Supreme Court dismisses appeal for admitting evidence not permitted by law and finding contradictions in facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Member Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence prohibited by law and reached contradictory conclusions regarding traffic flow. The court rejected these claims because the appellant failed to specify the exact legal error or demonstrate how the lower court's reasoning was contradictory.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1)(a) and Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of inadmissible evidence or alleged contradictions is inadmissible if the appellant fails to identify the specific legal error or the precise nature of the contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 809 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 809/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. - Δ. του Γ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται από τον οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη της, σύζυγό της Δ. Δ., που ορίσθηκε δυνάμει της 170/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Χατζηβασιλείου, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο α) αναγράφτηκε εσφαλμένα ως τρίτη των αναιρεσιβλήτων η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΑΕ" και όχι το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που έχει υπεισέλθει στη θέση της, ως ειδικός εκ του νόμου διάδοχός της και β) αναγράφτηκε λανθασμένα η επωνυμία της 2ης των αναιρεσιβλήτων "Κ. και Υιός ΕΠΕ", αντί του ορθού "Π. Κ. και Υιός ΕΠΕ" - ήδη "Π. Κ. και Υιοί ΕΠΕ".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ. και Υιός ΕΠΕ", που εδρεύει στο 2ο χλμ. ΕΟ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2013 αγωγή (διά του οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη της, συζύγου της Δ. Δ.) της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 611/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., που, κατ' άρθρο 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόταν και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681Α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν πριν τα άρθρα 646-681Δ' καταργηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.
Α' 87/23.7.2015) με έναρξη ισχύος από 1.1.2016 -άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015 και οι διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα υπαχθούν πλέον στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών- άρθρο 614 του Κ.Πολ.Δικ.), αφού δεν αντέβαινε στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 670 και 671 αυτού, οι οποίες εφαρμόζοντο και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 681 Κ.Πολ.Δικ.) και έτσι ρύθμιζαν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στην διαδικασία αυτή "στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων", κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Η κρίση αυτή του Εφετείου περί παραδεκτής ή μη προσκομιδής ενώπιον αυτού νέων αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 670/2015, Α.Π. 318/2011). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ' αυτόν, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη "την με αριθμό πρωτ. 3719/2015 άδεια διελεύσεως μηχανημάτων έργων", αν και το αποδεικτικό αυτό μέσο, που προσκομίστηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε προσκομισθεί στον πρώτο βαθμό από βαρύτατη αμέλεια των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (και ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό είχε προταθεί στο Εφετείο), ως αναγόμενος στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ότι το ως άνω αποδεικτικό μέσο παραδεκτά προσκομίστηκε για πρώτη φορά ενώπιόν του όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια.
Η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Συναφώς, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011, ΑΠ 2007/2009), το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 32/1996, Ολ.ΑΠ 1/1995, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 2007/2009), και, αν η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, πρέπει να μνημονεύονται οι παραδοχές της αποφάσεως, υπό τις οποίες, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε (Α.Π. 1068/2007, Α.Π. 589/2005).
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π.
Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Α.Π.
Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1454/2014, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 76/2013, Α.Π. 1115/2012, Α.Π. 2031/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 10 του Κ.Πολ.Δικ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο:
α) δεν έλαβε υπόψη ότι "σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, το πλάτος της λωρίδας του επαρχιακού δρόμου, στο συγκεκριμένο σημείο, όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, είναι μόλις 3,90 μ., δηλαδή μόλις κατά 1 μέτρο και 20 εκατοστά πιο πλατύ από τον γερανό, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι αρκεί μία ελαφρότατη κλίση στο τιμόνι από τον αιφνιδιασθέντα οδηγό του προς τα αριστερά, ώστε να καλυφθεί αυτοστιγμεί το υπολειπόμενο 1 μέτρο και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της αναιρεσείουσας", β) δεν στάθμισε την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Σ.
Ν., ο οποίος, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, υπέπεσε σε πολλαπλές αντιφάσεις, αφορώσες στην ταχύτητα του γερανού και την απόστασή του από το σημείο του ατυχήματος, γ) γενικόλογα μνημόνευσε τις καταθέσεις των άλλων οδηγών, ακόμα και τις προανακριτικές, αλλά και στην κύρια ποινική διαδικασία, ανεξέταστα όμως προσπέρασε, χωρίς καν να μνημονεύσει, την κατάθεση του οδηγού Κ.
Α. (οδηγού φορτηγού που εκινείτο πίσω από την νταλίκα, στην οποία τελικώς επέπεσε η αναιρεσείουσα), δ) με την διατύπωση της προσβαλλομένης ότι "ουδείς των μαρτύρων κατέθεσε σχετικά με οποιαδήποτε κίνηση του πρώτου εναγομένου που θα μπορούσε αιτιωδώς να συνδεθεί με το ατύχημα, ούτε κάτι τέτοιο μπορεί να συναχθεί από τα έγγραφα" παρείδε και την ουσία της μαρτυρικής καταθέσεως του Κ.
Μ., οδηγού της νταλίκας επί της οποίας επέπεσε το όχημα της αναιρεσείουσας, δ) δεν ελήφθησαν υπόψη οι μαρτυρικές καταθέσεις των Δ. Δ. και Ι. Μ. (συζύγου και αδελφού, αντίστοιχα, της αναιρεσείουσας), ούτε οι αντιφάσεις, στις οποίες περιέπεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εξεταζόμενος ενώπιον της τροχαίας Γιαννιτσών, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Όμως, σύμφωνα με τα πιο πάνω νομικά δεδομένα, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις δεν συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον ούτε σε συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού νόμου αναφέρονται, ούτε "πράγματα" αποτελούν. Περαιτέρω και καθ' όσον αφορά ειδικότερα στην υπό στοιχ. α' αιτίαση, πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και, συνεπώς, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά συνιστά επιχείρημα της αναιρεσείουσας (που συνάγεται από την αξιολόγηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου - σχεδιαγράμματος) για την υποστήριξη των απόψεών της για τις συνθήκες του ατυχήματος και, άρα, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αντιμετωπίστηκε ευθέως και απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά την συγκεκριμένη υπό στοιχ. α' αιτίαση, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, αν, παρά τα αναφερόμενα στο αναιρετικό δικόγραφο, ο λόγος αυτός έχει την έννοια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα:
Το Εφετείο αναφέρει ότι για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Εκ τούτου δε, σε συνδυασμό προς όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις και άπασες οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός, αρκούσης της γενικής μνείας των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη.
Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη, αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (τα οποία και αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω).
Επομένως, ο συναφής δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.
Ολομ. 28/1998, Α.Π. Ολομ. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 402/2014, ΑΠ 1586/2008).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ' αυτόν, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 330 και 914 του Α.Κ., διότι:
α) "εσφαλμένως και με αντιφατικές αιτιολογίες έγινε δεκτό ότι εκινούμην με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή των οχημάτων που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα", β) "εσφαλμένως και ανεξέταστα έγινε δεκτό ότι ο γερανός κατευθύνθηκε ελαφρώς προς τα αριστερά του ρεύματος πορείας του, πλησιάζοντας έτσι την διαχωριστική γραμμή, λόγω και του μεγάλου πλάτους του οχήματός του, χωρίς, ωστόσο, να εισέλθει καθόλου στο αντίθετο ρεύμα πορείας επί του οποίου εκινείτο η ενάγουσα" και γ) αντιφατικώς δέχθηκε ότι "ακόμη και αν το όχημα του πρώτου εναγομένου εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αυτό θα ήταν εμφανές, αν συνέβαινε, αφού η ροή των αυτοκινήτων στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου ήταν πολύ αργή".
Οι λόγοι αυτοί, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθεμένων διατάξεων οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι για τις υπό στοιχ.
α' και γ' αιτιάσεις δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από προκύπτει, επί πλέον δε η υπό στοιχ. γ' αιτίαση συνιστά επιχείρημα του Εφετείου, που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται η προσβαλλομένη απόφαση μομφή για αντιφατικότητα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων με διαφορετικούς πληρεξουσίους αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους οι μεν δύο πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Αγγελίδη, το δε τρίτο Ν.Π.Ι.Δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", ως ειδικό διάδοχο της αρχικά τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή και οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα και βάσιμα αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.4.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 101/2018 αίτηση για αναίρεση της 611/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε ομάδα αυτών.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ