Π. Ε., αντί μηνιαίου μισθώματος 1.050 ευρώ.

Το ανωτέρω συμβόλαιο καταχωρήθηκε με αριθμό ... στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. .... Παρόλο που τα ανωτέρω μισθώματα δηλώθηκαν στη φορολογική δήλωση του 2003 από τους εναγομένους, εντούτοις αυτά είχαν εκχωρηθεί στον ενάγοντα, ο οποίος τα εισέπραττε μέχρι και το Νοέμβριο του 2003, οπότε η ανωτέρω μίσθωση λύθηκε. Μετά τη λύση της ανωτέρω μίσθωσης, και καθώς δεν είχε καταστεί εφικτή νεότερη εκμίσθωση του ανωτέρω διαμερίσματος, αρχές Απριλίου του 2004, ο ενάγων πρότεινε στην πρώτη εναγομένη, ως μισθώτρια την κα Έ.

Π.. Η ως άνω μισθώτρια επιθυμούσε όμως επιπλωμένο διαμέρισμα, απαίτηση την οποία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει η πρώτη εναγομένη λόγω του αντίστοιχου κόστους. Ο ενάγων λοιπόν, δεδομένου ότι γνώριζε προσωπικά την υποψήφια μισθώτρια και επιθυμούσε να καταρτισθεί η μίσθωση, προσδοκώντας από την πλευρά του την εκχώρηση των μισθωμάτων, ανέλαβε εκείνος το κόστος της επίπλωσης του διαμερίσματος, καθώς οι εναγόμενοι θα του εκχωρούσαν τα μισθώματα και εκείνος θα εισέπραττε ένα επιπλέον ποσό για την επίπλωση.

Έτσι ο ενάγων έλαβε τα κλειδιά του διαμερίσματος, προκειμένου να το επιπλώσει. Η ανωτέρω μίσθωση καταρτίστηκε δυνάμει του από 25.4.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, στο οποίο εκμισθωτής φέρεται ο ενάγων, ως νομέας και κάτοχος του επίμαχου διαμερίσματος το οποίο εκμισθώνει στη μισθώτρια Έ. Π., αντί μηνιαίου μισθώματος 900 ευρώ, εν αγνοία των εναγομένων.

Το ανωτέρω συμβόλαιο καταχωρήθηκε με αριθμό ... στη Δ.Ο.Υ. Ηλιούπολης. Πλην όμως δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι ήδη από τον Απρίλιο του έτους 1997 συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη να του πωλήσει το ως άνω διαμέρισμα αντί τιμήματος 46.000.000 δρχ., το οποίο ο ενάγων κατέβαλε εξ ολοκλήρου, πλέον του ποσού των 11.739 ευρώ, που απαιτούνταν για την αποπεράτωση του διαμερίσματος, το οποίο ο ενάγων της κατέβαλε σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ειδικότερα, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη τα ανωτέρω ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία του ως άνω διαμερίσματος, αλλά και σε πρόσθετες οικοδομικές εργασίες σε αυτό χωρίς να προβούν στη σύνταξη οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου, στο οποίο θα αναγραφόταν οι όροι της.

Στα ίδια εξάλλου συμπεράσματα κατέληξε και η υπ' αριθμ. 2263/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία αθώωσε το μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Α. για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που φέρεται να τέλεσε εξεταζόμενος ενόρκως στις 17.10.2013 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της από 25.2.2008 αγωγής του ενάγοντα και συνακόλουθα αθώωσε και τους εναγόμενους για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, μετά από υποβολή σχετικής μήνυσης από τον ενάγοντα.

Η ως άνω ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη όπως προκύπτει από την από 17.10.2019 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Δ.. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν με σαφήνεια και από ιδία αντίληψη από τον ανωτέρω μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Α., ο οποίος ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, του οποίου η κατάθεση ενισχύεται και από τα ανωτέρω επικαλούμενα και νομίμως έγγραφα από τους διαδίκους.

Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί από εκείνες των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι κατέθεσαν μερικά πραγματικά περιστατικά, που, παρά την προσπάθεια τους, δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν επακριβώς και διευκρινίσουν επαρκώς. Εξάλλου, ο ενάγων είναι πρόσωπο έμπειρο στο εμπόριο και επιτυχημένος επιχειρηματίας και συνεπώς έχει πλήρη γνώση των συναλλαγών με τρίτους και της αγοράς εν γένει, γνωρίζοντας ότι οφείλει να λαμβάνει σχετική απόδειξη με την καταβολή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού όπως το παραπάνω, πολύ περισσότερο δε που με το ανωτέρω ποσό εξοφλήθηκε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά ενός ακινήτου χωρίς να υπάρχει οιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τη συμφωνία για την πώληση του.

Εξάλλου, μη πειστικός κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι περί τα τέλη του έτους 2004 οι εναγόμενοι του ανακοίνωσαν αιφνίδια ότι δεν επρόκειτο να του πωλήσουν το διαμέρισμα και ματαίωσαν τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης, καθώς σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής και της κοινής πείρας ιδιαίτερα μεγάλο κρίνεται τόσο το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε από τον Απρίλιο του 1997 έως τα τέλη του 2004, στη διάρκεια του οποίου ο ενάγων ανέμενε τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου χωρίς να υποπτευθεί ότι οι δικαιολογίες των εναγόμενων ήταν προσχηματικές και ότι ανώτερος σκοπός τους ήταν να μη του το μεταβιβάσουν παρότι είχαν λάβει το αντίστοιχο τίμημα, όσο και το χρονικό διάστημα που ακολούθησε τη ματαίωση της σύμβασης μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το Φεβρουάριο του 2008.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 459/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την βάση της αποζημίωσης λόγω ευθύνης των αναιρεσιβλήτων από τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την πώληση προς αυτόν του αναφερομένου διαμερίσματος, ως προς την οποία και μόνο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση στο Εφετείο με την υπ' αριθ. 74/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε ως προς τη βάση αυτή της αγωγής η υπ' αριθ. 2114/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 459/2014 πρωτοβάθμιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρξε στάδιο διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων για την πώληση από τους αναιρεσίβλητους στον αναιρεσείοντα του περιγραφόμενου ακινήτου, αλλά, συμβάσεις δανείου του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους και ως εκ τούτου δεν υπήρξε έδαφος για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και αν επάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για την μη ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων προς πώληση του περιγραφόμενου ακινήτου και συνεπώς για τυχόν ευθύνη των αναιρεσιβλήτων από τις διαπραγματεύσεις. Πιο συγκεκριμένα, η κρίση του Εφετείου περιλαμβάνει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και υποστηρίζεται από τις ακόλουθες παραδοχές:

α] η πρώτη εναγομένη μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της Ι. Δ., με τον οποίο ο ενάγων είχε πολυετή επαγγελματική και φιλική σχέση, ήταν σε νεαρή ηλικία και άπειρη στη διαχείριση των επιχειρήσεων και γι' αυτό ζήτησε τη βοήθεια του ενάγοντος, με τον οποίο συνέχισε τη συνεργασία που είχε ο σύζυγός της, β] τον Απρίλιο του 1997 η πρώτη εναγομένη έλαβε από τον ενάγοντα δάνειο 20.000.000 δραχμών, με το οποίο εξόφλησε οφειλή 21.000.000 δραχμών στην ''ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ'', όπως προκύπτει από την από 6-5-1997 σχετική βεβαίωση των υπαλλήλων της παραπάνω τράπεζας, ενώ υπήρξε και ιδιόχειρη σημείωση τος ενάγοντος για τη σύναψη του ανωτέρω δανείου, την οποία ο ενάγων δεν αμφισβήτησε, γ] τον Σεπτέμβριο του 1997 η πρώτη εναγομένη έλαβε δεύτερο δάνειο από τον ενάγοντα ύψους 3.077.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε από τον ενάγοντα σε δύο συνεργεία, για ελαιοχρωματιστικές και ξυλουργικές εργασίες για την αποπεράτωση οικοδομής των εναγομένων στην οδό ...

της ..., δ] το καλοκαίρι του 1999 η επιχείρηση των εναγομένων εκμίσθωσε ιδιόκτητο κατάστημά της στην Τράπεζα Αττικής και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 20.000.000 δραχμών, με το οποίο εξόφλησε τον Σεπτέμβριο του 1999 το παραπάνω δάνειο στον ενάγοντα, ε] το φθινόπωρο του 2002 οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής αντί μηνιαίου μισθώματος 1050 ευρώ και εκχώρησαν τα μισθώματα μέχρι και το Νοέμβριο του 2003, οπότε λύθηκε η μίσθωση, στον ενάγοντα, στ] τον Απρίλιο του 2004 ο ενάγων προσδοκώντας τα μισθώματα του παραπάνω διαμερίσματος, το επίπλωσε και το εκμίσθωσε αντί μηνιαίου μισθώματος 900 ευρώ, ζ] ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν έλαβαν χώρα τα παραπάνω δάνεια και η εξόφλησή τους με τους παραπάνω τρόπους και ότι ο ίδιος κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την αγορά του περιγραφόμενου διαμερίσματος τα ποσά των 46.000.000 δραχμών τον Απρίλιο του 1997 και των 11.739 ευρώ σε μεταγενέστερο χρόνο, χωρίς τη σύνταξη οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου, στο οποίο θα περιγράφονταν οι όροι της πώλησης, δεν κρίνεται πειστικός, η] το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 220/2018 αμετάκλητη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και αθώωσε τον μάρτυρα ανταπόδειξης για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και τους εναγομένους για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, θ] ο ενάγων είναι πρόσωπο έμπειρο στο εμπόριο και επιτυχημένος επιχειρηματίας και ως εκ τούτου δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι κατέβαλε τα προαναφερόμενα ποσά για το τίμημα της αγοράς του αναφερομένου ακινήτου, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε έγγραφο και δεν αντελήφθη τις προσχηματικές διαπραγματεύσεις των εναγομένων να μην ολοκληρώσουν τη σύμβαση πώλησης του ακινήτου με την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου.

Επομένως, οι δεύτερος και πέμπτος [κατά το οικείο μέρος του] λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης [ΑΠ 353/2020].

Αίτηση κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί την ενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΑΠ 353/2020, ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016]. Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του [ΑΠ 1093/2014].

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης [ΑΠ 289/2017]. Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 353/2020], έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσία εκ των ''πραγμάτων'' την αίτηση αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή της βασιμότητάς της [ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017], ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται ''σιγή'' απόρριψη αυτού [ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017].

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι εκείνη εκ του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου] αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως αίτησή του να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιδείξουν α] τα βιβλία δεύτερης κατηγορίας της εταιρίας ''ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.'' .

που τηρούσε αυτή με βάση το άρθρο 6 παρ. 4 περ. δ του Κ.Β.Σ., ο οποίος ήταν σε ισχύ από 16-5-1992 έως το έτος 2012, στα οποία η επίδικη συναλλαγή των 20.000.000 δραχμών έπρεπε να καταχωρηθεί τόσο ως έσοδο όσο και ως δαπάνη και β] τις φορολογικές δηλώσεις Ε1, Ε2 και Ε3 της παραπάνω εταιρίας, για τη χρήση 1-1-1999 έως 31-12-1999, στις οποίες αποτυπώθηκαν ή μεταφέρθηκαν οι χρηματικές συναλλαγές των 20000000 δραχμών, τόσο ως έσοδο όσο και ως δαπάνη της εταιρίας, που φέρονται να έγιναν στις 23-9-1999, καθώς επίσης και τα εκκαθαριστικά του ίδιου έτους.

Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε το αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη των ανωτέρω εγγράφων και το απέρριψε, διότι τα ως άνω έγγραφα ''αφενός αφορούν νομικό πρόσωπο, μη διάδικο στην παρούσα δίκη και αφετέρου δεν αναφέρεται εάν τα ανωτέρω έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή των καθών η αίτηση επίδειξης εγγράφων -εφεσίβλητων - εναγομένων κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης''.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων], είναι αβάσιμος.

Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις νομίμως υποβληθείσες αιτήσεις του περί καταβολής εκ μέρους τους προς τους αναιρεσίβλητους, για την αγορά του προαναφερόμενου διαμερίσματος, των ακόλουθων ποσών:

α] του ποσού των 15000000 δραχμών από παλαιό χρέος της επιχείρησης των εναγομένων προς την εταιρία του αναιρεσείοντος, β] του ποσού του 1000000 δραχμών, που κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη με μετρητά την 15-1-1998, γ] του ποσού των 650000 δραχμών, που κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη την 10-7-1998 και δ] του ποσού των 1650000 δραχμών, που κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη με μετρητά την 28-9-1998.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν αυτοτελείς αιτήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα που αποσκοπούσαν στη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος από την ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων με τους αναιρεσίβλητους για την αγορά από αυτούς διαμερίσματος αξίας 50.000.000 δραχμών, από την μη ολοκλήρωση των οποίων, από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων ζημιώθηκε το ποσό των 1.200.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία ενός οικοπέδου που είχε πρόθεση να αγοράσει αλλά δεν αγόρασε, πιστεύοντας στις διαβεβαιώσεις των αναιρεσίβλητων ότι θα του πωλούσαν το προαναφερόμενο διαμέρισμα, το οποίο επέλεξε να αγοράσει αντί του οικοπέδου.

Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως του ότι ο ανωτέρω προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, όπως εν προκειμένω, το αίτημα δικαστικής προστασίας στο σύνολό του, μολονότι δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία για όλα τα μερικότερα αιτήματα, το Εφετείο απάντησε ότι οι μοναδικές καταβολές χρημάτων που έγιναν από τον αναιρεσείοντα ήταν τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δάνεια.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι [ολΑΠ 23/2008, ΑΠ 83/2022].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο ή αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης [σχετ.

ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 270/2020]. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι ην πραγματική έννοια του όρου ''συμπληρωματικά'' της παρ. 2 εδ.

β του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε [ΑΠ 1135/2021]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης [κατά το οικείο μέρος του], ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, κατά παράβαση των άρθρων 393 - 395 και 270 παρ. 2 εδ.

β ΚΠολΔ, που επιτρέπουν την απόδειξη με μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια, σε υποθέσεις, όπως η προκειμένη, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και εκδικάζονται από το Μονομελές ή το Πολυμελές Πρωτοδικείο και σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο, στις περιπτώσεις που υπάρχει ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου λόγω της στενότατης φιλικής σχέσης των διαδίκων και της ύπαρξης αρχής έγγραφης απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με σαφήνεια προκύπτει ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ρητά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και ''όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι επικαλούμενες φωτογραφίες...'' , ενώ η παραδοχή της απόφασης ότι ''...Ειδικότερα, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη τα ανωτέρω ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία του ως άνω διαμερίσματος αλλά και σε πρόσθετες οικοδομικέ εργασίες χωρίς να προβούν στη σύνταξη σχετικού εγγράφου, στο οποίο θα αναγράφονταν οι όροι της συμφωνίας τους.

Ο ίδιος, άλλωστε, είναι πρόσωπο έμπειρο στο εμπόριο... γνωρίζοντας ότι οφείλει να λαμβάνει σχετική απόδειξη με την καταβολή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού, όπως το παραπάνω, πολύ περισσότερο δε που με το ανωτέρω ποσό εξοφλήθηκε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά ενός ακινήτου χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τη συμφωνία για την πώλησή του'', συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου και όχι αποκλεισμό των άλλων αποδεικτικών μέσων, με βάση τα οποία μάλιστα το δικαστήριο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης [κατά το οικείο μέρος του] από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο ''αποδεικτικού'', κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει όταν από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχθηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [ολΑΠ 2/2008].

Δεν υπάρχει συνεπώς παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό [ΑΠ 196/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23-9-1999 και με αριθμό ...

εντάλματος πληρωμής της Τράπεζας Αττικής, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που περιγράφονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ενώ από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι το ποσό των 20.000.000 δραχμών καταβλήθηκε με κατάθεση στο λογαριασμό της εταιρίας ''ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.'', με Α.Φ.Μ. 93030633 και αιτιολογία κατάθεσης ''προκαταβολή για το κατάστημα που μισθώνουμε στη ...

επί της οδού ... και ... σύμφωνα με τον όρο 21[β] του από 22-7-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης'', η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι το ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε σε μετρητά στην πρώτη εναγομένη και, ακολούθως, αυτή το κατέβαλε σε μετρητά στον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι δήθεν το ένταλμα αυτό πληρωμής αποδείκνυε την πληρωμή του ποσού στον αναιρεσείοντα προς εξόφληση προσωπικού της δανείου.

Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα από τις περικοπές αυτής που παρατίθενται στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του από 23-9-1999 και με αριθμό 618-63 εντάλματος πληρωμής της Τράπεζας Αττικής, κατέληξε, όμως, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι ότι με το ποσό αυτό εξοφλήθηκε δάνειο της πρώτης αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα, όπως επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι, ενώ το γεγονός ότι το παραπάνω ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, ουδόλως αποκλείει την ανάληψή του σε μετρητά από την πρώτη αναιρεσίβλητη, νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρίας αυτής.

Εξάλλου, από το έγγραφο αυτό δεν αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός περί ευθύνης των αναιρεσιβλήτων από τις διαπραγματεύσεις για την πώληση προς τον αναιρεσείοντα του αναφερομένου διαμερίσματός τους. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο πόρισμά της ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν αυτή του δανείου και ότι δεν υπήρξαν διαπραγματεύσεις για την πώληση διαμερίσματος των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα, ύστερα από συνεκτίμηση του εγγράφου με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν, από τα οποία κυρίως συνήγαγε το πόρισμά της.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής από τον αριθμό 20 του άρθρου559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-2-2023 πρόσθετους λόγους αυτής του Γ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1529/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ