Legislator Case Law & Legislation
809/2018 AI generated

Supreme Court allows bank's main intervention in partition suit, remanding case for further trial on mortgage priority.

Case Number 809/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the bank's appeal against a first-instance judgment that rejected its main intervention in a property partition suit. The bank argued that the trial court incorrectly applied the law by refusing to recognize its mortgage priority rights over the property. The court found the lower court erred in interpreting the statutory provisions regarding mortgage priority during public auction sales.

Legislator headnote

AI generated

Articles 492(3), 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must recognize a creditor's right to priority satisfaction from auction proceeds when the lower court erroneously rejects a main intervention based on a misinterpretation of substantive law.

Keywords

AI generated
main intervention property partition mortgage priority public auction Code of Civil Procedure remand for retrial legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 492(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 809/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα

Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2. Ε. Γ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2009 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση: 1460/2013 τελεσίδικη του ιδίου Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ... /2-11-2017 και .../ 14-11-2017εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Β. και της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ε. Δ., αντίστοιχα, που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή τους κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).

2.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 1460/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που, αφού συνεκδίκασε την από 20-11-2009 αγωγή διανομής του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την από 11-12-2009 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη.

3.Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης, εφ’ όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση της εκ νέου (Ολ.

ΑΠ 473/83). Η προθεσμία δε της έφεσης στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (Ολ ΑΠ 1113/1986 ΑΠ 474/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι η υπ’ αριθ. 1460/2013απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 26-3-2013,δεν ασκήθηκε κατ’ αυτής το ένδικο μέσο της έφεσης (βλ. .../2018 πιστοποιητικό Πρωτοδικείου Αθηνών) ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 21-12-2016, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι έτη από τις 27-3-2013 που είναι η επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της (άρθ. 144 παρ 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚπολΔ),καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

4. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και ι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 20/2005). Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (Ολομ.ΑΠ 2/2013).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, επί παραβάσεων των οποίων ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, θεωρούνται και ορισμένοι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια. Ένας τέτοιος ουσιαστικός κανόνας είναι, μεταξύ άλλων, και η διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ που ρυθμίζει την τύχη της υποθήκης και του ενεχύρου επί αυτούσιας διανομής κοινού ακινήτου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1021 εδάφιο β’ του ΚΠολΔ, όταν, σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών, γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 4, 955 παρ. 1, 960 παρ. 2, 965, 966, 967, 969 παρ. 1, 999, 1001 παρ.1,1002, 1003 παρ. 1, 2 και 4, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 και 1010 ΚΠολΔ. (όπως εν προκειμένω ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίησή τους με το ν.4355/2015).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 484 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία είναι ειδικότερη από εκείνη του άρθρου 1021 ΚΠολΔ, η διαδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν η κατά τα άρθρα 480 και 480Α ΚΠολΔ αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επ.

ΚΠολΔ. Οι προθεσμίες του άρθρου 960 παρ. 1 και 2 αρχίζουν από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής, στην οποία περιγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και η κατοικία όλων των κοινωνών. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου που υπάρχει στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν.

Ο εκούσιος πλειστηριασμός, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ, συνιστά, ως έννομη σχέση, πώληση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με τις εγγυήσεις και τη δημοσιότητα της δημόσιας αρχής για την επίτευξη του κατά το δυνατό μεγαλύτερου τιμήματος και δεν αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των δανειστών, ούτε υφίσταται το στοιχείο της αντιδικίας μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά με αυτόν επιδιώκεται η διασφάλιση ορισμένων συμφερόντων και κατά κανόνα του συμφέροντος του κυρίου του πράγματος.

Ειδικότερα το άρθρο 1021 ΚΠολΔ απαριθμεί ορισμένες από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται "αναλόγως" στον εκούσιο πλειστηριασμό και στις τρεις περιπτώσεις (είτε αυτός γίνεται με διάταξη νόμου είτε με δικαστική απόφαση είτε με συμφωνία των μερών). Δηλαδή οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο, ώστε να επέρχεται το επιδιωκόμενο έννομο αποτέλεσμα με κατάλληλη προσαρμογή των καθοριζόμενων από αυτές όρων και προϋποθέσεων στα πραγματικά δεδομένα καθεμιάς από τις πιο πάνω περιπτώσεις.

Η διαδικασία του κατ’ άρθρο 1021 ΚΠολΔ εκούσιου πλειστηριασμού, επομένως και του πλειστηριασμού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω του ανέφικτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, ρυθμίζεται πρωτίστως από το άρθρο 484 παρ. 2 και περαιτέρω από τις διατάξεις για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ΚΠολΔ, όπου παραπέμπει το άρθρο 1021 ΚΠολΔ ή απαιτείται για τη συμπλήρωση των εμφανιζόμενων κενών.

Κατά την εφαρμογή όμως ορισμένων διατάξεων, ως προς τη διαδικασία του εν λόγω εκούσιου πλειστηριασμού, εμφανίζονται δυσχέρειες ως προς την αντιμετώπιση ειδικότερων θεμάτων, όπως είναι η θέση και τα δικαιώματα των ενυπόθηκων και ενεχυρούχων δανειστών κατά τη διάρκεια της περί διανομής δίκης, καθώς και η τύχη των υποθηκών και των ενεχύρων μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού.

Ειδικότερα, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ ρυθμίζεται η τύχη της υποθήκης και του ενεχύρου επί αυτούσιας διανομής των κοινών πραγμάτων, όπου, κατά την απολύτως κρατούσα στη νομολογία και τη θεωρία άποψη, δεν επέρχεται απόσβεση των εμπράγματων δικαιωμάτων, αλλά μεταφορά τους, κατά την ίδια έκταση, στα διαιρετά τμήματα που περιήλθαν στον οφειλέτη, αντιθέτως, όταν η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη και διατάσσεται η πώληση των επικοίνων με πλειστηριασμό δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ, αλλά εκείνη του άρθρου 484 παρ.2 εδάφ.4 του ίδιου Κώδικα, η οποία προβλέπει την απόσβεση των υποθηκών και ενεχύρων που υπάρχουν στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν.

Η απόσβεση αυτή επιβάλλει την ανεύρεση λύσης, η οποία να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ενυπόθηκων ή ενεχυρούχων δανειστών, χωρίς να υποχρεώνονται να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες, λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την παγίως ακολουθούμενη από τη νομολογία και τη θεωρία άποψη, στην περίπτωση του εκούσιου πλειστηριασμού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω του ανέφικτου ή του ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, δεν ισχύουν οι διατάξεις για την αναγγελία και την κατάταξη των δανειστών.

Η λύση αυτή πρέπει να έχει ως αφετηρία την παραδοχή ότι οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι δανειστές που απολαμβάνουν, κατά τον ΚΠολΔ, ειδικής προστασίας δεν μπορεί να αγνοηθούν, όταν λαμβάνει χώρα πλειστηριασμός λόγω δικαστικής διανομής. Για το λόγο αυτόν, άλλωστε, με τη διάταξη του άρθρου 491 παρ.1 ΚΠολΔ θεσπίζεται η υποχρεωτική προσεπίκληση στη δίκη περί διανομής (είτε πρόκειται για αυτούσια είτε για διανομή με πλειστηριασμό), με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσων έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς, προκειμένου να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των εμπράγματων δικαιωμάτων τους.

Το ίδιο ισχύει για τον προσημειούχο δανειστή (άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ) και για τα πρόσωπα που εξομοιώνονται ρε τον κατασχόντα, όπως είναι οι αναγγελθέντες με εκτελεστό τίτλο δανειστές. Ο προσεπικληθείς, που εμμέσως, πλην σαφώς, εξαναγκάζεται σε παρέμβαση με την επίδοση της προσεπίκλησης, καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των συγκυρίων της δίκης διανομής (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμα δεν άσκησε παρέμβαση, ενώ δεσμεύεται από το δεδικασμένο (Ολομ.

ΑΠ 20/1995). Ο σκοπός της υποχρεωτικής προσεπίκλησης δεν θα πρέπει όμως να εξαντλείται στην απλή ενημέρωση και ακρόαση των πιο πάνω προσεπικαλούμενων δανειστών κατά τη διάρκεια της δίκης περί διανομής, όταν δεν παρέχεται συγχρόνως σε αυτούς η δυνατότητα να την αξιοποιήσουν δικονομικά για την προστασία των δικαιωμάτων τους, δυνατότητα η οποία, όπως προεκτέθηκε, παρέχεται μόνο στην αυτούσια διανομή, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται αδικαιολόγητα η παρεχόμενη σε αυτούς προστασία, η οποία δεν μπορεί να εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός της επίτευξης ή μη αυτούσιας διανομής.

Κατόπιν αυτών καθίσταται αναγκαία η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 παρ.3 ΚΠολΔ στην αρρύθμιστη από το νόμο περίπτωση της πώλησης του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ανέφικτη ή ασύμφορη η αυτούσια διανομή του. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται η ισότιμη μεταχείριση όμοιων καταστάσεων, αφού κοινή αρχή τόσο στην αυτούσια διανομή όσο και στην πώληση με πλειστηριασμό αποτελεί η διευκόλυνση της λύσης της κοινωνίας, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα των ενυπόθηκων (ή προσημειούχων) και ενεχυρούχων δανειστών που προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής, ανεξάρτητα από την κατάληξή της.

Εξάλλου, κανένα πρόβλημα δεν δημιουργείται ως προς το βέβαιο της ενυπόθηκης απαίτησης, αφού η τελευταία υπολογίζεται με βάση το χρηματικό ποσό για το οποίο εγγράφηκε η υποθήκη (άρθρο 1269 ΑΚ), ενώ στην περίπτωση της προσημείωσης υποθήκης, όπου ο δανειστής δεν διαθέτει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αλλά εξαρτώμενη από την τελεσίδικη διάγνωσή της, η προστασία οφειλέτη και δανειστή επιτυγχάνεται με την κατάθεση του ποσού που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτηση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Το εν λόγω ποσό αποδίδεται είτε στο δανειστή είτε στον οφειλέτη, αναλόγως με την τελεσίδικη επιδίκαση ή μη της απαίτησης.

Συνεπώς ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος (ενυπόθηκος ή προσημειούχος ή ενεχυρούχος) δανειστής που προσεπικαλείται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής και ασκεί κύρια παρέμβαση, νομίμως ζητεί, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 492 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που διαταχθεί η πώληση του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, την καταβολή από το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί του αναλογούντος στην απαίτησή του ποσού που ασφαλίζεται με υποθήκη (ή ενέχυρο) ή τη δημόσια κατάθεση -από το πλειστηρίασμα του ποσού που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτησή του.

Συνακόλουθα και η απόφαση που διατάσσει τον πλειστηριασμό προσδιορίζει συγχρόνως το οφειλόμενο ποσό που πρέπει να καταβληθεί από το πλειστηρίασμα στον ενυπόθηκο (ή ενεχυρούχο) δανειστή για την εξόφληση (ολικά ή μερικά) της ασφαλιζόμενης με την υποθήκη (ή ενέχυρο) απαίτησης του ή που πρέπει να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και αναλογεί στην ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση, το οποίο θα αναλάβει ο προσημειούχος δανειστής μόνο μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της, ενώ, σε περίπτωση μη επιδίκασης της εν λόγω απαίτησης, θα διατάσσεται με την απόφαση η απόδοση του κατατεθέντος ποσού στον οφειλέτη.

Κατ’ ακολουθίαν όσων κυρίως προαναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσεπικαλούμενοι και παρεμβάντες στη δίκη περί διανομής εμπραγμάτως ασφαλισμένοι δανειστές απολαμβάνουν ισοδύναμης προστασίας (αν είχε διαταχθεί αυτούσια διανομή είτε πλειστηριασμός του κοινού), η οποία (προστασία) επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 παρ. 3 ΚΠολΔ για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που υπάρχει, ως προς τη ρύθμιση της τελευταίας πιο πάνω περίπτωσης.(Ολ ΑΠ 1/2016). 5.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως προς τη νομική βασιμότητα του αιτήματος της κύριας παρέμβασης που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα - προσημειούχο δανείστρια τράπεζα σε δίκη διανομής κοινών ακινήτων των αναιρεσιβλήτων (συζύγων), μετά από προσεπίκληση αυτής από τον ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 484 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι σε περίπτωση δικαστικής διανομής ακινήτου του οποίου η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη και διαταχθεί ως εκ τούτου η πώληση με πλειστηριασμό η διαδικασία του πλειστηριασμού διεξάγεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 959 επ.

με την καταβολή δε του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου που υπάρχει στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν, με σαφήνεια προκύπτει ότι επί του πλειστηριασμού αυτού, που διενεργείται σε περίπτωση δικαστικής διανομής, εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις των άρθρων 959 επ. του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν την καταβολή του πλειστηριάσματος και την αναγγελία των δανειστών, ώστε με την αναγγελία στον πλειστηριασμό και την κατάταξη θα ικανοποιηθεί η απαίτηση των δανειστών που έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου επί του κοινού και των οποίων η υποθήκη η το ενέχυρο αποσβέσθηκαν με την καταβολή του πλειστηριάσματος, μετατρεπόμενα σε απαίτηση κατά προτίμηση ικανοποίησης από το πλειστηριασμό σαν να είχε ασκηθεί η από την υποθήκη ή το ενέχυρο εμπράγματη αξίωση με αναγκαστική εκποίηση του πράγματος.

Εξάλλου από καμιά διάταξη των άρθρων 798 επ. ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ περί λύσης της κοινωνίας και διανομής δεν παρέχεται στο δικαστήριο που διατάσσει την πώληση του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό η εξουσία να διατάσσει, εκτός από όσα ορίζονται στα άρθρα 479 και 484 ΚΠολΔ, συγχρόνως ύστερα από αίτηση του υποχρεωτικά προσεπικληθέντος και παρεμβαίνοντος ενυπόθηκου δανειστή ή και αυτεπάγγελτα την καταβολή σε αυτόν από το πλειστηρίασμα του ποσού που του οφείλεται για την εξόφληση της ενυπόθηκης απαίτησής του ή την κατάταξή του σε αυτό προνομιακά, ή τη δημόσια κατάθεση του ποσού ούτε και την αναγνώριση των απαιτήσεων του εν λόγω προσεπικληθέντος ή των υπέρ αυτού βαρών.

Εξάλλου, σκοπός της κατ’ άρθρο 491 ΚΠολΔ προσεπίκλησης εκείνων που έχουν δικαίωμα υποθήκης, ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσων έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς είναι να λάβουν και αυτοί γνώση της δίκης περί διανομής και με παρέμβασή τους α’ αυτή να διασφαλίσουν τα επηρεαζόμενα από τη διανομή νόμιμα συμφέροντα τους και ν’ ασκήσουν τα κατά το άρθρο 492 παρ. 2 και 3 δικαιώματά τους (να ζητήσουν τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου σε άλλα αντικείμενα, τα οποία με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη τους, ή την καταβολή σ’ αυτούς του χρηματικού ποσού, το οποίο προς εξίσωση των μερίδων υποχρεώθηκε κάποιος κοινωνός να καταβάλλει στον κοινωνό, που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο) σε περίπτωση δε κατά την οποία διατάχθηκε η πώληση του κοινού με πλειστηριασμό, να αναγγελθούν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από το πλειστηριασμό με την καταβολή του οποίου αποσβέστηκε το εμπράγματο δικαίωμά τους (ΕφΑΘ 9769/1991 Αρμ. 1992.169, ΕφΑΘ 14.659/1988 ΝοΒ 38.463).

Κατά συνέπεια η από 23.1.2012 κύρια παρέμβαση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στρεφόμενη κατά των δύο συγκυρίων του προς διανομή ακινήτου, ασκηθείσα κατόπιν της προαναφερόμενης προσεπίκλησης του ενάγοντα της κύριας αγωγής διανομής, με την οποία η κυρίως παρεμβαίνουσα τράπεζα ως έχουσα εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης για τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά επί του προς διανομή ακινήτου ζητεί να αναγνωριστούν οι αναφερόμενες σ’ αυτή (κύρια παρέμβαση) απαιτήσεις της και οι υπέρ αυτών παρασχεθείσες προσημειώσεις υποθήκης και για την περίπτωση κατά την οποία διαταχθεί η πώληση του κοινού με πλειστηριασμό να υποχρεωθεί ο υπάλληλος του πλειστηριασμού να καταθέσει σε αυτό το επιτευχθησόμενο πλειστηριασμό, προκειμένου αυτή (κυρίως παρεμβαίνουσα) να ικανοποιηθεί προνομιακώς για την απαίτησή της εκ ποσού 39.747,06 ευρώ και εντόκως μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, έχει μεν ασκηθεί παραδεκτά (άρθρα 79, 81 και 491 ΚΠολΔ), πλην όμως είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Πρέπει, επομένως, η κύρια παρέμβαση να απορριφθεί". 6.Όμως το Πρωτοδικείο με το να μη δεχθεί στη δίκη περί διανομής την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 492 παρ.3 ΚΠολΔ και στη νομοθετικά αρρύθμιστη περίπτωση της πώλησης του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα της κύριας παρέμβασης της αναιρεσείουσας (προσημειούχου δανείστριας) τράπεζας, το οποίο, κατ’ εκτίμηση, συνίσταται στο να υποχρεωθεί ο υπάλληλος επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος, σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό του επίκοινου βεβαρημένου ακινήτου, να καταθέσει από το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτηση της, προκειμένου αυτή να ικανοποιηθεί μετά την τελεσίδικη επιδίκασή της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικοί δικαίου διάταξη του άρθρου 492 παρ. 3 ΚΠολΔ.

7 . Συνεπώς το Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει vα γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την από 23-1-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2012 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο θα συντίθεται από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρ.495 ΚπολΔ).,και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1460/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε την από 23-1-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2012 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας .

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Πρωτοδικείο, το οποίο θα συντίθεται από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ