Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation regarding building value reduction after land transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple private parties against a regional court's determination of expropriation compensation. The lower court had established that remaining property plots within urban zones should be valued as land rather than buildings, rejecting claims for special compensation due to value reduction. The court upheld this decision, ruling that the lower court's reasoning was sufficient and the appeal lacked grounds for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final decision on expropriation compensation is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and the appellant fails to demonstrate a ground for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 808 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 808/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ.του Ε., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 638 Α (τμήμα της 638), 2) α. Π. Μ.του Ι. κατοίκου ..., β. Γ. θυγ. Ι.Μ., κατοίκου ..., γ. Ξ. συζ. Α. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 626), 3) α. Θ. χας Φ.Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Φ. Μ.του Σ., β. Ξ. Μ. του Φ.
κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Φ.Μ. του Σ. (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 627), 4) α. Ε. συζ. Κ.K., β. Κ. Κ.του Κ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 632), 5) Β. συζ. Ι. Μ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 633), 6) Δ. Κ.του Ε., κατοίκου .... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 639), 7) α. Π.χας Α. Φ., το γένος Χ. Β., β. Κ.Κ. Μ., κατοίκων ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 644), 8) Α.
Π. του Α., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 662), 9) Γ. συζ. Σ.Κ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 663), 10) α. Ε. συζ. Σ. Μ., θυγ. Γ. Τ. κατοίκου ..., β. Π.θυγ. Γ. Τ. κατοίκου ..., γ. Γ. Τ.του Π., κατοίκου ... (περιοχή Χ.) (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 763), 11) Σ. χας Π. Δ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 789), 12) Π. συζ. Β. Ζ. το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ.
κτηματ. 790), 13) α. Γ. Β.Κ., β. Δ. Β. Κ., κατοίκων ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 893), 14) α. Γ. Κ. του Α., β. Α. Κ. του Α., κατοίκων ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 895), 15) α. Ε. Ι. Α., β. Α. Ι. Α., κατοίκων ..., γ. Π. Κ.Α., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 934Γ και 947), 16) Ι.Ν. Π., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 959), 17) Σ. Ν. Κ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 969) και 18) Ι.
συζ. Α. Μ., κατοίκου ... (Α/Α ιδιοκτ. κτηματ. 993). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των Ε. συζ. Κ. Κ. (υπό στοιχ. 4α), Α. Π. του Α. (8ου), Σ. χας Π.Δ. (11ης) και Ι. συζ. Α. Μ. (18ης) των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι.Α..
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 159/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 μη οριστική και 138/2008, όπως αυτή διορθώθηκε με την 56/2009, οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 3-12-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 295/2014, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1982/2014, απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 138/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 34/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως16/2018 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 34/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και των επικειμένων αυτών, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, αναγνωρίσθηκε ότι δεν συντρέχει το κατ` άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα σχετικά με την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ` αριθμ. 1051531/4822/0010/26-6-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμό 673Δ'/2-7-2003 ΦΕΚ) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, Τμήμα παράκαμψης Καμένων Βούρλων, σε έκταση συνολικού εμβαδού 302.115,40 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Καμένων Βούρλων.
Με το άρθρο 14 του ν. 2882/2001 ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι "Στις περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, το κατά περίπτωση αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης όργανο, εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και ζητεί προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού, την παροχή σχετικής εντολής σε πληρεξούσιο του Δημοσίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Η Περιφέρεια εκπροσωπείται από τον Περιφερειάρχη, ο οποίος χορηγεί τη σχετική εντολή σε δικηγόρο της Περιφέρειας. Ειδικώς οι αποφάσεις περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης κοινοποιούνται και στον Υπουργό Οικονομικών, από την κοινοποίηση δε αυτή αρχίζουν οι δικονομικές προθεσμίες".
Στην παρ. 4. "Για τις οριζόμενες από τα επόμενα άρθρα ενέργειες, καθώς και την κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, το αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, εφόσον αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου, όργανο δύναται να εξουσιοδοτήσει εγγράφως τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας.
Προκειμένου για την Περιφέρεια αρμόδιος είναι ο οικείος Περιφερειάρχης". Στην παρ. 5. "Το κατά περίπτωση αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης όργανο γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονομικών και στο αρμόδιο από το σκοπό της απαλλοτρίωσης Υπουργείο όλες τις ενέργειές του για κάθε αναγκαστική απαλλοτρίωση".
Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 ΚΔ "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ορίζει στην πρώτη παράγραφο "μόνον αι προς τον Υπουργόν των οικονομικών... γενόμεναι κοινοποιήσεις παράγουν νομίμους συνεπείας" και στη δεύτερη παράγραφο "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού...
κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί ποινή ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι και στην περίπτωση των διεπόμενων από τις διατάξεις του ΚΑΑΑ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, στις οποίες το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, απαιτείται επίδοση της αίτησης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης τόσο στον εν λόγω Γραμματέα, όσο και στον Υπουργό των Οικονομικών, μάλιστα δε η πρόσθετη επίδοση στον τελευταίο απαιτείται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης προς το Δημόσιο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Και τούτο διότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταργήθηκε από τις προαναφερόμενες μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΑΑΑ, αφού, αν αυτό είχε σκοπηθεί, θα έπρεπε να ορίζεται ρητώς. Αλλ` ούτε και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 2 του ΑΚ, προκύπτει από τις διατάξεις αυτές τέτοια κατάργηση, δεδομένου ότι αυτές αναφέρονται στην υποχρέωση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας να προβαίνει στις οριζόμενες από τα άρθρα 15 και επόμενα του ΚΑΑΑ ενέργειες και στην κατάθεση στο αρμόδιο δικαστήριο της αίτησης προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, καθώς και στην κοινοποίηση στο Νομικό Συμβούλιο του κράτους της εντολής του σε πληρεξούσιο του Δημοσίου για την υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού και στην γνωστοποίηση στο Υπουργείο Οικονομικών των ενεργειών του για κάθε αναγκαστική απαλλοτρίωση, όχι όμως και στην κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών της αίτησης του ενδιαφερομένου για τον προσδιορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, που έχει επιδοθεί σ` αυτόν, ώστε η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου πρόσθετη επίδοση της αίτησης αυτής από τον αιτούντα στον Υπουργό Οικονομικών να καθίσταται περιττή και επομένως η διάταξη αυτή να μην έχει λόγο να εξακολουθεί να ισχύει.
Το προηγούμενο του ΚΑΑΑ νομικό καθεστώς για τις απαλλοτριώσεις, δηλαδή το ν.δ. 797/1971, στο άρθρο 14 επίσης, περιείχε όμοιες κατά το μεγαλύτερο μέρος με εκείνες του άρθρου 14 του ν. 2882/2001 διατάξεις και ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει, ότι εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και απαιτείται πρόσθετη επίδοση της αίτησης (προσφυγής) για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης στον Υπουργό των Οικονομικών με ποινή ακυρότητας (Ολ.ΑΠ 753/1986, ΑΠ 842/1986, ΑΠ 1339/1999).
Εξάλλου, η επίμαχη άνω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος και στο κατοχυρούμενο με αυτό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού η επιβαλλόμενη πρόσθετη επίδοση του δικογράφου στον Υπουργό των Οικονομικών δεν παρακωλύει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει την προστασία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του με τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης γι' αυτή σε τέτοιο βαθμό, που ουσιαστικώς οδηγεί στην κατάλυση του δικαιώματος αυτού, ούτε και στο άρθρο 25 του ίδιου Συντάγματος και στη θεσπιζόμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν παραβιάζει κάποια αναλογία, ώστε να θίγεται η εν λόγω συνταγματική αρχή και ειδικότερα δεν υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 17, που προστατεύει το πιο πάνω δικαίωμα και της επίμαχης διάταξης που το περιορίζει, αλλ` ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην απορρέουσα από αυτό αρχή της "δίκαιης δίκης", αφού δεν παρεμποδίζει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε περιορίζει την πρόσβαση στο δικαστήριο κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο, που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.
Επομένως, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, εφόσον δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ισχύει και δεν έχει καταργηθεί (ΑΠ 1845/2008). Τα άρθρα 564 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ ορίζουν αντιστοίχως, ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης.
Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη δε συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία και απορρίπτει την αναίρεση σε περίπτωση, κατά την οποία λείπει η προαναφερόμενη προϋπόθεση.
Εκ του ότι στην πιο πάνω παράγραφο 2 του άρθρου 577 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς η προϋπόθεση αυτή μεταξύ εκείνων, την έλλειψη των οποίων λαμβάνει υπόψη ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, όπως το αντίθετο συμβαίνει στο άρθρο 532 ΚΠολΔ, στο οποίο ενδεικτικώς μνημονεύεται το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, ως έλλειψη μιας των προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, οδηγεί σε αυτεπάγγελτη απόρριψή της ως απαράδεκτης, τούτο δεν σημαίνει, ότι ο Άρειος Πάγος δεν λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως το εκπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον αυτό προκύπτει εκ των υποβληθέντων εγγράφων, καθόσον στη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ απλώς δεν προέβη ο νομοθέτης σε ενδεικτική μνεία των ελλείψεων του παραδεκτού της αναίρεσης, όπως έπραξε για την έφεση με το άρθρο 532 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 412 και 850/1981 ΑΠ 268/2002).
Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης για τον διαμένοντα στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Τέλος, κατ' άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ οι προθεσμίες, που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων εγγράφων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 18-10-2018 στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ...
έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Λάρισας ... και εν συνεχεία στις 25-10-2018 στον Υπουργό Οικονομικών (Κεντρική Υπηρεσία Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθήνας ... Όμως, από τις δυο αυτές κοινοποιήσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνο η δεύτερη κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών παράγει έννομες συνέπειες (κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Δ/γματος της 26 Ιουν./10 Ιουλ. 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου") σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω και ως εκ τούτου η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 34/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας άρχισε να τρέχει από τις 26-10-2018, η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 23-11-2018 στην Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα επί της κρινόμενης αίτησης πράξη κατάθεσης.
Επομένως, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής:
α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1087/2014).
Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν .2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του αρθρου 576 του ΚΠολΔ και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, μετά όμως την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ και άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001 έχουν τις ίδιες συνέπειες). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 22-11-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 16/2018, αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι υπο στοιχ 4α Ε. συζ. Κ. Κ., 8ος Α. Π., 11η Σ.χήρα Π. Δ. και 18η Ι.
συζ. Α. Μ. απ' αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Λαμίας Ιωάννη Αργυρόπουλο, ο οποίος και προσκόμισε τα σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων αυτών. Περαιτέρω από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν προκύπτει ότι οι υπο στοιχ 4α Ε.
συζ. Κ. Κ., 8ος Α. Π., 11η Σ. χήρα Π. Δ. και 18η Ι. συζ. Α. Μ., απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, χορήγησαν πληρεξουσιότητα προς τον ανωτέρω δικηγόρο, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, από τις οποίες να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, την ύπαρξη της οποίας (πληρεξουσιότητας) αυτεπαγγέλτως ερευνά το Δικαστήριο (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατ' ακολουθία θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Επομένως και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, ούτε από τους λοιπούς ομοδίκους τους, ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, προκειμένης απλής ομοδικίας να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Ν. Κ., η πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου ως ημέρα συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί στη συζήτηση επιδόθηκε την 31-10-2019 στο συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, και επίσης όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ...
έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Γ. Δ Θ. η πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου ως ημέρα συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί στη συζήτηση επιδόθηκε την 28-2-2019 στον Υπουργό Οικονομικών (Κεντρική Υπηρεσία Νομικού Συμβουλίου του Κράτους).
Επομένως, εφόσον μολονότι το Δημόσιο κλητεύθηκε νόμιμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 845/2009), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων ή των επικειμένων τους (ΑΠ 998/2011, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 124/2009).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 209/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα στηριζόμενο στο άρθρο 2 παράγραφος 1γ' του Π.Δ. 209 της 24.6/15-7-1998 (ΦΕΚ 169Α') καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την μείωση που εξ αιτίας του λόγου αυτού παθαίνουν τα κτίσματα που βρίσκονται στα εναπομένοντα τμήματα των αρχικών ιδιοκτησιών τους με συνέπεια να αφήσει την ως άνω αίτησή ως προς το σημείο της αυτό αδίκαστη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 31-10-2005 αίτησή του προς το Εφετείο Λαμίας, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους.
Παράλληλα οι αναιρεσείοντες με αιτήσεις τους προς το Εφετείο Λαμίας, ζήτησαν να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα κτίσματα που βρίσκονται στα εναπομείναντα τμήματα των αρχικών ιδιοκτησιών τους αφού η αξία τους μειώνεται για τους λόγους που ειδικότερα ανέφεραν στις αιτήσεις τους. Επί της ανωτέρω αιτήσεως, και των αυτοτελών αιτήσεων των καθ' ων, εκδόθηκε, κατ' αρχάς η υπ' αριθμόν 33/2007 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Αφού διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη και συντάχθηκε η σχετική έκθεση και αφού έλαβε χώρα η μετ' απόδειξη συζήτηση την 8-4-2008, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 138/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους.
Επίσης, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα ορισμένων εκ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους και τέλος αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για ορισμένα εκ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Κατά της υπ' αριθμόν 138/2018 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, την από 3-12-2008 αίτησή του, ζητώντας την αναίρεση αυτής, για τους αναφερόμενους στην αίτησή του λόγους.
Επί της ανωτέρω αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 295/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας. Εν συνεχεία, η ανωτέρω υπ' αριθμόν 295/2014 απόφαση διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν 1982/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου το Ελληνικό Δημόσιο με την από 7-10-2015 κλήση του προς το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, ζήτησε τον ορισμό νέας δικασίμου προς συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεώς του περί καθορισμού της οριστικής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπαμείναντα τμήματα ορισμένων εκ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους.
Επίσης και οι καθ' ων μεταξύ των οποίων και οι νυν αναιρεσείοντες ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων ακινήτων με κλήση ζήτησαν τον ορισμό νέας δικασίμου προς συζήτηση των προαναφερομένων αιτήσεών τους. Κατόπιν της ανωτέρω κλήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και των κλήσεων των καθ' ων, συζητήθηκαν, μετ' αναβολή (αρχική δικάσιμος 13-12-2016), στις 12-12-2017, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας οι αιτήσεις περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση εδαφικά τμήματα και για τα εντός αυτών κτίσματα, καθώς και το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας.
Επί της ανωτέρω αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των αυτοτελών αιτήσεων, των ανταιτήσεων των καθ' ών και κύριων παρεμβάσεων που ασκήθηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 34/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις και καθόρισε, με κρίσιμο χρόνο την 9-1-2007, την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων.
Περαιτέρω, προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση: Α) Για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, Β) Για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση. Γ) Επίσης, αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στην απόφαση ακίνητα.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα κτίσματα που υπάρχουν επί των εδαφικών τμημάτων των ακινήτων των παριστάμενων αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους ερευνάται η αίτηση αναίρεσης και που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση δέχθηκε τα εξής: "Αντίθετα καμία μείωση δεν υφίστανται τα κτίσματα των ακόλουθων ακινήτων και γι' αυτό το σχετικό αίτημα των ιδιοκτητών τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο:
υπ' αριθ. Κτημ. 626, 627, 632, 633, 638, 639, 644..., 663, 763..., 790..., 893, 895..., 934Γ, 947, 959..., 969..., διότι ούτε πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο βρίσκονται, ο οποίος δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά τους ως κατοικιών, ούτε υπέστησαν κάποια ζημιά ή άλλη βλαπτική επενέργεια στο φέροντα οργανισμό τους". Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος που βρίσκει έρεισμα στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημα για καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κρίνοντας, σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο, δεν άφησε αδίκαστο το προμνημονευόμενο αίτημα των αναιρεσειόντων, αφού το εξέτασε και το απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμο, με ειδική μάλιστα αιτιολογία έστω και συνοπτική.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά το μέρος που αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πληττόμενη απόφαση κρίνουσα για την μείωση ή μη της αξίας μη υφισταμένου κτίσματος σε εναπομένον τμήμα μη υφιστάμενης ιδιοκτησίας με α/α 638 και όχι για την μείωση ή μη της αξίας κτίσματος πράγματι υφισταμένου σε εναπομένον τμήμα της υπάρχουσας ιδιοκτησίας με α/α 638Α του πρώτου των αναιρεσειόντων Ε.
Κ., όπως άλλωστε το υποβληθέν, κατά τα παραπάνω αίτημα, δεν αποφαίνεται επί αυτού με συνέπεια να αφήσει την ως άνω από 11-11-2005 αίτησή ως προς το σημείο της αυτό αδίκαστη καθιστάμενη εκ του λόγου αυτού αναιρετέα, πρέπει να αναφερθεί ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε για μεγαλύτερο ακίνητο, ήτοι για το με α/α 638, τμήμα του οποίου αποτελεί, όπως και ο συγκεκριμένος αναιρεσείων παραδέχεται, το επίμαχο με αριθμό 638Α, καθόσον αυτός αναφέρει συγκεκριμένα ότι "Βέβαια από τις ιδιοκτησίες 638Α και 638Β στις οποίες διαιρέθηκε η με αριθμό 638, αρχική ιδιοκτησία των κτηματολογίων, η με αριθμό 638Α είναι η μόνη και μοναδική ιδιοκτησία από τις δυο στο εναπομένον τμήμα της οποίας υφίσταται κτίσμα, για το οποίο άλλωστε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα για μείωση της αξίας του".
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, δηλαδή για να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, καθώς και των συναπαλλοτριούμενων συστατικών (ΑΠ 422/2015), έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα, αρκεί να υπάρχει σχετικό αίτημα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 1902/2009), κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημίωσης, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη σημαντική μείωση της αξίας του τμήματος που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση, ακόμη και αν η ζημία αυτή προκαλείται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση. Εξάλλου, ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η πιο πάνω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνο η εδαφική έκταση που εναπομένει αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ` αυτή, όπως είναι η οικοδομή, της οποίας απομειώνεται η αξία, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κ.λπ. που καθίστανται άχρηστα πλέον για τη χρήση που προορίζονταν (ΑΠ Ολομ. 31/2005, ΑΠ 1185/2005, ΑΠ 507/2000).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθώς νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο ζήτημα του καθορισμού ή μη ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση των τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων που στα έγγραφα της απαλλοτρίωσης έχουν τους α/α 626, 627, 633, 638Α, 639, 644, 663 και 763.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, όσον αφορά τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: "Εν προκειμένω, αναφορικά με τα αιτήματα περί προσδιορισμού αποζημιώσεως για τα εναπομένοντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα των αρχικών ακινήτων που βρίσκονται εκτός σχεδίου και εντός της περιμετρικής ζώνης με πλάτος 500 μ.
από το ρυμοτομικό σχέδιο της λουτρόπολης των Καμ. Βούρλων, η οποία θεωρείται αυτοδικαίως υφιστάμενη, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του ΝΔ./17-7-23 (ΦΕΚ-228/Α'/16-8-23), χωρίς θεσπισμένες χρήσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: Η απώλεια της δυνατότητας προσπέλασης, η ηχορύπανση, καθώς και η χημική ρύπανση λόγω της διέλευσης των οχημάτων, η απώλεια της αρτιότητας ή της οικοδομησιμότητας, η δυνατότητα πρόσβασης στην ζώνη απαλλοτρίωσης καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις το γεγονός ότι το εναπομένον τμήμα είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί να έχει καμία χρήση ή λειτουργία.
Ειδικότερα υφίστανται μείωση τα εναπομείναντα τμήματα των εξής ακινήτων:... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι εξ αιτίας του έργου που κατασκευάζεται υπέστησαν (σύμφωνα και με το βάσιμο πόρισμα των πραγματογνωμόνων) μείωση ως προς την αξία τους και τα κτίσματα (κατοικίες) που βρίσκονται στα εκτός απαλλοτριώσεως εναπομένοντα τμήματα των ακόλουθων ακινήτων, σε τρία από τα οποία (υπ' αριθ.
κτημ. 724, 738 και 753) λαμβάνει χώρα και απότμηση μέρους των υπαρχόντων κτισμάτων:... Αντίθετα καμία μείωση δεν υφίστανται τα κτίσματα των ακόλουθων ακινήτων και γι' αυτό το σχετικό αίτημα των ιδιοκτητών τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο: υπ' αριθ. Κτημ. 626, 627, 632, 633, 638, 639, 644, 662, 663, 763..., 790..., 893, 895..., 934γ, 947, 959..., 969..., διότι ούτε πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο βρίσκονται, ο οποίος δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά τους ως κατοικιών, ούτε υπέστησαν κάποια ζημία ή άλλη βλαπτική επενέργεια στο φέροντα οργανισμό τους...".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, και να απορρίψει το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση των τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης, οι οποίες αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωμένων, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους απέρριψε το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση των τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, απέρριψε το συγκεκριμένο αίτημα, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, "α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των συστατικών τους, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις των αρμοδίων κατά νόμο προεκτιμητικών επιτροπών, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 159/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση, δ) τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, ε) την υπ' αριθ.
εκθ. κατ. 1/17.3.2008 γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων Κ. Ο. και Κ. Μ. που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο, από τους οποίους ζητήθηκε να γνωμοδοτήσουν για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικείμενων συστατικών αυτών, καθώς και περί του εάν μειώνεται και σε ποιο ποσοστό η αξία των εκτός απαλλοτριώσεως εναπομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και στ) όλες τις συνταχθείσες με επιμέλεια των διαδίκων εκθέσεις εκτιμήσεως, μεταξύ των οποίων και τις συνταχθείσες με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου από τους Ι.
Α. και Ν.Π. και την έκθεση εκτίμησης της εταιρείας πιστοποιημένων εκτιμητών ΝΑΙ H.A. AE που συντάχθηκε επιμελεία των υπολοίπων διαδίκων", κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα με κρίσιμο χρόνο εκείνο της (πρώτης) συζητήσεως της υποθέσεως στο Εφετείο (9.1.2007): 1. Η περιοχή των Καμένων Βούρλων έχει από τις υψηλότερες τιμές ακινήτων στο Νομό Φθιώτιδας. 2.
Τα κείμενα εντός της περιμετρικής ζώνης του σχεδίου πόλης των Καμένων Βούρλων ακίνητα πρέπει να εκτιμηθούν και να αντιμετωπιστούν ως οικόπεδα και όχι ως αγροτεμάχια. 3. Τα απαλλοτριωθέντα, με κριτήριο την απόστασή τους από τη θάλασσα, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε πέντε ζώνες και καθόρισε την τιμή της κάθε μίας από αυτές τις ζώνες, δεχόμενο ότι τα προαναφερόμενα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειόντων τα οποία βρίσκονται εντός αυτών των ζωνών "ούτε πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο βρίσκονται, ο οποίος δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά τους ως κατοικιών, ούτε υπέστησαν κάποια ζημία ή άλλη βλαπτική επενέργεια στο φέροντα οργανισμό τους".
Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του αιτήματος των αναιρεσειόντων για καθορισμό αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν στα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους μετά την απαλλοτρίωση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης προβαλλόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο ζήτημα του καθορισμού ή μη ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση των τμημάτων των ιδιοκτησιών τους. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες και β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Δικαστικά έξοδα σε βάρος των ηττηθέντων δεν θα επιβληθούν, καθόσον το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν παρέστη και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς υπό στοιχ. 4α Ε. συζ. Κ.Κ., 8ο Α. Π., 11η Σ. χήρα Π. Δ. και 18η Ι. συζ. Α. Μ.. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 22-11-2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 34/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ