Legislator Case Law & Legislation
808/2010 AI generated

Supreme Court dismisses second appeal ground on misrepresentation but refers first constitutional claim to plenary session.

Case Number 808/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the second ground of appeal alleging the lower court misinterpreted a letter regarding the termination of the plaintiff's employment contract. While the court found the lower court's interpretation of the letter's content legally sound, it recognized the first ground challenging the constitutionality of the termination law as valid. Consequently, the court rejected the misrepresentation claim but referred the constitutional question to the plenary session for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(1), 10(2), 11(4) of Law 3260/2004; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: A misrepresentation of evidence exists only when a court of first instance misreads a document to such an extent that it reaches a harmful conclusion, whereas a mere disagreement on the legal evaluation of the document's true content does not constitute misrepresentation.

Keywords

AI generated
misrepresentation of evidence constitutional challenge termination of employment civil procedure code plenary session referral labor contract termination legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 5(1) of the Constitution
Article 10(2) of Law 3260/2004
Article 11(4) of Law 3260/2004
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 100(5) of the Constitution
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 33/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 808/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμμα-τικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ" (Κ.Ε.Θ.Ι.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1723/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγ-γελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλ-λομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρ. 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, σχ.

Ολ. ΑΠ 33/2002. 34/2002, 4/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 § § 1 και 2 του ν. 3260/2004 "από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα με οποιαδήποτε ονομασία συμβούλια ή επιτροπές κρίσεως θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης πολιτικών υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών επιχειρήσεων και εταιρειών που ανήκουν στο κράτος ή το κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου ή διορίζει τον διοικητή ή τον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο πλην αυτών που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και των θυγατρικών τους εταιρειών" (§ 1) και "Από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης αυτοδικαίως, η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α'), γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, πλην των εξαιρουμένων.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα λοιπά συλλογικά όργανα (νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, επιστημονικά ή γνωμοδοτικά συμβούλια ή επιτροπές κ.λ.π.) των αυτών ως άνω φορέων, για τα οποία προβλέπεται ορισμένη θητεία. Εξαιρούνται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου τα αιρετά μέλη ή μονομελή όργανα, αυτά που υποδεικνύονται κατά το νόμο, οργανισμό ή κανονισμό ή συλλογική σύμβαση, από επαγγελματικές οργανώσεις, οι πρόεδροι και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών του ν. 3051/2002 και αυτά που διορίστηκαν μετά την 15.3.2004, καθώς και τα συλλογικά όργανα των Ο.Τ.Α.

πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα μονομελή όργανα διοίκησης των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο του Ο.Α.Ε.Ε., οι ανώνυμες εταιρείες "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α.Ε.", "Ολυμπιακό Χωριό 2004 Α.Ε.", "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." και Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (Ν.Π.Δ.Δ.)" (§ 2).

Κατά δε το άρθρο 11 § 4 του ίδιου νόμου "Τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 10 εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως την αντικατάσταση τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους".

Οι πιο πάνω διατάξεις κατά το μέρος που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λήξη, μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς την πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών, και ειδικότερα προβλέπουν την λήξη των συμβάσεων προσώπων που προσελήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για ορισμένο χρόνο ως μονομελή όργανα διοίκησης (μεταξύ άλλων και των γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών), χωρίς την καταβολή της αποζημιώσεως που τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν για την περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους διοικητικούς υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από την μονιμότητα, δυνάμει της διατάξεως του άρ.103 παρ.5 του Συντάγματος (βλ.Ολ ΣτΕ 1849/2008), αντίκειται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος.

Τούτο δε διότι πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση με γνήσια αναδρομική δύναμη, η οποία θίγει την πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της οικονομικής ελευθερίας, ήτοι την ελευθερία των συμβάσεων, ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η ελευθερία των συμβαλλομένων να καταγγείλουν με δική τους πρωτοβουλία την από αυτούς καταρτισθείσα σύμβαση, εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή ασκείται σε βάρος της Εθνικής Οικονομίας (πρβλ ΟλΑΠ 34, 35/2002).

Συνεπώς η διάταξη αυτή και υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ως αντισυνταγματική, είναι ανεφάρμοστη (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Την 10.12.2002, οι διάδικοι (εκκαλών και εφεσίβλητο δια της νομίμου εκπροσώπου του -Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου και μετά την ΔΙΔΚ/Φ.ΚΕΘΙ/ 24041/ 9.12.2002 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως) καταρτίζουν, εγγράφως, στην Αθήνα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχολήσεως ορισμένου χρόνου [9.12.2002 - 8.12.2005].

Ειδικώτερον, συμφωνούνται, μεταξύ άλλων: "Το Κ.Ε.Θ.Ι. (εφεσίβλητο) συνάπτει με τον Ψ (εκκαλούντα) την παρούσα σύμβαση (εξηρτημένης) εργασίας (ιδιωτικού δικαίου) ορισμένου χρόνου, με την οποία του αναθέτει τα καθήκοντα του Διευθυντή Επαγγελματικής Καταρτίσεως του Κ.Ε.Θ.Ι.", "ο Ψς, ως προς την εκτέλεση των υποχρεώσεων του, θα αναφέρεται στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε άλλο εξουσιοδοτημένο από το Διοικητικό Συμβούλιο πρόσωπο, όπως και ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου συνολικά", "ο Ψ υποχρεώνεται να τηρεί πλήρη εχεμύθεια σχετικά με την οργάνωση, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της εργασίας του, αλλά και όλης εν γένει της δραστηριότητος του Κ.Ε.Θ.Ι." (άρθρο 1 εδ.

γ και δ ). "Οι αποδοχές του Ψ θα καθορίζονται κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως" (άρθρο 2). "Η παρούσα σύμβαση εργασίας συνάπτεται για ορισμένο χρόνο διαρκείας τριών (3) ετών (9.12.2002 - 8.12.2005) και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία, με την οποία καταρτίσθηκε", "η σύμβαση δύναται να λήξει πριν το συμφωνημένο χρόνο, έπειτα από δήλωση παραιτήσεως του Ζ, σε κάθε όμως περίπτωση τα έννομα αποτελέσματα της παραιτήσεως επέρχονται ένα μήνα μετά την υποβολή της", "σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, εκ μέρους του Κ.Ε.Θ.Ι., πριν από τη λήξη της, ο Ζ δικαιούται της αποζημι-ώσεως, που προβλέπουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ήτοι τις αποδοχές των μηνών μέχρι τη λήξη της παρούσης συμβάσεως" (άρθρο 3 εδ.

α , β , γ ). "Η τροποποίηση των όρων της συμβάσεως αυτής, που όλοι θεωρούνται ουσιώδεις, θα γίνεται αποκλειστικά και μόνον γραπτά, κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο αποκλείεται" (άρθρο 4 εδ. α ). Στο χρονικό διάστημα 9.12.2002 - 22.9.2004, ο εκκαλών παρείχε, κανονικώς, στο εφεσίβλητο την εργασία του, ως υπάλληλος/Διευθυντής Επαγγελματικής Καταρ-τίσεως και ο μηνιαίος μισθός του, την 22.9.2004, ανήρχετο στο ποσό των 3.150 ευρώ [2/7757/0022/9.2.2004 Κοινή Απόφαση Υπ.

Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως - Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β 289/11.2.2004)]. Το εφεσίβλητο, δια της νομίμου εκπροσώπου του, την 22.9.2004, κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά, που τον θεμελιώνουν. Ειδικώτερον, στο έγγραφο της καταγγελίας προς τον εκκαλούντα αναφέρεται: "Βάσει των ρητώς οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 και 11 παρ.4 του ν. 3260/2004 και κατόπιν της υπ' αριθμ.

πρωτ. 18967/7.9.2004 (αριθμ. πρωτ. Κ.Ε.Θ.Ι. 11641/ 14.9.2004) εκδοθείσης Αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως (ορθή επανάληψη την 13.9.2004), που αφορά στον ορισμό νέας Διευθύντριας Επαγγελματικής Καταρτίσεως του Κ.Ε.Θ.Ι., της ..., σας πληροφορούμε ότι από την 7.9.2004 έχει λυθεί εκ του νόμου αυτοδικαίως η έννομη σχέση εργασίας σας, ως Διευθυντή Επαγγελματικής Καταρτίσεως, με το Κ.Ε.Θ.Ι.

και έχετε παύσει οριστικά να ασκείτε τα καθήκοντα σας από την 14.9.2004" (βλ. και έγγραφο καταγγελίας, με τη σημείωση παραλαβής του από τον εκκαλούντα, ο οποίος υπογράφει, την 22.9.2004). Κατά τη δικαστική διερεύνηση της διαφοράς, πρωτοδίκως, το εφεσίβλητο επικαλέσθηκε (και πάλιν επικαλείται στο παρόν Δικαστήριο) ότι "δεν κατήγγειλε την από 10.12.2002 σύμβαση εργασίας του ενάγοντος/εκκαλούντος, ως Διευθυντή Επαγγελματικής Καταρτίσεως, αλλά αυτή ελύθη αυτοδικαίως, δια του ν. 3260/2004 και, συνεπώς, δεν πάσχει την παραμικρή ακυρότητα, αυτός ήταν και ο μοναδικός και σπουδαίος λόγος λύσεως της συμβάσεως εργασίας".

Εν τούτοις, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά στη δεύτερη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 ν.3260/2004, ως αντισυνταγματική (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), είναι ανεφάρμοστη (άρθρο 93 παρ. 4 Συντάγματος)....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε ότι το τελευταίο οφείλει το υπόλοιπο και μη καταβληθέν μέρος της συνολικής αμοιβής του.

Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ.4 του ίδιου νόμου, και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τις διατάξεις των παρ. 5 του άρθρου 103 του Συντάγματος, προκύπτει ότι με "τη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται, ούτε απ' αυτήν, ούτε από άλλη διάταξη του Συντάγματος και δη την του άρθρου 26, να προβεί στη λύση-κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής", αλυσιτελώς προβάλλονται.

Τούτο δε διότι οι διατάξεις αυτές του άρθρου 103 παρ.5 του Συντάγματος αφορούν τις περιπτώσεις ανωτάτων διοικητικών υπαλλήλων, εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, που μπορεί να εξαιρούνται από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και συνεπώς δεν αφορά τους κατ' εξαίρεση προσλαμβανόμενους για ορισμένο χρόνο υπαλλήλους, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις (των παρ.3 και 8) του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου.

Στην προκείμενη δε περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε, και προσέφερε στο αναιρεσείον ΝΠΙΔ τις υπηρεσίες του, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, "ως υπάλληλος/Διευθυντής Επαγγελματικής Καταρτίσεως", που καταρτίστηκε μετά την έκδοση της αναφερόμενης στην απόφασή του Υπουργικής Αποφάσεως, και επομένως, πρόκειται για υπάλληλο που κατείχε μεν επιτελική θέση στην κλίμακα της ιεραρχίας της διοικήσεως του Ν.Π.Ι.Δ (εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 3260/2004), δεν πρόκειται, όμως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, για ανώτατο διοικητικό υπάλληλο εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας", υπαγόμενο στις ρυθμίσεις της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ομοίως αλυσιτελής είναι και η επίκληση των διατάξεων της παρ. 7 του ίδιου άρθρου, αφού το αναιρεσείον επικαλείται τη μη τήρηση της διάταξης αυτής, ως προς την πρόσληψη του αναιρεσείοντος, μόνο ως επιχείρημα για τη βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού του, ότι, δηλαδή ο αναιρεσίβλητος "εμπίπτει στην κατηγορία των μετακλητών υπαλλήλων" , για τους οποίους η πρόωρη λήξη της θητείας τους με νόμο δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 103 του Συντάγματος.

Επειδή το Tμήμα τούτο αρνείται να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 (σε συνδυασμό με το άρθ. 11 παρ.4) του ν.3260/2004, ως αντισυνταγματική, είναι επομένως υποχρεωμένο να παραπέμψει τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' εφαρμογήν των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 11781/21.9.2004 επιστολής του Κ.Ε.Θ.Ι.

προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία τον πληροφορούσε ότι "από την 7.9.2004 έχει λυθεί εκ του νόμου αυτοδικαίως η έννομη σχέση εργασίας σας, ως Διευθυντή Επαγγελματικής Καταρτίσεως του Κ.Ε.Θ.Ι. και έχετε παύσει οριστικά να ασκείτε τα καθήκοντα σας από την 14.9.2004", γιατί, σύμφωνα με το λόγο αυτό αναίρεσης, ουδεμία αναφορά υπάρχει σε αυτό για δήθεν "καταγγελία" της συμβάσεως εργασίας, αλλά μόνον η διαπίστωση ότι η "σύμβαση εργασίας" του αναιρεσιβλήτου "έχει λυθεί εκ του νόμου αυτοδικαίως" και δη "βάσει των ρητώς οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.2 και 11 παρ.4 του Ν.326Ο/2004", η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι "το εφεσίβλητο, δια της νομίμου εκπροσώπου του, την 22.9.2004 κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν".

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας ανέλεγκτα το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο με τη περιεχόμενη σε αυτό πιο πάνω αναφερόμενη δήλωσή του προέβη σε καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας και επομένως, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του εγγράφου αυτού.

Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως.

Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ