Legislator Case Law & Legislation
808/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding admissibility of intervention and substantive law errors in property disputes.

Case Number 808/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued procedural errors regarding the admissibility of additional intervention and substantive law violations concerning the finality of initial land registry entries. The court ruled that the lower court did not address the cited legal provisions based on its own factual assumptions, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 76(1), 3, 80, 82, 83, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 110(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), 1 of the Code of Civil Procedure; Article 7(1), 2, 3 of Law 2664/1998: An appeal by a party who exercised independent additional intervention is inadmissible if the lower court did not examine the substantive legal provisions cited by the appellant based on its own factual premises.

Keywords

AI generated
additional intervention admissibility independent additional intervention admissibility of appeal initial land registry entries finality of first entries procedural error in appeal property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 76(1), 3, 80, 82, 83 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1), 1 of the Code of Civil Procedure
Article 7(1), 2, 3 of Law 2664/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 808/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ"που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αντιγόνη Κουρβισιάνου Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Φ. του Ν., 2)Γ. Φ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Σουρλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ ", η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2007 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσίβλητων και την από 29-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7065/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1732/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 3, 80, 82, 83 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφ’ όσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνον κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου, υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή.

Πρέπει όμως να καλείται ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αλλά κατ’ επιταγή και της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά τους ορισμούς της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης. Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης από εκείνον, ο οποίος κατά την προσβαλλομένη με αυτήν απόφαση, άσκησε πρόσθετη αυτοτελή παρέμβαση η κλήση για τη συζήτηση αυτής, πρέπει να επιδίδεται και στο διάδικο (αναγκαίο ομόδικο κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ.) υπέρ του οποίου ασκήθηκε η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για να ενημερώνεται και εκείνος για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ως διάδικος, χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων άσκησαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, η οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησαν οι ηττηθέντες ενάγοντες έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας συνεκδικάσθηκε με αυτήν και η ασκηθείσα, τον πρώτο στο Εφετείο με ίδιο δικόγραφο κυρία παρέμβαση, όπως χαρακτηρίζεται σ’ αυτό, της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή ισχυρίσθηκε ότι είναι ειδική διάδοχος της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων που της μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας και εκδόθηκε η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, με παράλληλη αξιολόγηση της χαρακτηριζομένης ως κυρίας παρεμβάσεως, ως αυτοτελούς πρόσθετης υπέρ της εφεσίβλητης ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Την τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλει με την αίτηση αναίρεσης η ηττηθείσα αυτοτελώς υπέρ της εφεσίβλητης παρεμβαίνουσα, που επισπεύδει και τη συζήτηση αυτής και η οποία (αίτηση αναίρεσης) απευθύνεται και κατά της παραπάνω διαδίκου υπέρ της οποίας άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα την παρέμβαση δηλαδή της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ δεν έπρεπε να στραφεί κατ’ αυτής σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Πλην όμως το γεγονός αυτό εκτιμάται ως κλήση αυτής στην προκειμένη δίκη, στην οποία πράγματι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, όπως προκύπτει από την .../28-9-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σύμφωνα με το οποίο οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθ’ όσον κατείχαν και εξουσίαζαν τούτο με την θέληση να είναι κύριοι αυτού και με τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ως αγροτικού ακινήτου, από το 1950 που περιήλθε στη νομή τους, συνέχεια πλέον της εικοσαετίας, χωρίς απόδειξη.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, τη χωρίς όρκο εξέταση του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη αρ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ1, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση. Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού το πορίσματος έλαβε υπόψη παρά το νόμο την .../2008 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον συμβολαιογράφου, η οποία δεν προσκομίσθηκε με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους, ως εκκαλούντες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση επειδή οι εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν στις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη ότι αυτή λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης-εναγομένης, ούτε προσκόμισαν σχετική έκθεση επίδοσης για την κλήτευσή της.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .../1933 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α.

Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ι. Π. του Κ., παππούς από τη μητρική γραμμή των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πώλησης από τον Σ. Ρ. του Ι., δύο όμρα αγροτεμάχια στη θέση "..." της περιφέρειας Μαγούλας του τέως Δήμου Ελευσίνας, τα οποία στο, ως άνω, συμβόλαιο περιγράφονται ως εξής: (α) ελαιόκτημα, όσης έκτασης και αν είναι, με 45 ελαιόδενδρα, οριζόμενο, .........

και (β) ελαιόκτημα, όσης έκτασης και αν είναι, με 80 ελαιόδενδρα, οριζόμενο, ......... Μετά το θάνατό του, στις 17-6-1949, τα, ως άνω, αγροτεμάχια περιήλθαν στη θυγατέρα του Ε., μητέρα των εναγόντων, με κληρονομική διαδοχή από διαθήκη και ειδικότερα, με την .../22-11-1948 δημόσια διαθήκη του, που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου .........

Στην εν λόγω διαθήκη τα αγροτεμάχια περιγράφονται ως ενιαίο ακίνητο και συγκεκριμένα ως "έν ελαιόκτημα κείμενος εις θέσιν "..." της περιφερείας Μαγούλας όσης εκτάσεως και αν είναι, περιέχον εκατόν (100) ελαιόδενδρα". Περί το έτος 1950 η ανωτέρω Ε. μεταβίβασε τα εν λόγω αγροτεμάχια με άτυπη δωρεά στα τέκνα της (ενάγοντες), στον καθένα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι έκτοτε τα νέμονταν με διάνοια συγκυρίων, καλλιεργώντας τα ελαιόδενδρα που υπήρχαν μέσα σ’ αυτά και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, συνεχώς και αδιαταράκτως και έτσι από το έτος 1970 που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους συνεχής εικοσαετής συν(νομή) απέκτησαν την κυριότητά τους, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Με την .../5200/0010/27-6-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου (ΦΕΚ 530Δ/12-7-2000) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση διαφόρων αγροτικών ακινήτων, συνολικής έκτασης 130.646 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαγούλας, για δημόσια ωφέλεια, υπέρ και με δαπάνες της εταιρείας με την επωνυμία "..." (δηλαδή της διαφορετικής από την προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρείας), η επωνυμία της οποίας μεταβλήθηκε σε "...

Α.Ε.", της οποίας η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ήδη εφεσίβλητη, είναι καθολική διάδοχος, ....... Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται τα παραπάνω αγροτεμάχια των εναγόντων, τα οποία αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα με αύξοντες αριθμούς "..." και συγκεκριμένα, η ιδιοκτησία με α.α ..., αναφέρεται ως ελαιώνας, εμβαδού 14.896 τ.μ., με επικείμενα 95 ελιές και η ιδιοκτησία με α.α. ..., ως ελαιώνας, εμβαδού 5.632 τ.μ., με επικείμενα 45 ελιές, σε αμφότερες δε τις ιδιοκτησίες φερόμενοι ιδιοκτήτες είναι οι κληρονόμοι της Ε.

Φ., δηλαδή οι ενάγοντες. Με την 831/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις παραπάνω ιδιοκτησίες των εναγόντων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό 455.075.00 δραχμών, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την υπέρ ης η απαλλοτρίωση, υπέρ των εναγόντων και οι τελευταίοι την εισέπραξαν.

Στην συνέχεια οι ενάγοντες, με την απευθυνόμενη προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, από 16-7-2001, αίτησή τους ζήτησαν τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος, ισχυριζόμενοι ότι οι πιο πάνω ιδιοκτησίες τους που απαλλοτριώθηκαν είχαν αναγραφεί στον κτηματολογικό πίνακα εσφαλμένα ως προς την έκτασή τους και τον αριθμό των επικειμένων, Συγκεκριμένα, η ιδιοκτησία με α.α ...

είχε αναγραφεί εσφαλμένα ότι έχει έκταση 14.896 τ.μ. και ότι περιέχει 95 ελαιόδενδρα, αντί των ορθών 15.481,502 τ.μ. και 106 ελαιόδενδρα, ενώ η ιδιοκτησία με α.α ... είχε αναγραφεί εσφαλμένα ότι έχει έκταση 5.632 τ.μ., αντί του ορθού 6.212,70 τ.μ. Ακολούθως, οι ενάγοντες προσέφυγαν, με αίτησή τους, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 263/2003 απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι, ο καθένας κατά 1/2, της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την προαναφερόμενη 831/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την ιδιοκτησία με α.α ..., έκτασης 15.481,502 τ.μ. (και όχι έκτασης 14.896 τ.μ., όπως αναγραφόταν στον κτηματολογικό πίνακα) και για τις επικείμενες σ’ αυτή 106 ελιές (και όχι 95 ελιές, όπως αναγραφόταν στον κτηματολογικό πίνακα) και για την ιδιοκτησία με α.α. ..., έκτασης 6.212,70 τ.μ. (και όχι έκτασης 5.632τ.μ., όπως αναγραφόταν στον κτηματολογικό πίνακα) και για τις επικείμενες σ’ αυτή 45 ελιές.

Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες με την απευθυνόμενη προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 6-6-2003, αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθεί η υπέρ ης απαλλοτρίωση να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν ήδη εισπράξει και εκείνης που προέκυπτε μετά την αναγνώρισή τους, με την 263/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως δικαιούχων αποζημίωσης για μεγαλύτερη έκταση (15.481,502 τ.μ., αντί 14.896 τ.μ..

αντί 5.632 τ.μ.) και για περισσότερα επικείμενα (106 ελαιόδενδρα αντί 95). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5662/2004 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που στη συνέχεια έγινε τελεσίδικη με την 2739/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και υποχρεώθηκε η υπέρ ης η απαλλοτρίωση να καταβάλει στους ενάγοντες επιπλέον αποζημίωση ποσού 86.764,49 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, την οποία η υπέρ ης απαλλοτρίωση κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και οι ενάγοντες την εισέπραξαν.

Συνεπώς, με την είσπραξη των, ως άνω, αποζημιώσεων από τους ενάγοντες συντελέστηκε η απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων. Ωστόσο, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από το ακίνητο των εναγόντων, το οποίο στον κτηματολογικό πίνακα αναφέρεται ως ιδιοκτησία με αύξοντα αριθμό ..., με την πράξη απαλλοτρίωσης απαλλοτριώθηκε ένα τμήμα του, εμβαδού 6.212,70 τ.μ., για το οποίο οι ενάγοντες, όπως προεκτέθηκε αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις και την εισέπραξαν, ενώ ένα τμήμα της δεν συμπεριλήφθηκε στην απαλλοτρίωση και αποτελεί το επίδικο ακίνητο.

Το εν λόγω τμήμα βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Μαγούλας Αττικής, έχει έκταση 950 τ.μ. και συνορεύει, βόρεια, με πλευρά μήκους 23,186 τ.μ. με τμήμα της πρώην ιδιοκτησίας των εναγόντων που περιήλθε στην εναγομένη με την απαλλοτρίωση, νότια, με πρόσωπο μήκους 21μ., με οδό προς ..., ανατολικά, με πλευρά μήκους 44 μ., με ιδιοκτησία του εργοστασίου ...

και δυτικά, με πλευρά μήκους 44 μ. με ιδιοκτησία εναγομένης, πρώην ιδιοκτησία Δ. Μ.. Επίσης, το επίδικο, κατόπιν αίτησης των εναγόντων, έχει καταχωριστεί στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας ως γεωτεμάχιο εμβαδού 955 τ.μ., με συνιδιοκτήτες αυτούς, τον καθένα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αιτία κτήσης τη χρησικτησία και έχει λάβει ΚΑΕΚ ..., σύμφωνα δε με το κτηματολογικό διάγραμμα, συνορεύει, βορειοανατολικά, με το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων που απαλλοτριώθηκε, που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα με α.α ..., με ΚΑΕΚ ..., νοτιοδυτικά, με δρόμο προς ...

με ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά, με ιδιοκτησία του εργοστασίου της ..., με ΚΑΕΚ ... και βορειοδυτικά, με ιδιοκτησία της εναγομένης, με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, καθώς και για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... γίνεται αναφορά. Περί του ότι το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 950 τ.μ., αποτελούσε τμήμα του ακινήτου των εναγόντων που στον κτηματολογικό πίνακα αναφέρεται με τον αριθμό ..., το οποίο παρέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης, κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης Α.

Σ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος, κατ’ εντολή των εναγόντων, επισκέφτηκε το επίδικο περί το έτος 2008 και συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα αυτό, καθώς και την, από μηνός Ιουνίου 2008, τεχνική έκθεση, η κατάθεση του οποίου κρίνεται πειστική, χωρίς να αντικρούεται από τη χωρίς όρκο κατάθεση του Σ. Φ., διευθύνοντος συμβούλου της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία "...".

Ηπροσθέτως παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μεν τμήμα του ακινήτου των εναγόντων με α.α ... στον κτηματολογικό πίνακα, εμβαδού 6.212,70 τ.μ., το οποίο, όμως, απαλλοτριώθηκε ολόκληρο και, στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει του .../2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Π. - Α., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, έκτασης 460.000 τ.μ., το οποίο (μείζον ακίνητο), κατά την κτηματογράφηση, έλαβε ΚΑΕΚ .... Πλην, όμως, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της προσθέτως παρεμβαίνουσας.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι με την .../31-03-2006 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρίστηκε στο Μητρώο ΑΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης, αυθημερόν (ΦΕΚ τ. ΑΕ-ΕΠΕ 2205/2006), "... Α.Ε.", (απορροφώμενη εταιρεία) και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", (απορροφώσα εταιρεία, ήδη εναγομένη-εφεσίβλητη), με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, κατά τις διατάξεις 68 παρ. 2, 69 - 70 και 72 - 77 του Κ.Ν2190/1920, 16 παρ. 5 Ν.2515/1997 και 1 - 5 Ν. 2166/1993, πραγματοποιήθηκε, δε αυτή (συγχώνευση) με την πιο πάνω αναφερόμενη .../29-3-2006 σύμβαση συγχώνευσης, της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Π. - Α.. Η αρχική επωνυμία της απορροφώμενης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ήταν "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που, όπως προεκτέθηκε, ήταν διαφορετική από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και είχε συσταθεί το έτος 1905. Στη συνέχεια, με την .../17-3-2008 σύμβαση της ίδιας συμβολαιογράφου Μ. Π. - Α., η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (εισφέρουσα εταιρεία) και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" (απορροφώσα εταιρεία), αποσχίστηκε ο Αποθηκευτικός Κλάδος της πρώτης και απορροφήθηκε από τη δεύτερη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1-5 Ν. 2166/1993. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απορρόφησης, η απορροφώσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της εισφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που αφορούσαν τον εισφερόμενο κλάδο.

Ήδη, όπως προαναφέρθηκε, η επωνυμία της απορροφώσας εταιρείας, με την από 25-6-2007 απόφαση της έκτακτης ΓΣ των μετόχων της (ΦΕΚ ΤΑΕ .../20-3-2008) μεταβλήθηκε σε "..." (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα). Με το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας, εισφέρουσα εταιρεία, δηλαδή η εναγομένη, μεταβίβασε στην απορροφώσα εταιρεία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (που μετονομάστηκε "..." - προσθέτως παρεμβαίνουσα), το σύνολό ης περιουσίας του εν λόγω κλάδου της (ενεργητικό και παθητικό) και έτσι η τελευταία κατέστη αποκλειστική (ενεργητικό και παθητικό) και έτσι η τελευταία κατέστη αποκλειστική κυρία αυτής. Μεταξύ των ακινήτων που, με το .../2008 συμβόλαιο, περιήλθαν στην κυριότητά της προσθέτως παρεμβαίνουσας περιλαμβάνεται, με αύξοντα αριθμό ...

του συμβολαίου), το αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας Μαγούλας Αττικής, ......... έχει κατά το διάγραμμα αυτό έκταση 428.834 τ.μ. και, σύμφωνα με αυτό, συνορεύει, βόρεια με το αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., βορειοανατολικά με τα αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας της απορροφώσας εταιρείας, ανατολικά με αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ... (δηλαδή με το ακίνητο - πρώην ιδιοκτησία των εναγόντων, έκτασης 6.212,70 τ.μ. που στον κτηματολογικό πίνακα έχει α.α ..., το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της υπέρ ης η απαλλοτρίωση, νότια με αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., με λεωφόρο ... - Λατομείων και με αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ ....

Ως τίτλος κτήσης του εν λόγω ακινήτου αναφέρεται το ...18-2-1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Περιστερίου Β. Κ.. Με το συμβόλαιο αυτό η διαφορετική από την, προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" απέκτησε την κυριότητα μιας αγροτικής έκτασης, εμβαδού 460.000 τ.μ., λόγω πώλησης ........ Μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της αγοράστριας, από την εναγομένη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με την πιο πάνω αναφερόμενη .../2006 σύμβαση συγχώνευσης, το εν λόγω ακίνητο, ως στοιχείο της περιουσίας της απορροφώμενης εταιρείας, περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης και, ακολούθως, μετά την απόσχιση του Αποθηκευτικού Κλάδου της τελευταίας και την απορρόφησή του από την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ που μετονομάστηκε "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (προσθέτως παρεμβαίνουσα), περιήλθε στην κυριότητα της τελευταίας με το προαναφερόμενο .../2008 συμβόλαιο, στο οποίο το εμβαδόν του ακινήτου αναφέρεται 428.834 τ.μ. και με αυτό το εμβαδόν και με ΚΑΕΚ ... έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας.

Όπως προεκτέθηκε, το εν λόγω ακίνητο της προσθέτως παρεμβαίνουσας με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 428.834 τ.μ. συνορεύει ανατολικά, εκτός των άλλων, και με το αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., δηλαδή με το επίδικο ακίνητο. Επομένως, αφού το ακίνητο αυτό έχει ως ανατολικό του όριο το επίδικο ακίνητο, ο ισχυρισμός της προσθέτως παρεμβαίνουσας ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου, έκτασης 428.834 τ.μ., που περιήλθε στην κυριότητα της με το .../2008 συμβόλαιο, είναι αβάσιμος.

Με το ίδιο συμβόλαιο (.../2008) η προσθέτως παρεμβαίνουσα απέκτησε την κυριότητα και του ακινήτου με αύξοντα ... (στη δεύτερη σελίδα του ... του συμβολαίου), ήτοι του αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." Κοινότητας Μαγούλας Αττικής, ......... έχει, κατά το διάγραμμα αυτό, έκταση 6.144 τ.μ. και κατά τον τίτλο κτήσης 5.632 τ.μ.

και, σύμφωνα με αυτό, συνορεύει, βόρεια, με αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά, με αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ ..., ... και ..., νότια, με αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (δηλαδή με το επίδικο) και δυτικά, με αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (δηλαδή με το προαναφερόμενο ακίνητο, επιφάνειας 428.834 τ.μ.) και με αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ .... Το ακίνητο αυτό είναι η πρώην ιδιοκτησία των εναγόντων, με α.α ...

στον κτηματολογικό πίνακα, έκτασης 6.212,70 τ.μ., που με την αναγκαστική απαλλοτρίωση περιήλθε στην υπέρ ης η απαλλοτρίωση και, στη συνέχεια, με το, ως άνω, .../2008 συμβόλαιο στην κυριότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά τα προεκτεθέντα. Όπως προκύπτει από το συμβόλαιο αυτό (.../2008, δεύτερη σελίδα του … φύλλου αυτού), το, ως άνω, ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., συνορεύει προς νότο, με πλευρά μήκους 31,46 μ., με το αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., δηλαδή με το επίδικο ακίνητο.

Ως εκ τούτου, αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στο αγροτεμάχιο με α.α ..., επιφάνειας 6.212,70, με ΚΑΕΚ ..., τότε το προς νότον όριό του θα ήταν ο δρόμος προς ... με ΚΑΕΚ ... και όχι το επίδικο αγροτεμάχιο με ΚΑΕΚ .... Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα του αναφερόμενου στην αγωγή με στοιχείο (α) ακινήτου των εναγόντων, από το οποίο απαλλοτριώθηκε ένα τμήμα, επιφάνειας 6.212,70 τ.μ., με α.α ...

στον κτηματολογικό πίνακα, παρέμεινε, όμως, εκτός της απαλλοτρίωσης το επίδικο τμήμα, το οποίο οι ενάγοντες εξακολούθησαν να το νέμονται με διάνοια συγκυρίων, μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005, οπότε η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (της οποίας, όπως προαναφέρεται η εναγομένη είναι καθολική διάδοχος), το περίφραξε και ενσωμάτωσε στη δική της ιδιοκτησία, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό παράνομα αυτούς (ενάγοντες) από τη (συν)νομή του και προσβάλλοντας το δικαίωμα συγκυριότητάς τους επ’ αυτού." Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση α) η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 128 ΑΚ (ανίκανοι προς δικαιοπραξία), 130 ΑΚ (δήλωση βούλησης από ανίκανο), 496 ΑΚ (δωρεά), 976β ΑΚ (η συμφωνία του έως τώρα νομέα με εκείνον που αποκτά, αρκεί για την κτήση της νομής, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα), β) η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας, στο επίδικο από τους ενάγοντες με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας καθ’ όσον "ενώ δέχεται ότι οι τελευταίοι απέκτησαν με άτυπη δωρεά από τη μητέρα τους τα επίδικα και τα νέμονταν έκτοτε με διάνοια συγκυρίων, καλλιεργώντας τα ελαιόδενδρα και συλλέγοντας τον ελαιοκαρπό, δεν αναφέρει καθόλου δια ποίου νομίμου αντιπροσώπου συμβλήθηκαν στη δικαιοπραξία της άτυπης δωρεάς, δεδομένου ότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα αποδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι γεννημένη το 1942 και ο δεύτερος είναι γεννημένος το 1946 και συνεπώς κατά το χρόνο της δωρεάς (1950) ήταν ανίκανοι προς δικαιοπραξία και κατά συνέπεια για το έγκυρο της έστω άτυπης σύμβασης δωρεάς από τη μητέρα τους θα έπρεπε να είχαν συμβληθεί δια του νομίμου αντιπροσώπου τους, ο οποίος θα έπρεπε να είναι άλλος από τη μητέρα τους, λόγω της απαγόρευσης της αυτοσύμβασης, Περαιτέρω δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση πως απέκτησαν τη νομή των επιδίκων ακινήτων οι ενάγοντες κατά τον παραπάνω χρόνο και τρόπο αφού η παράγωγη κτήση της νομής που γίνεται με απλή συμφωνία προϋποθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα των μερών, την οποία οι τελευταίο δεν είχαν ως ανήλικοι, καθώς επίσης δεν εκτίθενται πως εκδηλώθηκε η βούληση εξουσίασης του επιδίκου από τους ενάγοντες και ποια είναι τα πρόσωπα δια των οποίων ενδεχομένως ασκήθηκαν για λογαριασμό τους διακατοχικές πράξεις" και γ) η πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δηλαδή της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν πλέον των είκοσι ετών νομή στο επίδικο ακίνητο και έτσι απέκτησαν την κυριότητά του, σύμφωνα με τα οποία (διδάγματα) "δεν είναι δυνατόν να ασκούν πράξεις νομής και να συμβάλλονται σε δικαιοπραξίες αυτοπροσώπως άτομα ηλικίας τεσσάρων και οκτώ ετών." Περαιτέρω με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2664/1998, που αφορούν στην οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και στα έννομα αποτελέσματα αυτής, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας "θεωρώντας εσφαλμένα πως πριν από την οριστικοποίησή τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο και μάλιστα επεκτείνοντας την ισχύ του αμάχητου αυτού τεκμηρίου, όχι μόνο στα αναφερόμενα δικαιώματα, όπως κατά νόμο προβλέπεται, αλλά και σε πραγματικές καταστάσεις, όπως είναι εν προκειμένω τα όρια και σύνορα συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, τα οποία δεν καλύπτονται από τεκμήριο αυτό, ενώ αυτές (πρώτες εγγραφές) δεν έχουν ακόμα καταστεί οριστικές και δεν παράγουν κανένα αμάχητο τεκμήριο, καθώς ούτε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο αλλά ούτε και σήμερα έχει παρέλθει η κατά το νόμο (6 παρ. 2 του Ν.2664/1998) προβλεπόμενη προθεσμία για τη προσβολή της ακρίβειας των πρώτων εγγραφών για να καταστούν οριστικές, η δε αναιρεσείουσα, όπως στην προσβαλλομένη απόφαση, αναλυτικά μνημονεύεται με την από 29-1-2009 αγωγή της κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων έχει προσβάλλει ως ανακριβή την πρώτη εγγραφή, που αφορά το επίδικο".

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι καθ’ όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει, από την προσβαλλομένη απόφαση, από τις παραδοχές της οποίας και μόνον κρίνεται η βασιμότητα των αποδιδομένων σ’ αυτήν αιτιάσεων, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές της και τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-4-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", περί αναιρέσεως της 1732/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ