Legislator Case Law & Legislation
809/2006 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for contradictory reasoning on employer's unjust enrichment liability under invalid employment contracts.

Case Number 809/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of First Instance's decision due to contradictory reasoning regarding the employer's liability for unjust enrichment. While the lower court acknowledged the employment contracts were void, it inconsistently accepted specific family benefit agreements as valid while rejecting the overall contract validity. The Court ruled that the lower court failed to properly apply Article 904 of the Civil Code, which requires employers to pay wages as if the contract were valid, excluding personal status benefits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; The employer is obligated to pay the remuneration that would have been paid under a valid contract, excluding benefits related to personal status, and the lower court's decision is void if its reasoning contradicts itself regarding the validity of specific benefit agreements within an invalid contract.

Keywords

AI generated
unjust enrichment invalid employment contract employer liability contradictory reasoning Civil Code Article 904 wage payment personal status benefits

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 and 908 of the Civil Code
Article 33 paragraph 1 of Law 2937/2001
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 760/2003
Case 4/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Αθανάσιο Θεμέλη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη) και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛΚΕΠΑ", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Ρ., κατοίκου ..., 2) Χ. Θ., κατοίκου ... ..., 3) Α. Μ., κατοίκου ... και 4) Α. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 549/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4437/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζόμενου. Επομένως υποχρεούται να αποδώσει σε αυτόν την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής της συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, τέκνων και προϋπηρεσίας, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού (ΑΠ 760/2003, 4/1991).

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει συμβάσεων μισθώσεως εργασίας, αόριστης διάρκειας και ιδιωτικού δικαίου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες προσελήφθησαν, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, ως υπάλληλοι, από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) στη δικονομική θέση του οποίου, ως ειδικός διάδοχός του σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2937/27-6-2001, υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο - χωρίς ωστόσο να τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του καταστατικού του, το οποίο εγκρίθηκε με το Β.Δ. 639/1963, αλλά και χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση του Δ.Σ.

αυτού, με αποτέλεσμα οι ένδικες αυτές συμβάσεις να είναι άκυρες. Με την ανωτέρω ιδιότητα απασχολήθηκαν, κατά τα αναφερόμενα για κάθε μία χρονικά διαστήματα με τις αντίστοιχες ειδικότητες, καθώς και την προσωπική εκάστης κατάσταση, κατά το νόμιμο ωράριο εργασίας του προσωπικού που απασχολείτο στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, ανελλιπώς κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, πραγματοποιώντας μάλιστα και πρόσθετη εργασία, υπερεργασία και (ιδιόρρυθμες και παράνομες) υπερωρίες.

Παρά ταύτα οι αναιρεσίβλητες αμείβονταν με αποδοχές κατώτερες τόσο από τις ελάχιστες, που καθορίζονται από τις οικείες Υ.Α. που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία του Α.Ν. 435/1968, όσο και από αυτές που προβλέπονταν από το ειδικό μισθολόγιο το οποίο θεσπίστηκε με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. αρχικά το έτος 1981 (και στη συνέχεια τροποποιήθηκε διαδοχικά τα έτη 1989, 1991 και 1993) και εφαρμοζόταν παγίως από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.

για τον καθορισμό των αμοιβών και εν γένει αποδοχών όλου του προσωπικού του, με το οποίο συνδεόταν με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας Επομένως - συνεχίζει το Εφετείο - αν το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. απασχολούσε, αντί των αναιρεσιβλήτων, άλλους μισθωτούς, με βάση όμως έγκυρες συμβάσεις εργασίας, θα τους κατέβαλε τις αποδοχές οι οποίες εκάστοτε προβλέπονταν από το ανωτέρω ειδικό μισθολόγιό του και όχι τις κατώτερες των Υ.Α.

που προαναφέρθηκαν. Υπό τα δεδομένα, επομένως, αυτά το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων κατά τη διαφορά των ποσών που πράγματι τους κατέβαλε για μισθό, πρόσθετη εργασία, καθώς και για υπερεργασιακή και (ιδιόρρυθμη και παράνομη) υπερωριακή απασχόληση και αυτών που προβλέπονταν για τις ίδιες παραπάνω αιτίες από το ειδικό μισθολόγιό του.

Εξάλλου, στις αποδοχές, που ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει το άνω Ν.Π.Ι.Δ. στις αναιρεσίβλητες, έπρεπε να συνυπολογισθούν και τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών και προϋπηρεσίας κ.λ.π., το ύψος των οποίων δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, και για την καταβολή των οποίων υπήρχε ειδική προς τούτο συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.

Επίσης δεν τους κατέβαλε από την πρόσληψή τους(1-3-1987, 1-1-1998, 1-2-1986 και 1-5-1987, αντιστοίχως) και μέχρι το έτος 1995 επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας. Βάσει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο - μετ' απόρριψη του προβληθέντος και με ίδιο λόγο εφέσεως ισχυρισμού του (ήδη) αναιρεσείοντος ότι δεν μπορούσε (το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) να συμπεριλάβει και τις αναιρεσίβλητες στο τακτικό προσωπικό του, ως αλυσιτελή- με την αιτιολογία ότι εδώ δεν ερευνάται η ένταξη των αναιρεσιβλήτων στο τακτικό προσωπικό του άνω Κέντρου, αλλά η ίση μισθολογική μεταχείριση αυτών με το τακτικό προσωπικό, όπως τούτο είχε υποχρέωση - έκρινε ότι αν το αναιρεσείον απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αντί των αναιρεσιβλήτων άλλους εργαζόμενους θα τους κατέβαλε τις αποδοχές που προβλέπονταν από το ανωτέρω ειδικό μισθολόγιο και όχι τις κατώτερες των υπουργικών αποφάσεων.

Κατόπιν αυτών, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε όμοια και δέχθηκε την αγωγή εν μέρει, καθόσον αυτή αφορά το μετά την 1-1-1993 επίδικο διάστημα (για το προηγούμενο μέχρι 31-12-1992 διάστημα, μετά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού, έκρινε ότι οι αντίστοιχες επίδικες αξιώσεις υπέκυψαν σε παραγραφή). Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 904 και 908 του ΑΚ.

Ειδικότερα υπολόγισε το ύψος της αποδοτέας στις αναιρεσίβλητες ωφέλειας του εργοδότη τους με βάση το σύνολο των αποδοχών του ειδικού μισθολογίου, συμπεριλαμβανομένων και των προσιδιαζόντων στην προσωπική κατάσταση των αναιρεσιβλήτων επιδομάτων (προϋπηρεσίας, γάμου, Η/Υ κ.λ.π.) χωρίς να διευκρινίζει αν εκείνοι που θα προσλαμβάνονταν νομίμως και θα απασχολούνταν εγκύρως από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.

αντί αυτών, κατά τον ίδιο χρόνο θα είχαν αναγκαίως της ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες που έχουν οι αναιρεσίβλητες, ώστε να δικαιούνται και τα επιδόματα αυτά. Επιπλέον, ενώ δέχεται ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. και των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη στο σύνολό της, δέχεται στη συνέχεια ότι ήταν έγκυρη η ειδική συμφωνία αυτών, για καταβολή των προσιδιαζόντων στην προσωπική κατάσταση εκάστης αναιρεσίβλητης οικογενειακών επιδομάτων και επιδομάτων τριετιών και προϋπηρεσίας.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας έτσι της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ακολούθως πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6295/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ