Legislator Case Law & Legislation
808/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on equal pay for temporary vs permanent staff.

Case Number 808/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by nine employees against the Athens Court of Appeal's decision. The employees argued for equal treatment and salary adjustments based on the principle of equal pay for equal work, claiming they should be classified as permanent staff. The court ruled that the lower court correctly applied the company's personnel regulations, which distinguish between permanent and temporary staff, and found no violation of constitutional equality principles since the employees did not work under identical conditions as the permanent staff. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(1), 2(3), 3(3), 3(4), and 42(1)-(4) of the Personnel Status Regulations of the D.E.H.; The principle of equality does not mandate identical treatment for temporary and permanent staff when their employment conditions and contractual status differ fundamentally.

Keywords

AI generated
equal pay principle temporary staff status permanent staff classification labor law regulations constitutional equality salary adjustment claim dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 2(1), 2(3), 3(3), 3(4), and 42(1)-(4) of the Personnel Status Regulations of the D.E.H.
Article 22(1) of the Constitution
Article 288 of the Civil Code
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Director's Decisions 35 and 36/1990
Council of State Decision 58/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 808 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 808/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 9 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4190/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 6847/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2001 αίτησή τους και τους από 17-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 1-4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Η. (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ και κυρώθηκε με το νδ.210/1974 και έχει ισχύ νόμου, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του Κεφαλαίου Α της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με Απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δημοσιευθείσα στην Ε.τ.Κ (Τ.

Β 277), το προσωπικό συνδέεται μετά της ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε σε τακτικό και έκτακτο. Έκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου προς κάλυψη εκτάκτων και πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και υπαγόμενο εις εκείνες μόνο τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 42 του Κανονισμού, κατά τα λοιπά δε οι σχέσεις του προσωπικού τούτου μετά της Επιχειρήσεως διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ) και αριθμός οργανικών θέσεων, προς πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της. Μεταξύ των κλάδων είναι και εκείνος των Τεχνικών, στον οποίο περιλαμβάνονται οι κατηγορίες Τ1- διπλωματούχοι Μηχανικοί, Τ2- πτυχιούχοι θετικών επιστημών, Τ3- Τεχνικοί Μηχανικοί, που μετονομάστηκε κατόπιν τροποποιήσεως της παρ. 4Β4 του άρθρου 4 με την από 11-4-1995 ΕΣΣΕ σε Τ3-Πτυχιούχων Μηχανικών Τεχνικής Εκπαίδευσης και Τ4-Τεχνικών (γενικά).

Ορίζονται περαιτέρω με το άρθρο 4 οι βαθμίδες και τα μ.κ ως και οι απαιτούμενοι, ως προσόν για την ένταξη σε κάθε κατηγορία και μ.κ, τίτλοι σπουδών, ενώ δια των ρυθμίσεων του άρθρου 5 ορίζονται ότι το προσωπικό της ΔΕΗ προσλαμβάνεται, πλην των αποφοίτων των Σχολών Μαθητείας και Ταχυρύθμου Εκπαιδεύσεως της ίδιας, πάντοτε ως έκτακτο και εντάσσεται, μετά δοκιμαστική περίοδο, στο τακτικό, σε μ.κ της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης κατηγορίας, δι' αποφάσεως του Διοικητή αυτής, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας ως και ότι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), μετά εισήγηση του Διοικητή, αποφασίζει την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μ.κ εκάστης κατηγορίας.

Από τις διατάξεις αυτές του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται, ότι η το πρώτον ένταξη έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και συνακολούθως, ούτε η απόφαση του αρμοδίου οργάνου περί της εντάξεως αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως προσλήψεως του εντασσομένου στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η και κατατάξεώς του στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι a priori, εκ του κανονισμού δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, βάσει των τυπικών προσόντων του.

Συνεπώς, τα δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί στην κατά τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ και με βάση τον τίτλο σπουδών του κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Εντεύθεν, λοιπόν, θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της εναγομένης προς ένταξη του έκτακτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον εν λόγω κανονισμό, και συνεπώς, η μη εκπλήρωση από τη Δ.Ε.Η.

της υποχρεώσεώς της αυτής, είτε δια της μη εντάξεως, είτε δια της τοιαύτης σε κατηγορία διαφορετική εκείνης, στην οποία τούτο εδικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως (ΑΠ 815/2006, ΑΠ 185/2005). Εξάλλου, η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 Α.Κ, όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Η οικειοθελής παροχή του εργοδότη δεν αποτελεί μεν, κατ' αρχή, μισθό, παρέχεται όμως προς τους εργαζομένους εντός των πλαισίων της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, Συνεπώς, η κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή ορισμένων από τους εργαζομένους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε αυτή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη.

Τέτοια εξαίρεση ενός μισθωτού δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι πλείονες μισθωτοί δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία, γιατί δεν έχουν τα αυτά τυπικά προσόντα, καθώς και όταν προσλήφθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους με άλλες προϋποθέσεις η συνδρομή των οποίων διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος μισθωτού.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες είναι πτυχιούχοι Δημοσίων Σχολών Δοκίμων Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού τριετούς φοίτησης. Στην εναγομένη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού προσλήφθηκαν αντιστοίχως στις 22-3-1991, 19-9-1991, 8-10-1991, 14-10-1991, 15-10-1991, 24-10-1991, 30-11-1991 και 9-12-1991 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ο ένατος ως μαθητής της Σχολής Ταχύρυθμου Εκπαιδεύσεως.

Τοποθετήθηκαν από την αρχή στην κατηγορία Τ4 ως τεχνικοί με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 10, συνεχίζουν να υπηρετούν σε αυτήν την κατηγορία ειδικότητας Δ (μηχανοτεχνίτες ΑΗΣ, ΥΗΣ και Α/2) και εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό ο πρώτος την 1-5-1994, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος την 1-4-1994, οι πέμπτος και έκτος την 1-5-1994, οι έβδομος και όγδοος την 1-3-1994 και ο ένατος την 27-8-1992.

Οι Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού ανήκουν στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Με την 35/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης προστέθηκε στην κατηγορία Τ3 η νέα ειδικότητα Τ3/Η - Τεχνολόγοι- Μηχανολόγοι Σταθμών Παραγωγής- από 1-1-1990. Προσόντα για την πρόσληψη, ένταξη στην ειδικότητα αυτή ήταν η κατοχή πτυχίου αναγνωρισμένης Ανώτερης Σχολής Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού, μηχανολογικής κατεύθυνσης ή ισοτίμου αλλοδαπής.

Με την 36/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή αποφασίστηκε η μετάταξη στην υπόψη ειδικότητα όλων των υπηρετούντων κατά την 1-1-1990 τακτικών μισθωτών της κατηγορίας- ειδικότητα Τ4/Δ - Μηχανοτεχνικοί ΑΗΣ, ΥΗΣ και αεριοστροβίλων και της κατηγορίας - ειδικότητας Τ4/Ε Μηχανοτεχνικοί ΜΕΚ, που είναι κάτοχοι των προαναφερθέντων προσόντων και απασχολούνται σε Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Με την 58/1990 απόφαση του Δ.Σ της εναγομένης εγκρίθηκε η ένταξη από 1-1-1990 των μεταταγέν των στην Τ3/Η κατηγορία, με βάση την 36/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή, μισθωτών στο μ.κ που προκύπτει αντίστοιχα, με αφετηριακό κλιμάκιο πρόσληψης το ένατο, εφόσον είχαν κατά την πρόσληψη τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, διαφορετικά το αφετηριακό κλιμάκιο θα υπολογίζεται από τη μεταγενέστερη χρονολογία καταθέσεως των τυπικών προσόντων.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών μετατάχθηκαν στην Τ3/Η κατηγορία με το ένατο μ.κ όλοι οι δικαιούμενοι μισθωτοί, μεταξύ των οποίων και οι προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοι των εναγόντων, οι οποίοι είχαν προσληφθεί στην κατηγορία -ειδικότητα Τ4/Δ από το έτος 1975-1987 και υπηρετούσαν κατά την 1-1-1990. Στις ρυθμίσεις όμως αυτές δεν ήταν δυνατόν να συμπεριληφθούν οι ενάγοντες, αφού προσλήφθηκαν μετά το έτος 1991.

Η εναγομένη κατά το χρόνο πρόσληψης των εναγόντων είχε ανάγκη από μισθωτούς της κατηγορίας Τ4 και θέλησε να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες της που αφορούσαν την κατηγορία αυτή και όχι την κατηγορία Τ3. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν προσόντα ανώτερης στάθμης από τα ζητούμενα από την εναγομένη δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον οι ανάγκες της ήταν για μισθωτούς κατώτερης και μέσης στάθμης σπουδών.

Ενόψει αυτών, ήτοι ιδίως της διαφοράς των υπηρεσιακών συνθηκών που υφίσταντο μεταξύ των εναγόντων και των προτεινομένων προς σύγκριση, η εφαρμογή και στους ενάγοντες των 35 και 36/1990 αποφάσεων του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης και της 58/1990 αποφάσεως του Διοικητικού της Συμβουλίου, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν είναι αυθαίρετη και καταχρηστική.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να εντάξει τους ενάγοντες στην κατηγορία Τ3/Η στο 8ο μ.κ από την ημερομηνία της προσλήψεώς τους, ακολούθως να τους προαγάγει στο 7ο μ.κ και να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ και των άρθρων 22 παρ. 1 περί β του Συντάγματος και 288 ΑΚ, καθόσον οι αναιρεσείοντες, ως πτυχιούχοι των ανωτέρων σχολών, για τον πριν από την ένταξη τους χρόνο στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης δεν είχαν κατ΄ αυτής αξίωση από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεδομένου ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν εφαρμόζονται επί του εκτάκτου προσωπικού.

Περαιτέρω, τέτοιο δικαίωμα δεν δύναται να θεμελιωθεί με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που στηρίζεται στην μη εφαρμογή των 35, 36/1990 και 58/1990 αποφάσεων του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης και του Διοικητικού της Συμβουλίου, αφού οι αναιρεσείοντες δεν υπηρετούσαν την 1.1.1990 ως τακτικοί, ούτε ως έκτακτοι υπάλληλοι και συνεπώς δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία, ούτε παρείχαν την εργασία τους με τις ίδιες συνθήκες, όπως και οι προτεινόμενοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, στους οποίους εφαρμόστηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος του κυρίου δικογράφου και με τα στοιχεία (1β) και (1δ) του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τους με τα στοιχεία (1α) και (1γ) του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής για την ένταξη των αναιρεσειόντων στην κατηγορία Τ3/Η με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως και το αίτημα αυτής για την καταβολή των μισθολογικών τους διαφορών.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως προς όλες τις βάσεις της και εκ του πράγματος και ως προς το αίτημα καταβολής μισθολογικών διαφορών. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.7.2001 αίτηση των ....(αναφέρονται 9 ονόματα) για αναίρεση της 6847/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ