Supreme Court partially overturned a first-instance judgment for procedural error and violation of constitutional rights regarding social benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the Poly-Member District Court's decision of 4717/2005, which had rejected a claim for social benefits. The Court found the lower court erred in law by failing to declare the relevant period of the proceedings void, thereby violating specific articles of the Constitution and the European Convention on Human Rights. Consequently, the case was remanded to a newly constituted panel of the same court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 562(2)(b), 576(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 20(1), 26(1), 26(3), 73, 87(1) of the Constitution; Article 6(1) of the ECHR: The Supreme Court must annul a judgment if the lower court fails to apply mandatory provisions of substantive law or constitutional rights, constituting a substantive error under Article 560(1) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 808 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 808/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: .......... Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1035/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4717/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων τόσο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος όσο και του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη αφενός του πρώτου λόγου αναιρέσεως και αφετέρου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε απορριπτέος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά μεν το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγράφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι, διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.....
Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση η την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους", κατά δε το άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί η εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νομός, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι".
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 13-4-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 4717/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε.
Όπως προκύπτει από την επισημειωματική πράξη του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ...... επί επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο το αναιρεσείον, την προκειμένη συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως επιμελήθηκε η αναιρεσίβλητη δια του δικηγόρου Αθηνών Κων/νου Μαντζουράνη, ο οποίος έχει υπογράφει ως πληρεξούσιος αυτής (αναιρεσίβλητης) την κάτω από το πιο πάνω αντίγραφο κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, κατά παραγγελία του οποίου ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής στις ......
επέδωσε στο αναιρεσείον το ως άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως , παρά το ότι η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες αμφότεροι οι διάδικοι.- 2.- Επειδή, όπως προκύπτει, από το φάκελο της δικογραφίας, εκδόθηκε, θετική μεν γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ.
αναφορικά με το βάσιμο των 2ου και 3ου λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μη θετική δε γνωμοδότηση του ίδιου Τμήματος αναφορικά με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως. Επομένως και ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση, στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως ως προς όλους τους λογούς της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, ακόμη και ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, δεδομένου ότι παρά την έκδοση μη θετικής σχετικής γνωμοδότησης ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής κατά τούτο γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ., σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2293/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και παρ. 3 εδ.
β' σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών -βλ. σχ. Α.Ε.Δ. 32/1999 Ελλ.Δικ. 41,1566), πράγμα όμως το οποίο δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας.- 3.- Επειδή το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 2470/1997 ("αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις"), που ισχύει από 1-1-1997, όριζε :
α) Στην παρ. 1 του άρθρου 12 ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, και οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη διάταξη αυτή.
β) Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2515/1997, ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζυγούς λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικοί τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής :
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τεκνών, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων..". γ) Στην παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι, είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986....., που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων.....". Με την υπ' αριθ. 2026439/3430/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου24 του ως άνω ν. 2470/1997, επεκτάθηκαν, εκτός άλλων, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1937, και οι διατάζεις του άρθρου 12 του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α.. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μηνιαία οικογενειακή παροχή, που προβλέπεται, παρέχεται στους εγγάμους υπαλλήλους, τους οποίους αφορούν οι διατάζεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού ,για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, στην παρ. 1 του οποίου άρθρου, ειδικότερα, ορίζεται ότι "η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του 'Εθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους".
Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται τόσο από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1414/1984, κατά την οποία ως αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία νοείται ο μισθός και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, σε χρήμα ή σε είδος, ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του 'Αμστερνταμ (πρώην 119 της Ε.Ο.Κ.), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις Δ.Ε.Κ.
στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις ή έχει σύζυγο που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων και ειδικότερα είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος. 'Ετσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997 όπως η παράγραφος αυτή, κατά το πιο πάνω, ήδη ίσχυε, καθόσον έθετε ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή της μηνιαίας οικογενειακής παροχής, αντίκειτο στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου ήταν ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Κατόπιν αυτού ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση και ήταν άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1937, κατά τον οποίο οι στη διάταξη αυτήν αναφερόμενοι υπάλληλοι ή το προσωπικό το οποίο η ως άνω Κ.Υ.Α. λαμβάνουν ολόκληρα: τη μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσαυξημένη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προέβαινε η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4, όπως αυτή ήδη ίσχυρε του ίδιου άρθρου (βλ.
σχ. Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ. ΑΠ 6/2001, 15/1997). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), που έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, που υπηρετούσε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως υπάλληλος - τεχνίτρια με βάση σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, δικαιούνταν στο ακέραιο τα επιδόματα γάμου και τέκνων για το μερικότερο ένδικο χρονικό διάστημα από 1-5-2000 έως 30-6-2002 και ακολούθως επιδίκασε αυτά στην αναιρεσίβλητη" δεν έσφαλε.
Στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του αναίρεσε ιόντος. Με την κρίση του αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων αλλ' ούτε κ α ι των συναφών διατάξεων των άρθρων 1 στοιχ. α ' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 46/1975, 1 της Οδηγίας 75/117 της 19-2-1975 του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ..
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, επίσης από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του ν. 1414/1984 και 3 και 11 του ν. 1505/1984 πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι οι διατάζεις αυτές εσφαλμένως εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ενώ στην πραγματικότητα οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν (και ορθά) από το Πολυμελές Πρωτοδικείο (έστω και αν μνημονεύονται στη μείζονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού), η μεν πρώτη διάταξη (του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1414/1984) επειδή αντ' αυτής ήταν εφαρμοστέες οι σχετικές ειδικές διατάξεις του ν. 2470/1997, οι δε λοιπές διατάξεις (των άρθρων 3 και 11 του ν. 1505/1984) δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοστούν ακριβώς διότι είχαν ήδη καταργηθεί από 1-1-1997 (χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ως άνω ν. 2470/1997, σύμφωνα με τα άρθρα 31 στοιχ.
α' και 33 του νόμου τούτου).- 4.- Επειδή κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ("περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις") "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων και επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΟλΑΠ 29/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. α' του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται κα ι με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Στην προκειμένη περίπτώση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της ένδικης από 24-5-2002 αγωγής της, με την οποία αυτή ζήτησε την καταβολή σ' αυτήν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο των ως άνω επιδομάτων γάμου και τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2002 και η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 6-6-2002, ολοκληρώθηκε στις 7-6-2002 με την επίδοσή της στο αναιρεσείον κατά την τελευταία χρονολογία και έτσι έκτοτε, δηλαδή από τις 7-6-2002, η παραγραφή των σχετικών ένδικων αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 έως 6-6-2000, που είχε αρχίσει από το τέλος τον οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, διακόπηκε και έτσι κατά τον πιο πάνω χρόνο, κατά τον οποίο ολοκληρώθηκε, η άσκηση της ένδικης αγωγής, δηλαδή στις 7-6-2002, δεν είχαν παραγραφεί οι εν λόγω αξιώσεις, αφού από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η επιδίωξή τους μέχρι την ολοκλήρωση της άσκησης της αγωγής στις 7-6-2002 δεν είχε παρέλθει διετία.
Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, όπως ο λόγος αυτός είχε διορθωθεί με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις τούτου, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί η ένστασή του για παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης για το επιπλέον χρονικό διάστημα από 1-5-2000 έως 6-6-2000, πέραν του από 1-1-2000 έως 30-4-2000 χρονικού διαστήματος, οι στο οποίο εμπίπτουσες σχετικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης είχαν κριθεί ως παραγεγραμμένες με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (2000), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ολοκλήρωση της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (6-6-2002), όπως δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί και οι αξιώσεις αυτές.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το μέρος του που αφορά παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις που εμπίπτουν στο εδώ πλέον ενδιαφέρον από 1-5-2000 έως και 6-6-2000 χρονικό διάστημα.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, επίσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 7-6-2000 έως 29-6-2000 πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, όπως αυτός διορθώθηκε με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις του τελευταίου, η προταθείσα ένσταση παραγραφής αφορούσε μόνο τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που εμπίπτουν στο από 1-5-2000 έως 6-6-2000 χρονικό διάστημα, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση, σύμφωνα με τα παραπάνω και τις πραγματικές παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις 7-6-2002 διακόπηκε (με την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αγωγής κατά το χρόνο εκείνο) η παραγραφή και των εν λόγω ένδικων αξιώσεων, δεδομένου ότι δεν υφίσταται παραδοχή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για συμπλήρωση της παραγραφής σε επιδικία.- 5.- Επειδή οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΑΕΔ 48./1982).
Συνεπώς τα ένδικα μέσα μπορούν, κατ' αρχήν, να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό, εθνικό, νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ο ανωτέρω όμως νομοθετικός αποκλεισμός ή περιορισμός τω ν ένδικων μεσών δεν μπορεί να αφορά και τα ένδικα μέσα που έχουν ήδη επιτρεπτώς ασκηθεί, ως προβλεπόμενα από το κατά την άσκησή τους ισχύον δίκαιο.
Διότι η εκ των υστέρων κατάργηση από το νομοθέτη των νομίμως ασκηθέντων και εκκρεμών ένδικων μέσων συνεπάγεται την κατάργηση των δικών του είχαν ανοιγεί με την άσκησή τους και ισοδυναμεί γι' αυτό με κατάργηση των εκκρεμών ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου δικών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή παρά μόνον όταν συνδέεται με επιτρεπτή αναδρομική ρύθμιση από το νόμο του αντικειμένου των δικών αυτών, δηλαδή με αναδρομικοί ρύθμιση που δεν προσκρούει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 4 και 17 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).
Μόνο υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι επιτρεπτή η κατάργηση των ένδικων μέσων που ασκήθηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ασκήσεώς τους διατάξεις. Διαφορετικά, αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η εκ των υστέρων νομοθετική κατάργηση των νομίμως ασκηθέντων ένδικων μέσων είναι πολλαπλώς ανεπίτρεπτη για τους εξής λόγους: 1) Αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που διασφαλίζει, ως ατομικό δικαίωμα, την παροχή έννομης προστασίας, όπως αυτή παρέχεται από το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος, αφού η εν λόγω κατάργηση αποστερεί το διάδικο από την έννομη προστασία που είχε ζητήσει με νομότυπα ασκηθέν ένδικο μέσο. 2) Ενέχει επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής και αντίκειται γι' αυτό στη θεμελιώδη διάκριση των εξουσιών που καθιερώνουν τα άρθρα 26 παρ. 1 και 3, 73 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι δίδεται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας λύση, η οποία μονό με δικαστική απόφαση είναι δυνατόν να δοθεί, αφού πρόκειται για ζήτημα, που έχει αχθεί ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου (δικαστηρίου), το οποίο και μονό έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθεί.
Ειδικότερα, αν με διάταξη νομού καταργείται ασκηθέν ήδη ένδικο μέσο, υιοθετείται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας η λύση που δόθηκε από το κατώτερο δικαστήριο, παρόλο ότι είχε αμφισβητηθεί η ορθότατα της με το ένοικο μέσο και αφαιρείται έτσι από το ανώτερο δικαστήριο η εξουσία να επιλυθεί και να αποφανθεί επί τον εκκρεμούς ενώπιον του ζητήματος. 3) Αντίκειται, τέλος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που προστατεύει, σε περίπτωση εκκρεμούς ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου ένδικου μέσου, και το δικαίωμα προσβάσεως στο ανώτερο δικαστήριο και διεξαγωγής δίκαιης δίκης επί του ενδίκου μέσου, αφού το δικαίωμα αυτό καταλύεται με την εκ των υστέρων νομοθετική κατάργηση του εκκρεμούς ένδικου μέσου. (βλ.
σχ. ΟλΑΠ 27-28/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 26 του ν. 3205 της 22/23-12-2003, "με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και ο ακριβής χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, των εν ενεργεία υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου....., ο ι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 30-6-2002, είτε έχουν ασκήσει αγωγές είτε όχι.
Στην ανωτέρω ρύθμιση υπάγονται και οι περιπτώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτές για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για το ίδιο χρονικό διάστημα οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται.....".
Περαιτέρω δε με την υπ' αριθ. οικ. 2/3013/002/20-1-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίστηκε η διαδικασία εξοφλήσεως των αμέσως πιο πάνω απαιτήσεων σε τρεις ετήσιες δόσεις. Στην προκείμενη περίσωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 1035/2002 οριστική απόφαση του δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και κατά το μέρος της που αφορούσε ζητούμενη επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη, που, όπως προαναφέρθηκε, συνδεόταν με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων, εκτός άλλων, και για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 30-6-2002.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διχάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αμέσως πιο πάνω πρωτόδικης αποφάσεως, επικυρώνοντας έτσι την τελευταία απόφαση. Με το να αποφασίσει όμως έτσι και να δεχτεί ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με τα επιδόματα γάμου και τέκνων που ενέπιπταν στην αμέσως πιο πάνω χρονική περίοδο (1-3-2001 μέχρι 30-6-2002) αντί να κηρύξει καταργημένη τη σχετική δίκη κατά το μέρος της που αφορούσε το εν λόγω χρονικό διάστημα, παραβίασε (με το να μην την εφαρμόσει, μολονότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα, αφού το προκείμενο ένδικο μέσο της εφέσεως, όπως από αυτό προκύπτει, ασκήθηκε στις 7-1-2004, μετά δηλαδή τη δημοσίευση του ως άνω ν. 3205/2003) τόσο την παραπάνω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, σε συνδυασμό της με την υπ' αριθ.
οικ. 2/3013/002/20-1-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όσο και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 3, 73 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (η οποία, στην πραγματικότητα, και όχι εκείνη της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, φέρεται με το αναιρετήριο, όπως εκτιμάται, ως παραβιασθείσα), με βάση τις οποίες, κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, εσφαλμένως δέχτηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό της με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση , υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην κηρύξει καταργημένη τη δίκη κατά το μέρος της το οποίο αφορούσε τα αμέσως πιο πάνω επιδόματα, που ενέπιπταν στην επίσης αμέσως πιο πάνω χρονική περίοδο, αλλ' αντιθέτως με το να δεχτεί ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε πράγματι να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με τα επιδόματα που ενέπιπταν στην εν λόγω χρονική περίοδο παραβίασε τους παραπάνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι το με το λόγο αυτόν αναιρέσεως επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ.
β' ΚΠολΔ).- 6.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους δεύτερο κατά ένα μέρος του και τρίτο λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' ν. 3693/1957).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ' αριθ. 4747/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένη αναιρετικής δίκης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ