Legislator Case Law & Legislation
809/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply contract interpretation rules regarding tax exemptions.

Case Number 809/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a severance pay agreement. The appellant argued that the lower court erred by failing to apply specific civil code rules to interpret the term 'legal burdens' in the contract. The court found that the lower court ignored mandatory interpretative rules required to determine the parties' true intent, specifically regarding whether income tax constituted a legal burden exempted from the agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The lower court must apply mandatory interpretative rules to ascertain the true intent of parties when contract terms are ambiguous, and failure to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
contract interpretation rules true intent of parties legal burdens definition severance pay tax civil code articles 173 appeal grounds ambiguous contract terms

Cited Legislation

AI generated
Article 12 paragraph 1 of Law 2336/1998
Article 9 paragraph 4 of Law 2837/2000
Article 2 paragraph 1 of Law 3270/2004
Article 13 paragraph 1 of Law 2636/1998
Article 10 paragraph 5 of Law 2837/2000
Article 14 paragraph 1 of Law 2238/1994
Article 3 paragraphs 8 and 9 of Law 3091/2002
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάσθηκε εκ νέου η εταιρεία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαργετίνα Στεφανάτου .

Της αναιρεσίβλητης - καθ'ης η κλήση : Π. Ε.-Τ. του Μ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γερογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1238/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5238/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2007 αίτησή της που προσδιορίστηκε για να δικασθεί στις 23-3-2010 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2010 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11-03-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".

Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".

Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.

β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 το ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.

ΑΕ", Καζίνο -Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...".

Με την παράγραφο 7 περ. β' δε του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το παραπάνω προσωπικό", μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.

Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας" ...

αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από τους εργαζόμενους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.

ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31.5.2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 26.3.1982 από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού ως τεχνικός παιγνίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε στην επιχείρηση Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας η διοίκηση και διαχείριση ανήκε στον ως άνω Οργανισμό.

Ενόψει της ψηφίσεως του Ν. 3139/2003 υπεγράφη μεταξύ αφενός της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων με τις επωνυμίες "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και αφετέρου της εταιρείας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η από 28-3-2003 συμφωνία με την οποία ρυθμίζονται τα θέματα της κατοχύρωσης και διασφάλισης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας της αναιρεσείουσας.

Με τη συμφωνία αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν και τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν τη μεταφορά τους στην "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφισμα σχεδίου νόμου αλλά την εθελούσια αποχώρησή τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρεία", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, το οποίο προτείνει η "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." με τη συμφωνία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους σε αυτή όρους.

Με τον όρο 3γ της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν επί λέξει τα εξής: Ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955 και ως βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του 12μήνου πριν από την υποβολή της αίτησης.

Η αποζημίωση αυτή μειώνεται κατά 5% μετά το πρώτο εξάμηνο, για κάθε εξάμηνο παραμονής του εργαζομένου στην εργασία του, μετά την υποβολή της αίτησής του και καταβάλλεται κατά την αποχώρησή του. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέρα αυτής".

Κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας, η αναιρεσίβλητη, που όπως προαναφέρθηκε εργαζόταν στο Καζίνο Πάρνηθας, με αίτηση - δήλωση συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την αυτοδίκαιη μεταφορά της στην "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε." και ζητούσε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου της αναιρεσείουσας, η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή από την τελευταία και η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία της την 11-11-2003.

Έτσι η αναιρεσίβλητη εκδήλωσε σαφώς την πρόθεσή της να αποχωρήσει από την εργασία της λαμβάνοντας ως αποζημίωση τις παροχές που προβλέπονται από την παραπάνω συμφωνία, η δε αναιρεσείουσα με την κατά τα άνω αποδοχή της εν λόγω αίτησης της εργαζομένης έδωσε τη συγκατάθεσή της για την αποχώρηση αυτή που εκδηλώθηκε σαφώς με την από 11-11-2003 δήλωσή της.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι εν προκειμένω υπόχρεος σε καταβολή της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτής από την εργασία της, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σε αυτήν, και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" και συνεπώς, όπως αυτονοήτως συνάγεται, η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται παθητικά στην προκείμενη υπόθεση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας (περί ελλείψεως παθητικής αυτής νομιμοποιήσεως), δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον η αναιρεσίβλητη υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 30-4-2003), αίτηση εντάξεώς της στο ως άνω πρόγραμμα της "Ε.Τ.Α.

ΑΕ", περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία, η οποία (αίτηση) περιείχε και δήλωση παραμονής της σε αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δεν μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Επομένως, ο ερειδόμενος αληθώς μόνο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3139/2003, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (όπως και της αορίστως αναφερόμενης Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ - "περί προστασίας εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις"), είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη δεν μεταφέρθηκε στο προσωπικό της διαδόχου επιχειρήσεως "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".

Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσί8ας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 26-3-1982 από το Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και απασχολήθηκε ως τεχνικός παιγνίων στην επιχείρηση Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας η διοίκηση και διαχείριση ανήκε στον ως άνω Οργανισμό και στη συνέχεια στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία αρχικά ιδρύθηκε με το αρθρ. 12 του Ν. 2636/1998 με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως με το αρθρ. 9 § 4 του Ν. 2837/2000 μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το αρθρ. 2 § 1 του Ν. 3270/2004 σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".

Στην εταιρεία αυτή σύμφωνα με το αρθρ. 1 § 1 του Ν. 3139/ 2003 χορηγήθηκε αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (30-4-2003) η άδεια λειτουργίας Καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Στο αρθρ. 4 § 6 του ίδιου νόμου 3139/2003 ορίσθηκε ότι με την ανάληψη της διοίκησης -διαχείρισης και εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", όλο το προσωπικό που εργάζεται τις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζομένους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την αναιρεσείουσα ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτή.

Στην παράγραφο 7 εδ. β' του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι το προσωπικό μπορεί μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παρ. 1 του αρθρ. 10 του Ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελούσιας αποχώρησης από την εργασία του και σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας, με την πρόσθετη μνεία ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".

Ακόμη, με τον 3 όρο της από 28-3-2003 έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" αφενός και της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και της συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" αφετέρου και της εκ τρίτου συμβληθείσας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενόψει της ανάληψης της διοίκησης, διαχείρισης, και εκμετάλλευσης της επιχειρηματικής μονάδας Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας από την τελευταία εταιρεία και του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου "Ρυθμίσεις για τα καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και άλλες διατάξεις" (ήδη Ν. 3139/2003), συμφωνήθηκε ότι "Οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην ΕΚΠ α.ε.

σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση Σχεδίου Νόμου "Ρυθμίσεις για τα καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και άλλες διατάξεις", αλλά την εθελούσια αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την ΕΤΑ Α.Ε., υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υπογραφή της παρούσας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου, το οποίο πρότεινε η ΕΤΑ ΑΕ., με την παρούσα και διέπεται υπό τους πιο κάτω όρους:

α) Δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί την παραμονή του στην ΕΤΑ ΑΕ ... γ) Ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/55 και ως βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του 12μήνου πριν την υποβολή της αίτησης...

Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Κάνοντας χρήση του προαναφερόμενου προγράμματος εθελουσίας αποχώρησης των εργαζομένων η αναιρεσίβλητη υπέβαλε σχετική αίτηση προς την αναιρεσείουσα, η οποία εγκρίθηκε και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της την 11-11-2003.

Η αναιρεσείουσα, αφού υπολόγισε την αποζημίωση στο ποσό των 119.403,01 ευρώ, παρακράτησε από αυτήν τον αναλογούντα φόρο από 19.880,60 ευρώ και της κατέβαλε το υπόλοιπο. Ειδικότερα, το Εφετείο εκθέτει ότι κατά τον 3° όρο της από 28-3-2003 έγγραφης συμφωνίας όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920, που ορίσθηκε να είναι διπλάσια της νόμιμης αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.

Ενόψει του ότι α) η εισφορά από 10% επί του φόρου της αποζημίωσης υπέρ Ο.Γ.Α. έχει καταργηθεί από 7-9-1984 με τον Ν. 1473/1984, β) τα τέλη χαρτοσήμου από 1% επί του ποσού της αποζημίωσης προσαυξανόμενο κατά 0,20% υπέρ Ο.Γ.Α., Τ.Ε.Β.Ε. και Τ.Α.Ε. καταργήθηκαν από 1-1-2002 με το άρθρο 2 εδάφ. α' της από 21-12-2001 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, γ) η αποζημίωση του Ν. 2112/1920 δεν αποτελεί μισθό ώστε να υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α.

ή άλλων Οργανισμών και δ) η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται καμία ειδικότερη κράτηση και το ποσοστό της, την οποία να μην υπολόγισε ως νόμιμη επιβάρυνση, πέραν του φόρου που αναλογούσε στην αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, αρκούμενη στη γενική διατύπωση ότι οι νόμιμες επιβαρύνσεις "αφορούν τέλη, χαρτόσημα, κρατήσεις, επικουρικά ταμεία κ.λ.π.", η φορολόγηση της αποζημίωσης, κατ1 άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2238/1994, όπως το δεύτερο και το τέταρτο εδάφιο αυτής αντικατ.

με άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του Ν. 3091/2002, συνιστά πλέον τη μοναδική νόμιμη επιβάρυνση επί της αποζημίωσης και γι' αυτό το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι με την πιο πάνω συμφωνία στην έννοια των νομίμων επιβαρύνσεων περιλαμβανόταν, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ο φόρος που αναλογεί στην αποζημίωση της αναιρεσίβλητης αφού διαφορετικά λόγω της μη ύπαρξης άλλων επιβαρύνσεων, δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει σχετική μνεία και συμφωνία για νόμιμες επιβαρύνσεις και επομένως η προβλεπόμενη αποζημίωση έπρεπε να καταβληθεί σε αυτήν χωρίς την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου και ο οποίος θα υπολογιζόταν πέραν από αυτήν.

Από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει ότι εμμέσως πλην σαφώς διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ότι δηλαδή αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στις διατάξεις του αρθρ. 14 του Ν. 2238/1994 και στο ότι η αποζημίωση απολύσεως δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές ούτε επιβαρύνεται με τέλος χαρτοσήμου, αφού αυτό είχε καταργηθεί κατά τον χρόνο της συμφωνίας.

Ενώ όμως ενόψει αυτών το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", δεν προσέφυγε σε αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκαμε χρήση αυτών.

Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ). Ακόμη, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5238/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ