Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations grounds for specific claims while dismissing others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute with DEME. The plaintiff argued that certain claims were time-barred under the five-year limitation period for torts, while others were not subject to such bars. The court distinguished between claims based on breach of contract and those based on tort, ruling that the five-year limitation applied only to the latter.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 298, 914, 937 para. 1 and 249 of the Civil Code; The court held that the five-year limitation period for torts applies only to claims based on tortious acts, not to claims based on breach of contractual obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 809 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8965/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 15-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος και την απόρριψη του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εισηγήσεως αναφερόμενα. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 247 του ΑΚ, η παραγραφή χωρεί επί αξιώσεων και συνεπώς η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν επιδιώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή.
Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει τέτοιου είδους αγωγή, λείπει πλέον το για την άσκηση αυτής έννομο συμφέρον και έτσι αυτή καθίσταται απορριπτέα εξαιτίας του λόγου τούτου (ΑΠ 275/1983). Περαιτέρω, το προσωπικό της ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της, που διαλαμβάνεται στην από 4-10-1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ΄ αριθ. 2842/442/1973 της 24/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄1274) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικώς με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, διακρίνεται δε τακτικό και έκτακτο.
΄Εκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 του Κανονισμού να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από γνώμη του Πρωτοβάθμίου Συμβουλίου Κρίσεως.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού, το τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια Α΄, Β΄, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 και η κατάταξη αυτή αποτελεί αποκλειστικώς μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού, η οποία δεν παρέχει στο ίδιο δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.
Περαιτέρω, το τακτικό προσωπικό της, με βάση το άρθρο 4 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ανωτέρω Κανονισμού, κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορεί επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως.
Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού και ορίζονται σε κλάδους : α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β) τεχνικών (Τ), γ) διοικητικό - οικονομικών (Δ-Ο), δ) δικηγόρων (Ν), ε) υγειονομικών (Υ) και στ) μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ). Ο κλάδος διοικητικοοικονομικού προσωπικού περιλαμβάνει δύο κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες Δ)1 και ΔΟ2 .
Στην κατηγορια Δ) 2 (λοιπών, μη πτυχιούχων, διοικητικο-οικονομικών) εντάσσονται είτε υπάλληλοι που έχουν ενδιεκτική Γ΄ τάξεως εξατάξιας σχολής μέσης εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής και εξελίσσονται στη βαθμίδα ε΄, στην οποία αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 8, 9,, 10, 11 και 12 με εισαγωγικό το τελευταίο, είτε υπάλληλοι που έχουν απολυτήριο εξατάξιας σχολής μέσης εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής σε συνδυασμό ενδεχομένως με πρόσθετο απαιτούμενο για την άσκηση της οικείας ειδικότητας προσόν και εξελίσσονται σε πέντε βαθμίδες (από την ε΄ μέχρι την καταληκτική α΄), στις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 με εισαγωγικό το τελευταίο.
Ο κλάδος μισθωτών γενικών υπηρεσιών περιλαμβάνει πέντε κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες ΓΥ1 έως ΓΥ5. Στην κατηγορία ΓΥ5- εργάτες (εν γένει) εντάσσονται πρόσωπα που έχουν απολυτήριο εξαταξίου δημοτικού σχολείου σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με απαιτούμενη συναφή προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία και εξελίσσονται σε δύο βαθμίδες (από τη β΄ μέχρι την καταληκτική α΄).
Στη βαθμίδα β΄ αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 10, 11, 12 και 13, με εισαγωγικό το τελευταίο και στη βαθμίδα α΄ αντιστοιχεί το μισθολογικό κλιμάκιο 9. Με το άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν προτάσεως της Ιεραρχίας, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης (Δ.Ε.Η.
Α.Ε.) και ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της αποφασίσει για ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως.
Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 227/1990) έγινε ανακλιμάκωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της αναιρεσίβλητης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει ότι η το πρώτον ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και, συνακολούθως, ούτε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί της εντάξεως αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως προσλήψεως του εντασσόμενου στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ) και κατατάξεώς του στους οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι εκ των προτέρων από τον κανονισμό δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, με βάση τα τυπικά προσόντα του.
Συνεπώς, το δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί στην, κατά τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ και με βάση τον τίτλο σπουδών του, κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Εντεύθεν, λοιπόν, θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς ένταξη του έκτακτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον εν λόγω Κανονισμό, και συνεπώς η μη εκπλήρωση από την αναιρεσίβλητη (ΔΕΗ) της υποχρέωσής της αυτής, είτε με τη μη ένταξη, είτε με ένταξη σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη στην οποία δικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως (βλ.
σχ. ΑΠ 815/2006). Εξάλλου, από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις καθώς και τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε΄ και ιδίως του άρθρου 22 της ως άνω από 4-10-1973 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας προκύπτει ότι κατά τις μισθολογικές προαγωγές, καθώς και κατά τις προαγωγές σε ανώτερη βαθμίδα των μισθωτών - υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ναι μεν υφίσταται υποχρέωση της τελευταίας, εφόσον συντρέχουν οι προς προαγωγή απαιτούμενες προϋποθέσεις, να προβεί δια των αρμοδίων οργάνων της και κατά την καθοριζόμενη διαδικασία στη μισθολογική προαγωγή των μισθωτών υπαλλήλων της ή στην προαγωγή των υπαλλήλων αυτών σε ανώτερη βαθμίδα, υποχρέωση η οποία πηγάζει από την υφιστάμενη μεταξύ αυτής και των μισθωτών της ατομική σύμβαση εργασίας και τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της, ο οποίος, έχοντας ισχύ νόμου, συμπληρώνει την εν λόγω ατομική σύμβαση πλην όμως κατά τις προαναφερόμενες προαγωγές των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ασκείται συγχρόνως δικαίωμα κατά την ελεύθερη κρίση των πιο πάνω οργάνων προς πραγματοποίηση των προαγωγών αυτών.
΄Ετσι επί παραλείψεως υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ ΑΕ) από την προαγωγή του (μισθολογική ή σε ανώτερη βαθμίδα) υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ (πρβλ. Ολ. Απ 897/1985, ΑΠ 462/2005, 154/2003), η από την οποία απαίτήση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ.
Ειδικότερα, στην πενταετή αυτήν παραγραφή, που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, υπόκειται κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή του από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράλειψη του υπαλλήλου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν προς προαγωγή αξίωση από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και μόνον οι υπόλοιπες, δηλαδή εκείνες που έχουν ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ (βλ.
σχ. Ολ. Απ 897/1985, ΑΠ 719/1983, 462/2005, 154/2003). Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 937 του ΑΚ, που ορίζει ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανόμενης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη, από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (Ολ. ΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 3.9.1984 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους, ότι επαναπροσλήφθηκε με νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας (3.9.1985 μέχρι 2.9.1986), ότι στη συνέχεια ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας από 3.9.1986 μέχρι 2.9.1987 και από 3.9.1987 μέχρι 2.9.1988 με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 13.
Ότι περαιτέρω κατά την 1.4.1988, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης στην κατηγορία ΓΥ5 και στο 13ο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.). Ότι από την πρόσληψή της η αναιρεσίβλητη επιχείρηση, επειδή κατείχε απολυτήριο Λυκείου, απασχόλησε αυτή μόνιμα ως δακτυλογράφο και ότι μετά από αίτησή της τελικά μετέταξε αυτήν από 1.2.1989 στην κατηγορία ΔΟ2/Γ και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, χωρίς να αναγνωρίσει την προηγούμενη πραγματική εργασία της ως δακτυλογράφου από την 3.9.1984, και ότι τόσο η ένταξή της στην κατηγορία ΓΥ5, όσο και η μετάταξή της όχι από την πρόσληψή της, αλλά από 1.2.1989 στην Κατηγορία ΔΟ2/Γ Δακτυλογράφων, είναι παράνομη, αντικείμενη στο άρθρο 281 Α.Κ..
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με την προαναφερόμενη αγωγή της α) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να την προσλάβει με αποδοχές που αντιστοιχούν στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της κατηγορίας Δ02- και όχι στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 της κατηγορίας ΓΥ5, και β) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να την προαγάγει: 1) μετά την πάροδο της πρώτης τριετίας, δηλαδή την 3.9.1987 στο μισθολογικό κλιμάκιο 11, 2) μετά την πάροδο της δεύτερης τριετίας την 3.9.1980 στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, 3) 1.10.1991 στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 (κατά την 28.2.1990 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ), 4) μετά την πάροδο τρίτης τριετίας, δηλ.
την 3.9.1993 στο μισθολογικό κλιμάκιο 7 και 5) μετά την πάροδο της τέταρτης τριετίας στο μισθολογικό κλιμάκιο 6. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας απορρέουν από αδικοπραξία (παρανομία των οργάνων της αναιρεσίβλητης Δ. Ε. Η.) και ότι έτσι οι αξιώσεις αυτές υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ., η οποία έχει αρχίσει από 3.9.1984, οπότε η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ζημίας και της υποχρέου (αναιρεσίβλητης) σε αποζημίωση, ενόψει του ότι η ως άνω αδικοπραξία είχε διαπραχθεί και η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας ήταν αγώγιμη από τον παραπάνω χρόνο (3.9.1984), κατά το οποίο αυτή προσλήφθηκε στην αναιρεσίβλητη στην κατηγορία ΓΥ5 και με μισθολογικό κλιμάκιο 13.
Επομένως, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα από την πρόσληψη της (3.9.1984) έλαβε γνώση της παρανομίας (μη πρόσληψη στην κατηγορία ΔΟ2/και στο Μ.Κ. 12), όπως επίσης της ζημίας που υφίσταται από αυτόν το λόγο (καθυστέρηση στη μισθολογική και προαγωγική της εξέλιξη, είσπραξη χαμηλότερων από τις δικαιούμενες αποδοχές), καθώς και του υποχρέου σε αποζημίωση (αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Η.), κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, δηλαδή την 30.12.1998, οπότε έγινε η σχετική επίδοση αυτής, είχε ήδη συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή.
Ενώ, επειδή πρόκειται για αδικοπραξία που τελέστηκε στις 3.9.1984, από τότε άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες συνέπειες που εξακολούθησαν και στο μέλλον, από δε τις μεταγενέστερες προς προαγωγή στο ορθό Μ.Κ. παραλείψεις δεν γεννιέται νέα κάθε φορά αξίωση, με συνέπεια η αγωγή της αναιρεσείουσας, ως αναγνωριστική να ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού η αξίωση την οποία αυτή πρόκειται να προπαρασκευάσει έχει ήδη παραγραφεί.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε κατ΄ ουσίαν την αντέφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθ. 1947/20000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως και εξαφάνισε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της με το οποίο είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δε, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε την αγωγή και κατά το πιο πάνω μέρος της, διότι ως αναγνωριστική, είχε ασκηθεί χωρίς έννομο συμφέρον, επειδή οι αξιώσεις τις οποίες επρόκειτο να προπαρασκευάσει είχαν ήδη παραγραφεί.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : α) Με το να δεχτεί ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας για το ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε, ενόψει των ουσιαστικών προσόντων της και την πράγματι από αυτήν παρεχόμενη εργασία της να την προσλάβει με αποδοχές που αντιστοιχούν στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της κατηγορίας ΔΟ2 και όχι στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 της κατηγορίας ΓΥ5 και στη συνέχεια μέχρι και την ένταξή της (κατά την 1-4-1988) στο τακτικό προσωπικό της να της τοποθετήσει στα αναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια είχε υποπέσει, ως αξίωση από αδικοπραξία, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, παραβίασε τόσο τις διατάξεις των άρθρων 281, 289, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ (με το να εφαρμόσει αυτές), όσο και τη διάταξη του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι "εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια" (με το να μην την εφαρμόσει).
Και αυτό γιατί οι αξιώσεις αυτές, σύμφωνα με τα παραπάνω, στηρίζονταν, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, όχι σε αδικοπραξία, αλλά σε αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης. Και β) με το να δεχτεί ότι οι λοιπές ως άνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας που στηρίζονταν σε μη μισθολογικές προαγωγές της κατά τον από την ένταξη αυτής (1-4-1988) και εφεξής χρόνο είχαν υποπέσει, ως αξιώσεις από αδικοπραξία, στην ως άνω πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, δεν παραβίασε την τελευταία διάταξη, καθώς και εκείνες των άρθρων 281, 298, 914 και 249 του ΑΚ.
Και τούτο γιατί οι αξιώσεις αυτές, προερχόμενες από παράλειψη της αναιρεσείουσας από μισθολογικές προαγωγές, σύμφωνα με τα παραπάνω, στηρίζονταν, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αποκλειστικά και μόνο σε αδικοπραξία και, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφότου η αναιρεσείουσα έμαθε τη ζημία και την υπόχρεο ( αναιρεσίβλητη) σε αποζημίωση μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ενώ η ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων ήταν έκτοτε και δικαστικώς επιδιώξιμη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά μεν το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281, 298, 914, 937 παρ. 1 και 249 του ΑΚ, αναφορικά με τις αξιώσεις που αναφέρονται πιο πάνω στο στοιχείο α΄, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, κατά δε το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ίδιων ουσιαστικών διατάξεων, αναφορικά με τις αξιώσεις που αναφέρονται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον ως άνω λόγο αναιρέσεως καθόσον αυτός κρίθηκε βάσιμος, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά τις αξιώσεις που αναφέρονται παραπάνω υπό το στοιχείο α΄. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος, κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθεμιάς διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 8965/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ