Legislator Case Law & Legislation
808/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal of supplementary claim, remanding case for retrial.

Case Number 808/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeals filed by the insureds and the insurance company against the First Instance Court's decision. The insureds argued for coverage of a supplementary claim, while the insurance company contested the validity of the claim. The court ruled that the appeal was admissible and substantive grounds existed, leading to the annulment of the lower court's decision on the main claim and the remittal of the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment if the appeal is admissible and based on substantive grounds, remitting the case for retrial while awarding costs to the losing party.

Keywords

AI generated
Supreme Court Appeal Insurance Contract Dispute Supplementary Claim Remittal for Retrial Costs Allocation Civil Procedure Code Final Judgment Annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 808/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Λ. του Β., 2) Ε. Π. του Χ., συζ. Β. Λ. και 3) Ι. Λ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ν. Ι. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Ι. του Ι., Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-11-2009 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου (και διά των προτάσεων) πρόσθετη παρέμβαση της Ν. Ι. του Ι.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3730/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3261/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 25-8-2015 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 11-1-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες και η "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 7-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της από 25-8-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3261/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: α) από 25.8.2015 αίτηση αναιρέσεως των: Γ. Λ., Ε. Π. και Ι. Λ. και β) από 11-1-2016 επικουρική αίτηση αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3261/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επί της από 25.8.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 836/2015 αιτήσεως αναιρέσεως:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 63 του Κ.Πολ.Δικ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός δε για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 127 του Α.Κ., είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Επομένως, ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σε αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα (άρθρο 1510 Α.Κ.).

Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητος του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπειαν, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται επί δικαστηρίου τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και στο εξής συνεχίζεται πλέον η δίκη με την συμμετοχή του ενηλικιωθέντος τέκνου (ΑΠ 1157/2014, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 181/ 2011).

Τυχόν διαδικαστικές πράξεις, επιχειρούμενες στο όνομα των γονέων ως αντιπροσώπων του τέκνου, μετά την ενηλικίωσή του, είναι απαράδεκτες, εκτός αν εγκριθούν εκ των υστέρων, ρητώς ή σιωπηρώς, από το (ήδη) ενήλικο τέκνο, ως δικαιούχο διάδικο (άρθρο 67 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η από 30.4.2009, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ασκήθηκε από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες και ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες, Γ.

Λ. και Ε. Π., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντες την γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας τους τρίτης ενάγουσας και ήδη τρίτης αναιρεσείουσας Ι. Λ., η οποία, κατά την δήλωσή της, κατά την σύνταξη του υπ' αριθμ. 300/2015 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου … Α. Ν., γεννήθηκε στις ….7.1992. Αυτή, κατά την άσκηση της αγωγής δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας της.

Κατά συνέπειαν την αντιπροσώπευαν νομίμως οι γονείς της, οι οποίοι ασκούσαν από κοινού την γονική της μέριμνα. Η ίδια, όταν συζητήθηκε η υπόθεση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (15.2.2011), συνακολούθως δε όταν εκδόθηκε η επ' αυτής 3730/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και όταν ασκήθηκε κατά αυτής (3730/2011 αποφάσεως του παραπάνω Δικαστηρίου) η από 10.4.2012 έφεση, ήταν ήδη ενήλικη.

Παρά ταύτα, η υπόθεση συζητήθηκε χωρίς να γνωστοποιηθεί το γεγονός της ενηλικιώσεως της ανωτέρω θυγατέρας των δύο πρώτων εναγόντων και η κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως έφεση ασκήθηκε από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες και ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες, Γ. Λ. και Ε. Π., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντες την γονική μέριμνα της ως άνω θυγατέρας τους.

Το εκ τούτου απαράδεκτο εγκρίθηκε σιωπηρώς από την ενήλικη ήδη θυγατέρα των ανωτέρω, ως δικαιούχο διάδικο, η οποία, ακριβώς, λόγω της ενηλικιώσεώς της, άσκησε, κατά το μέρος που την αφορά, την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το δικό της όνομα.

Επειδή, στο άρθρο 82 του Κ.Πολ.Δικ., ορίζεται ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του...

Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Εξάλλου κατά μεν την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ. που ορίζει ότι "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους" σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως.

Ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στην συζήτηση της αναιρέσεως, για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, διαφορετικά δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

Αν η αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση κατά την συζήτηση της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ν. Ι., η οποία είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της πρώτης τούτων ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", κατά την πρωτοβάθμια δίκη, κατόπιν προσεπικλήσεως αυτής, ως δικονομική της εγγυήτρια και άσκησε με την ιδιότητα αυτή έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ως εκκαλούσα, χωρίς όμως να αναλάβει τον δικαστικό αγώνα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αναίρεση δεν έπρεπε να απευθύνεται και κατ' αυτής, εφόσον ούτε οι λόγοι της αναιρέσεως αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δεν αποτελεί αυτοτελή πρόσθετη τοιαύτη (ΑΠ 412/2008). Πλην όμως το γεγονός τούτο εκτιμάται ως κλήση της ως άνω προσθέτως παρεμβάσας κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 1033/2014).

Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 5521Δ'/19.11.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σ. Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 25.8.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω προσθέτως παρεμβάσα για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15.4.2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13.1.2017).

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. 591 παρ. 1 και 681Α' του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 895/ 2011).

Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 213/2014, ΑΠ 1870/2014, ΑΠ 1503/2012, ΑΠ 667/2013, ΑΠ 77/2012, ΑΠ 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι ο πρώτος τούτων Γ. Λ. ουδεμία ευθύνη έχει για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος από το οποίο επήλθε ο θάνατος του M. K., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.

γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και την επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα από αυτούς υπ' αριθμ. 489/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποία κρίθηκε ότι: α) ο πρώτος αναιρεσείων είναι αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του M.

K., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΚ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, β) ότι μόνος υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο ανωτέρω αποβιώσας και γ) ότι το ως άνω αυτοκίνητο του αποβιώσαντος M. K. εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι αμφότεροι οι οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά ποσοστό 50% έκαστος. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την …-8-2007 και περί ώρα 9.30 ο ενάγων Γ.

Λ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΚ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, έχοντας συνεπιβάτες τη σύζυγό του, δεύτερη ενάγουσα και την κόρη του-τρίτη ενάγουσα, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού της Κ. Κ., περιοχή …, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση προς Σ.. Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο Μ.

Κ. οδηγώντας το υπ' αριθ. ΕΡΚ -... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συγκυριότητός του με την προσεπικαλούμενη Ν. Ι. κατά ποσοστό 50%, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της ίδιας επαρχιακής οδού, αλλά στο αντίθετο με τον ενάγοντα ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την Κοινότητα Σ.

προς την Κοινότητα Κ. Πλησιάζοντας και τα δυο αυτοκίνητα σε δεξιά ως προς την πορεία τους στροφή, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν και οι δυο ανωτέρω οδηγοί, δεν προέβησαν στον απαιτούμενο ελιγμό, προκειμένου να αποφύγουν τη σύγκρουση, αλλά παίρνοντας κλειστά και οι δυο τη στροφή συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά στο ύψος της νοητής διαχωριστικής γραμμής, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος του Αρχιφύλακα Κ.

Μ., με συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος Γ. Λ., της συζύγου και της κόρης του, δεύτερης και τρίτης ενάγουσας και το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του ΕΡΚ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Μ. Κ.. Δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ο παραπάνω οδηγός με υπερβολική ταχύτητα, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, όπως οι ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται, ούτε ότι ο ενάγων -εκκαλών Γ.

Λ. εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, όπως η εναγόμενη εκκαλούσα και η παρεμπιπτόντως εναγόμενη, προσθέτως υπέρ της εναγομένης παρεμβάσα, ισχυρίζονται. Και τούτο διότι μετά τη σύγκρουση τα αυτοκίνητα βρέθηκαν σε ίση περίπου απόσταση από το τέλος του ρεύματός τους το καθένα στο ρεύμα που εκινείτο.

Εάν ο οδηγός Μ. Κ. είχε εισέλθει στο ρεύμα, που ο ενάγων Γ. Λ. εκινείτο, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, τότε το αυτοκίνητο του Μ. Κ. δεν θα είχε εκτοξευθεί ακριβώς απέναντι από το αυτοκίνητο του ενάγοντα, γεγονός που δείχνει ότι τα δυο αυτοκίνητα εκινούντο το καθένα στο ρεύμα του και μετά τη σύγκρουση εκτοξεύθηκαν ακριβώς απέναντι από το σημείο που ευρίσκοντο κατά τη σύγκρουση.

Εξ άλλου και τα δυο αυτοκίνητα εκινούντο, με την ίδια ταχύτητα και όχι με υπερβολική είτε ο οδηγός ενάγων - εκκαλών, είτε ο οδηγός Μ. Κ., όπως αντίστοιχα οι εκκαλούντες ισχυρίζονται. Η πλαγιομετωπική σύγκρουση των οχημάτων, η μετά από αυτήν εκτόξευση των οχημάτων, όπως αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, συνάδει με κίνηση των οχημάτων παράλληλη και με ίση ταχύτητα.

Συνυπαίτιοι επομένως στην πρόκληση του ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 50% έκαστος είναι και οι δυο ανωτέρω οδηγοί, οι οποίοι δεν οδηγούσαν με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση, ούτε ρύθμισαν την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσαν, ώστε να έχουν τον πλήρη έλεγχο του οχήματός τους και να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς προκειμένου να αποφύγουν οιοδήποτε κίνδυνο μπορεί να προβλεφθεί, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19 του Ν. 2696/1999 και έτσι πήραν και οι δυο κλειστά την στροφή που είχαν στην πορεία τους και με την αρχική τους ταχύτητα, συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά...".

Στο συμπέρασμά του δε αυτό το δικάσαν Εφετείο κατέληξε σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάστηκε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφασή του πρακτικά, τις υπ' αριθμ. 6395/ 23.11.2009 και 2411/27.11.2009 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Σ.

Π. και της Συμβολαιογράφου … Μ. Λ., αντίστοιχα, δοθείσες, με επιμέλεια των εναγόντων, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα των εγγράφων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας.

Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 489/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, αφού δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΚ - ...

Ι.Χ.Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, έπρεπε, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, να το αντικρούσει.

Την ως άνω ποινική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ. σελ. 24 των προτάσεων αυτών) είχαν επικαλεσθεί αυτοί και προσκομίσει νομίμως και παραδεκτώς, κατά την διάταξη του άρθρου 529 του Κ.Πολ.Δικ., για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ' όσον αυτή εκδόθηκε, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 1.3.2012, δηλαδή μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 5.2.2011.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 7-8/2006).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξ άλλου, το Δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 του Α.Κ. δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αν στα πλαίσια του προσδιορισμού αυτού έλαβε υπόψη γεγονότα, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή, διότι δεν δύνανται να επηρεάσουν το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 του Α.Κ. υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη των πλειόνων υποχρέων και οι παθόντες δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη την ζημία τους από καθένα εξ αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι των παθόντων το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μειώσεως της αποζημιώσεως.

Έτσι το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται κατ' αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος τραυματίσθηκε ή θανατώθηκε, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 του Α.Κ.

Συνεπώς ένα τέτοιο συντρέχον πταίσμα δεν επιτρέπεται κατά νόμο να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό τους ύψους της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος. Υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 296, 297, 300, 914, 926, 927 και 932 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 13/2002, ΑΠ 1705/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσειόντων, που επέβαιναν στο οδηγούμενο από τον σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, πρώτο αναιρεσείοντα με αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΚ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, έλαβε υπόψη τον βαθμό συντρέχοντος πταίσματος (50%) τούτου, δηλαδή του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΚ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, χωρίς όμως να δέχεται συγχρόνως, ότι συντρέχον πταίσμα βαρύνει τις ίδιες ή ότι συνέτρεχε κατά νόμο περίπτωση, ώστε να δύναται να καταλογισθεί σ' αυτές το συντρέχον πταίσμα του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, στον οποίο επέβαιναν. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., όπως βασίμως προβάλλεται με τον εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Επί της από 11.1.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 338/2016 επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 1679/20.10.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών ... προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 11.1.2016 επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα (κατ' άρθρο 130 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) στην αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.

Επομένως, παρά την απουσία της, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (ΑΠ 1717/2002).

Η μη επέκταση αυτή της αναιρέσεως και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και επίσης είχε ασκηθεί από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως εν μέρει νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του εν μέρει νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του στο σύνολό της.

Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας εφέσεως ως προς τον οποίο απορρίφθηκε εν μέρει η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναιρέσεως περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του εναγομένου της κύριας αγωγής και ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ.

Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής (ΑΠ 161/2013, ΑΠ 1368/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν το μεν την από 10-4-2012 έφεση των αναιρεσειόντων εναγόντων της κύριας αγωγής περί αποζημιώσεώς τους και χρηματικής τους ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, κατά της 3730/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή τους, το δε την επικουρική αντέφεση, που άσκησε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", ενάγουσα της παρεμπίπτουσας από 30-11-2009 αγωγής κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, συνιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, που δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής, με αίτημα την εκ νέου έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής της.

Κατά της εφετειακής αποφάσεως οι ενάγοντες της κύριας ως άνω αγωγής - εκκαλούντες άσκησαν την παραπάνω αναφερομένη από 25.8. 2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 836/2015 αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενοι για την απόρριψη της εφέσεώς τους και ζήτησαν την αναίρεση της αποφάσεως με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την έφεσή τους και, δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κύριας άνω αγωγής τους, να την κάνει δεκτή στο σύνολό της ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Στην περίπτωση αυτή και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εναγομένη της κύριας αγωγής και ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία στην δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητη στην έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής και αντεκκαλούσα της επικουρικής αντέφεσης κατά της συνιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου αυτοκινήτου, έχει έννομο συμφέρον, με την ιδιότητα της ενάγουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής και αντεκκαλούσας της επικουρικής αντεφέσεως, να ασκήσει, κατά της εφετειακής αποφάσεως (με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική αντέφεση), επικουρική αναίρεση, με αίτημα, για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κύριας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της εν μέρει απορριφθείσας πρωτοδίκως κυρίας αγωγής τους, να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική αντέφεση της ενάγουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής, έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κύρια αγωγή για μεγαλύτερα ποσά, να γίνει δεκτή αναλόγως και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία - επικουρική αναίρεση - ασκεί με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου.

Μετά δε την προαναφερθείσα επί της ουσίας παραδοχή της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως των κυρίως εναγόντων, συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή και η επικουρική αναίρεση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", κατά τον προαναφερθέντα λόγο της, ως παραδεκτό και βάσιμο, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την επικουρική αντέφεση της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα της ενάγουσας της πρωτοδίκως δεκτής γενομένης ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμης παρεμπίπτουσας αγωγής της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: Α] ως προς την από 25.8.2015 αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή αυτή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3261/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην κυρία αγωγή και ως προς τους τρεις αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Β] Ως προς την από 11.1.2016 επικουρική αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3261/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων για την άσκηση των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες (εκάστης αναιρέσεως), ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 25-8-2015 αίτηση αναιρέσεως και την από 11-1-2016 επικουρική αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3261/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, που έχουν σχέση και με τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη της από 25-8-2015 αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη της από 11-1-2016 επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες εκάστης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ