Supreme Court annulled labor dispute judgment for favoring employees over collective agreement terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment regarding labor compensation, ruling that individual employment contracts must prevail over collective agreements if they offer better terms to employees. The court found the lower court selectively compared only one benefit from the collective agreement while ignoring more favorable provisions in the individual contract. Consequently, the court ordered the employer to refund the amount already paid and cover the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 para. 1 of Law 3239/1955; Art. 7 para. 2 of Law 1876/1990; Art. 680 of the Civil Code: The principle of favoring employees dictates that more favorable terms in individual employment contracts override less favorable terms in collective agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 809 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αθανάσιο Μητρούση.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Προκόπιο Εξαρχάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1053/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2949/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 23-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" που ίσχυσε μέχρις 8-5-1990, όταν άρχισε η ισχύς του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (βλ.
και άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, όσον αφορά τη σχέση ΣΣΕ και νόμων). Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων. Για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντος της εργασιακής σχέσης και ατομικής συμβάσεως και γενικότερα κατά τη συσχέτιση των διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού, εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης, δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όρων των πηγών αυτών ως προς την ενότητα των αποδοχών.
Ειδικά όσον αφορά τη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εργαζόμενος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών και αμειβόμενος με βάσει τις από 27-7- 1993 και 20-6-1996 ΣΣΕ, που καταρτίστηκαν μεταξύ της αναιρεσείουσας και της Ένωσης Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΧΠΑ), δικαιούται το προβλεπόμενο από το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το επίδομα αυτό για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1998.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, αφού μολονότι συνέτρεχε συρροή των προαναφερομένων ΣΣΕ (η δεύτερη από τις οποίες με έναρξη ισχύος από 1-7-1996 προέβλεπε επίδομα γάμου ποσοστού 5%) με την ΕΓΣΣΕ του έτους 1989, κατέληξε στο παραπάνω συμπέρασμα, χωρίς να προβεί σε σύγκριση των αντιστοίχων αποδοχών κατά ενότητες, αλλά προέβη σε επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών που προβλέπονταν από την ΕΓΣΣΕ, ήτοι του επιδόματος 10%, την οποία έτσι έκρινε ως ευνοϊκότερη λαμβάνοντας υπόψη μόνο το στοιχείο αυτό.
Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολ.Δ..
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, διατάσσεται με την αναιρετική απόφαση ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που περιέχεται στις από 22-1-2007 προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε την αυτή χρονολογία, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση από αυτόν της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την πιο πάνω αναιρούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παραδεκτώς υποβλήθηκε και πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, διότι από την προσκομιζόμενη με επίκληση εξοφλητική απόδειξη (από 15-9-2005 ένταλμα πληρωμής με επιταγή) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 6.755,5 ευρώ που αντιστοιχεί στο επιδικασθέν με την υπ' αριθμ, 1053/ 2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κεφάλαιο και αναλογούντες μέχρι την εξόφληση τόκους, γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητεί ο τελευταίος, το οποίο και πρέπει να επιστρέψει αυτός στην αναιρεσείουσα, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο κατά παραδοχή του άνω αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, ως κατ' ουσίαν βάσιμης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2949/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή.
Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων πενήντα πέντε, πέντε (6.755,5) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ