Supreme Court dismisses appeal where lower court considered but rejected an inadmissible claim for acquisitive prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider his claim of acquiring title through acquisitive prescription based on long-term possession of the land. The court ruled that the Second Instance Court had indeed considered this argument but correctly rejected it because the statutory requirements for acquisitive prescription were not met.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286 et seq., 287, 291 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 8 para. b': An appeal based on the failure to consider a claim is inadmissible if the claim is legally invalid and therefore not considered essential to the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 809 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 809/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Α., ο οποίος απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 14/7/2014 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση α)Α. Μ. του Ν. και β)Α. Μ. του Ν., ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Μ. χας Δ. Μ., το γένος Χ. Ο., κατοίκου ... 2)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... 3)Λ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φυτιλή.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2005 μη οριστική, 81/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16/9/2009 αίτησή του. Κατόπιν της βίαιης διακοπής της δίκης στη δικάσιμο της 1ης/12/2010 και ματαίωσης στη δικάσιμο της 19/10/2011, την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 14/7/2014 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 18/11/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο αναιρεσείων απεβίωσε την 8-11-2010 και κληρονομήθηκε με βάση ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομοτύπως με τα 468/13-12-2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο από τα τέκνα του Α.
και Α., τα οποία κατά τη δικάσιμο της 1-10-2010, που είχε ορισθεί αρχικά η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης γνωστοποίησαν στους αναιρεσιβλήτους το γεγονός του θανάτου του παραπάνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-10-2011, οπότε και ματαιώθηκε και ακολούθως με κλήση των αναιρεσιβλήτων επαναφέρθηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο της 3-12-2014 κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως. Ο θάνατος του αναιρεσείοντος και το κληρονομικό δικαίωμα των τέκνων του αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, την ιδιόγραφη διαθήκη του, το πιστοποιητικό της οικογενειακής του κατάστασης και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα, περί μη αποποίησης της κληρονομίας του από τα προαναφερόμενα τέκνα του και περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτού.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το τέταρτο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο απερρίφθη ως παθητικώς ανομιμοποίητη.
Με όλους τους αναιρετικούς λόγους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έκρινε, κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους εναγομένους. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου ως προς το οποίο δεν προβάλλεται αιτίαση για την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτό για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, είναι απαράδεκτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 21 §§ 1 και 4, 22 και 33 §§ 1 και 2 του ν. 674/1977 "περί αναδασμού της γης κ.λπ.", συνάγεται ότι, αν ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την ισχύ του νόμου αυτού, δηλαδή μετά την 1.9.1977, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Νομάρχη, που κυρώνει τον αναδασμό, η κυριότητα των κτημάτων που δημιουργήθηκαν μ’ αυτόν περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναγραφόμενους ως δικαιούχους στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα, ενώ, αντιστοίχως, αποσβήνεται αυτοδικαίως το δικαίωμα κυριότητας που υπήρχε επί των κτημάτων που συνεισφέρθηκαν στον αναδασμό, ότι από την κύρωση του αναδασμού εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα μπορεί να διεκδικήσει το κτήμα που παραχωρήθηκε αντί αποζημιώσεως κατά του αναγραφομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου, ότι μετά τη μεταγραφή των οριστικών τίτλων κυριότητας (παραχωρητηρίων) αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του οικείου Νομάρχη εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν κτηθεί νομίμως ή παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή τους, με εξαίρεση την περίπτωση αντιγραφικών σφαλμάτων, ότι στην περίπτωση που αποκλείεται κατά τα ανωτέρω, η διόρθωση ή ακύρωση των τίτλων κυριότητας, καθένας που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου που έχει υπαχθεί στον αναδασμό, δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει το νέο κτήμα από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο ή τους διαδόχους του (ΑΠ453/2008, ΑΠ 421/1999, ΑΠ 1349/1994).
Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην αποφυγή διαιωνίσεως της εκκρεμότητας, ως προς την οριστικοποίηση των τίτλων κυριότητας και ανατροπής μετά παρέλευση τριετίας των ευεργετικών αποτελεσμάτων του αναδασμού. Μετά όμως την έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου είναι δυνατή η χρησιδεσποτεία από τρίτον του ακινήτου (που προήλθε από τον αναδασμό), η οποία, συντρεχόντων και των λοιπών ουσιαστικών όρων μπορεί να οδηγήσει, πρωτοτυπως, δηλαδή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, στη γένεση δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο κάποιου τρίτου επ’ αυτού, με συνέπεια την κατάλυση της κυριότητας που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με τον αναδασμό από τον παραχωρησιούχο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αν έχει αυτό στη νομή του για μια εικοσαετία. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων (αναιρεσείων), εξέθετε, ότι με την 1066522/6449/Δ0010/8-8-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Πολιτισμού, Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο 712/21-8-2002 ΦΕΚ (τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του νέου αεροσταθμού του αεροδρομίου Ν.
Αγχιάλου, έκτασης 221.630,40 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή Αλμυρού Μαγνησίας. Ότι με την 52/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσδιορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των συστατικών τους. Ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και αγρός ποτιστικός, έκτασης 4.462 τ.μ., ο οποίος εμφανιζόταν στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό … και στον κτηματολογικό πίνακα του αναδασμού ..., που κυρώθηκε με την 672/20-1-1987 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, με αριθμό 527.
Ότι οι τρεις πρώτες εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες με την από 28-3-2003 αίτηση τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης για την ως άνω ιδιοκτησία. Ότι κατά τη δίκη αυτή ο ίδιος άσκησε κυρία παρέμβαση και ζήτησε να αναγνωριστεί αυτός δικαιούχος της αποζημίωσης.
Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η 228/2003 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο απέσχε να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης. Ότι το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε αυτός το κατέχει από 9-6-1980, που η επιτροπή του αναδασμού του παρέδωσε τη νομή, έως την άσκηση της αγωγής και ότι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον έκτοτε ασκεί σ’ αυτό με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του.
Ότι το 1978 ο πατέρας του αγόρασε άτυπα από τη Φ. Τ. έναν αγρό έκτασης 4.500 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Γενομένου δε αναδασμού ο αγρός αυτός που είχε μεταβιβασθεί σ1 αυτόν ατύπως από τον πατέρα του συνεισφέρθηκε στον αναδασμό και αντικαταστάθηκε από τον επίδικο με αριθμό 527, τον οποίο η επιτροπή αναδασμού παρέδωσε σ1 αυτόν στις 9-6-1980.
Ότι ο τίτλος που εκδόθηκε το 1987 και μεταγράφηκε στις 26-5-1988 εκδόθηκε στο όνομα του θείου του Δ. Μ., πατέρα των τριών πρώτων εναγομένων, τον οποίον κληρονόμησαν οι ως άνω εναγόμενες και ότι αυτές και ο πατέρας τους ουδέποτε κατείχαν τον επίδικο αγρό. Επειδή δε κύριος αυτού είναι ο ίδιος ζητεί να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε με την 52/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τον ως άνω αγρό.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των τριών πρώτων εναγομένων- αναιρεσιβλήτων, ως αξιούντων δικαίωμα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, είναι μη νόμιμη, διότι από τη μεταγραφή του ως άνω παραχωρητηρίου αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτού με απόφαση του οικείου Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν αποκτηθεί νομίμως ή παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή τους.
Στην περίπτωση που αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση καθένας που αξιώνει δικαίωμα επί ακινήτου, που έχει υπαχθεί στον αναδασμό, δικαιούται μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δε δικαιούται να διεκδικήσει το κτήμα από αυτόν. Σύμφωνα με όσα ιστορούνται στην αγωγή κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης (8-8-2002) είχε παρέλθει τριετία από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου που αφορούσε το επίδικο ακίνητο και ο ενάγων δε δικαιούται να διεκδικήσει αυτό από τους κληρονόμους εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο, διότι στην ουσία με το να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε γι αυτό, διεκδικεί δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού, το οποίο δε δικαιούται.
Το μόνο που δικαιούται να ζητήσει είναι αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 674/1977 και όχι αποζημίωση κατά το Ν. 2282/2001. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, δεν παραβίασε αφενός με την εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις άρθρων 21 §§ 1 και 4, 22 και 33 §§ 1 και 2 του ν. 674/1977 και αφετέρου με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος. Τούτο γιατί μετά τη μεταγραφή του ως άνω (εκδοθέντος στο όνομα του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) τίτλου (παραχωρητηρίου) και την παρέλευση από τότε τριετίας δεν είναι δυνατή η διεκδίκηση του επίδικου κτήματος, όπως ορθώς έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε διαδρομών μετά τη μεταγραφή του πιο πάνω παραχωρητηρίου (26-5-1988) χρόνος νομής μέχρι της κατά το έτος 2002 εγέρσεως της ένδικης αγωγής υπολείπεται του απαιτουμένου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ 20ετούς για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ11/1996, ΑΠ 1592/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περιπ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε με διάνοια κυρίου από το έτος 1980, που η Επιτροπή Αναδασμού του παρέδωσε τη νομή, και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (2002).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό, τον οποίο μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς αναφέρει, πλην όμως τον απέρριψε εκ του πράγματος με την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης με την προπαρατεθείσα αιτιολογία.
Πέραν τούτου, σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι η νομή του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του ενάγοντος από το χρόνο μεταγραφής του παραχωρητηρίου (26-5-1988) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2002) δεν αρκεί, όπως προεκτέθηκε, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και, συνεπώς, δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2009 αίτηση του Ν. Μ. περί αναιρέσεως της 205/2009 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ