Legislator Case Law & Legislation
809/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for negative claims and lack of evidence of procedural error.

Case Number 809/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding employment compensation. The appellant failed to appear and raised arguments that the lower court relied on unsubstantiated claims and ignored specific documents. The court ruled these were merely negative assertions rather than admissible facts and confirmed the appellate court properly weighed all evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; Articles 559(11)(c) and 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on negative assertions of the plaintiff or a lack of proof for the lower court's findings is inadmissible and unfounded.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal negative assertions burden of proof procedural error Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of the Constitution
Article 288 of the Civil Code
Article 141 of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 809/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Χ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ" (ΤΟSOH HELLAS ABE), που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33993/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3003/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 4/2/2008 αίτησή της και τους από 11/11/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 748/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3003/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 90/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/3/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 29/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη 10759β'/9-1-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την οικεία πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

1. Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ.1 του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι εκείνος που χρησιμοποιεί επ' αμοιβή πλείονα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθή ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Βάσει της αρχής αυτής, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.

Οι οικειοθελείς παροχές μπορούν να διακοπούν οποτεδήποτε από τον εργοδότη αν αυτός επιφύλαξε ρητώς το δικαίωμα ανακλήσεώς τους. Η αρχή δε αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργοδότης προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους μισθωτούς για λόγους ανεξάρτητους από το είδος της εργασίας τους αλλά σχετιζόμενους με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.

η απομάκρυνση ή αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως, οπότε αν οι ίδιες περιστάσεις συντρέχουν και για άλλους εργαζομένους, ο εργοδότης βάσει της αρχής αυτής οφείλει να επεκτείνει την εν λόγω οικειοθελή παροχή και σ'αυτούς. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο εργοδότης χωρίς να έχει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωση καταβάλλει οικειοθελώς στους εργαζομένους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, λόγω του ότι συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις να λάβουν σύνταξη γήρατος, ολόκληρη την από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως και όχι τη μειωμένη που ορίζεται από το άρθρο 8 εδ.

β'του ν. 3198/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 (ΑΠ 793/2008). Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρθρ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153).

Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ.19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη διατηρεί στη βιομηχανική περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρολογικού διοξειδίου του μαγγανίου. Στις 7-11-1977 προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να τον απασχολήσει ως βοηθό ηλεκτροσυγκολλητή αντί του νόμιμου μισθού.

Από τότε ο ενάγων προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη αρχικά με την πιο πάνω ειδικότητά του και στη συνέχεια, από το έτος 1978 που απέκτησε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξεως, ως ηλεκτροσυγκολλητής, ενώ από το έτος 1983 εκτελούσε τα καθήκοντα του ομαδάρχη παραγωγής - ηλεκτροσυγκολλητή. Με την ειδικότητα αυτή εργάσθηκε μέχρι την 29.11.2002, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, επειδή είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη συντάξεως γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα (δηλ.

το ΙΚΑ), κατέβαλε δε σ' αυτόν ως αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ.2 ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της προβλεπομένης από το ν. 2112/1920, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, αποζημιώσεως, και δη ποσό 14.002,93 ευρώ. Τους εργαζομένους στην επιχείρηση της εναγομένης εκπροσωπεί το "Σωματείο Εργαζομένων ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ", το οποίο υπογράφει με τη διοίκηση της εναγομένης μετά από διαπραγματεύσεις ειδική σύμβαση εργασίας ή εργοστασιακή σύμβαση εργασίας που δεσμεύει την εναγομένη και τους εργαζομένους σ' αυτήν που είναι μέλη του σωματείου.

Σε καμία από αυτές τις ειδικές συμβάσεις εργασίας δεν περιλαμβάνεται όρος σύμφωνα με τον οποίο η εναγομένη θα καταβάλει το 100% της αποζημίωσης σε περίπτωση συνταξιοδότησης των εργαζομένων της. Παρά ταύτα κατά το έτος 1990 συμφωνήθηκε άτυπα μεταξύ του άνω σωματείου και του Ι. Β., διευθυντή διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης από το έτος 1980 και μέλους του διοικητικού της συμβουλίου, ότι σε όσους θα αποχωρούσαν από την επιχείρηση λόγω συμπλήρωσης των όρων συνταξιοδότησής τους ή θα απομακρύνονταν από την εργασία τους, η εναγομένη θα κατέβαλε πλήρη αποζημίωση (100%) κι όχι τη μειωμένη που προβλέπεται από το νόμο (40% ή 50%).

Η συμφωνία αυτή ήταν άτυπη και έγινε στα πλαίσια της εξυγίανσης της εναγομένης που την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων ήταν αναγκαία η μείωση του προσωπικού της που ανέρχονταν τότε σε 160 άτομα περίπου. Η παραπάνω όμως συμφωνία δεν ήταν έγκυρη και συνεπώς δεσμευτική για την εναγομένη, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης της τελευταίας, καθόσον δεν είχε ανατεθεί νομίμως με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης η εκπροσώπησή της στο συγκεκριμένο ζήτημα από τον Ι.

Β., όπως ήδη κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, που ως προς το σημείο αυτό έγινε αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς την εν λόγω κύρια βάση της αγωγής. Παρά την ακυρότητα της άνω συμφωνίας η εναγομένη μέχρι και τα τέλη του έτους 1997 κατέβαλε στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης το σύνολο της αποζημίωσής τους.

Η παροχή αυτή που δόθηκε κατά τα άνω έτη μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνον ως μονομερής οικειοθελής παροχή, την οποία όμως δεν αποφάσισε νομίμως το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας ή άλλο πρόσωπο, μέλος του ΔΣ ή τρίτο, στο οποίο ανατέθηκε νομίμως η οργανική εκπροσώπηση αυτής. Η παροχή αυτή δόθηκε στα πλαίσια της άνω άκυρης συμφωνίας, από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε η λήψη απόφασης για τη χορήγηση τέτοιας οικειοθελούς παροχής από το Διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ή από άλλο πρόσωπο, μέλος του ΔΣ ή τρίτο στο οποίο ανατέθηκε νομίμως η οργανική εκπροσώπηση αυτής, ώστε να δεσμεύεται η εναγομένη.

Ως εκ τούτου νομίμως έπαυσε αυτή από την 1.1.1998 την καταβολή της άνω παροχής. Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω οικειοθελής παροχή δεν ήταν αόριστης διάρκειας αλλά περιορισμένης, αφού έγινε προς το σκοπό οικονομικής εξυγίανσης της εναγομένης, και ήταν ελεύθερα ανακλητή από την τελευταία μετά την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έγινε, όπως αυτό προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι παρά την πίεση του σωματείου των εργαζομένων, ακόμη και με απεργιακή κινητοποίηση, δεν τέθηκε όρος καταβολής πλήρους αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης εργαζομένων λόγω συνταξιοδότησης σε καμία από τις ειδικές συμβάσεις εργασίας από το έτος 1989 και μέχρι σήμερα, όσο και από το ότι η εναγομένη με ανακοινώσεις της προς το σωματείο των εργαζομένων έκανε γνωστό ότι η διαφορετική θέση της, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, στο θέμα της αποζημίωσης ήταν προσωρινή και περιστασιακή και δεν είχε την έννοια της διαρκούς παροχής.

Γι' αυτό μάλιστα το λόγο το σωματείο των εργαζομένων προέβη στα τέλη του έτους 1997 και αρχές του έτους 1998 σε απεργιακές κινητοποιήσεις για να αναλάβει η εναγομένη συμβατική δέσμευση κατά την κατάρτιση της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Καταλήγοντας το Εφετείο έκρινε ότι ενόψει των ανωτέρω δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε βάρος του ενάγοντος, αφού δεν ελήφθη ποτέ έγκυρη απόφαση για χορήγηση της εν λόγω οικειοθελούς παροχής και σε κάθε περίπτωση ήταν ελεύθερα ανακλητή και πράγματι ανακλήθηκε από την εναγόμενη περί τα τέλη του 1997, σε τρόπο ώστε να μη δικαιούται ο ενάγων, που αποχώρησε από την εργασία του στις 29-11-2002, το σύνολο της αποζημίωσης.

Μετά ταύτα το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της Ε.Ε.

και επιπλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή στην ένδικη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι κατέστησε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων.

Ειδικότερα δέχτηκε το Εφετείο ότι δεν είχε ληφθεί έγκυρη απόφαση για τη χορήγησή της στους εργαζομένους της και σε κάθε περίπτωση ήταν ελευθέρως ανακλητή η ως άνω οικειοθελής παροχή. Επομένως, οι αντίθετοι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη: ότι ο Ι. Β. ... ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατάρτιζε διάφορες συμφωνίες με το εργοστασιακό τους σωματείο ...

τις οποίες τηρούσε αδιάλειπτα και συνεχώς, μεταξύ δε άλλων και την επίδικη συμφωνία δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό στον ενάγοντα, όπως και σε όλους τους εργαζομένους σε αυτήν αλλά και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου, την εύλογη εντύπωση ότι νόμιμα εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη για τη σύναψη ... .της επίδικης συμφωνίας ...".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά τα προαναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί, ότι 1) το έτος 1990 η αναιρεσίβλητη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που καθιστούσαν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού της, 2) το 1990 συνήφθηκε συμφωνία μεταξύ σωματείου και Ι.Βακαδάρη η οποία είχε ορισμένη διάρκεια, 3) η συμφωνία αυτή και η σχετική καταβαλλόμενη παροχή ήταν ελεύθερα ανακλητές από την εναγόμενη, 4) παρά τη πίεση του σωματείου ακόμη και με απεργιακές κινητοποιήσεις δεν ετέθη ο όρος στην Ε.Σ.Σ.Ε.

και 5) με ανακοινώσεις προς το σωματείο έκανε γνωστό ότι η διαφορετική θέση της στο θέμα της αποζημίωσης δεν είχε την έννοια της διαρκούς παροχής αλλά ίσως προσωρινής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά είναι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τα οποία αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε χωρίς καμία απόδειξη τους εν λόγω "ισχυρισμούς" είναι απαράδεκτος, αφού αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια. 3.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα, την νομίμως ληφθείσα 6235/2007 ένορκη βεβαίωση ... και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα, ήτοι: 1) τα αναφερόμενα πρακτικά ενώπιον του ΜΠΔ, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Β. ... 2) τις ΕΣΣΕ των ετών 1993, 1994 και 1995, 3) την από 29-6-1995 ανακοίνωση της αναιρεσίβλητης προς τους εργαζόμενους, 4) τα από 17-5-1996 και 20-5-1996 έγγραφα της αναιρεσίβλητης προς το σωματείο, 5) τον πίνακα αποχώρησης εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, 6) την από 15-12-1997 ανακοίνωση της τελευταίας προς τους εργαζομένους της.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση της παραμόρφωσης των παραπάνω εγγράφων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως και ο αναιρεσείων εκθέτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω ένδικη κρίση του από την συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων.

Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2011 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της 90/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ