Legislator Case Law & Legislation
807/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on expropriation compensation jurisdiction and costs.

Case Number 807/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final High Court decision regarding expropriation compensation jurisdiction. The High Court correctly ruled that the lower court had proper jurisdiction because the expropriation occurred before the relevant law's effective date, rendering the State's jurisdictional arguments invalid. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 and 37 of Law 2971/2001; If an expropriation occurred prior to the effective date of the relevant law, the lower court retains jurisdiction, and jurisdictional challenges based on the new law are inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation compensation jurisdictional competence appeal dismissal legal costs statutory timeline

Cited Legislation

AI generated
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 33 paragraph 3 of Law 2971/2001
Article 37 of Law 2971/2001
Article 1 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 of Law 4335/2015
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 807 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.02.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1328/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26.02.2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 23.09.2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Τσαλαπόρτα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 26.02.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1328/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 26.02.2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2-3-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσίβλητου Γ. Τ. για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 1328/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 02.03.2010, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ τριετούς προθεσμίας [όπως η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η κρινόμενη από 26.02.2010 υπ’ αρ. 43/2-3-2010 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 02.03.2010, οι δε διατάξεις του Ν. 4335/2015 για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται , σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.1 του ίδιου νόμου, για τα κατατιθέμενα από τις 01.01.2016 και εφεξής ένδικα μέσα].

Σημειωτέον ότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 2882/ 2001 «Κ.Α.Α.Α.» (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), σύμφωνα με το οποίο εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 548/2019), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν αφορά αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση, εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία απαλλοτριώσεων του αρθρ. 18 επ.

του Ν. 2822/2001 ή τις αντίστοιχες του Ν.Δ. 797/1971 αλλά αφορά έφεση κατ’ αποφάσεως που έκρινε επί αγωγής εκδικασθείσας κατά την τακτική διαδικασία, που είχε ως αντικείμενο την δικαστική ανατροπή (άρση) του (μαχητού) τεκμηρίου ωφελείας του φερόμενου ως ωφελούμενου από την συντελεσθείσα πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη – ενάγοντος και την επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο (μετά την ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου ωφελείας) με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως που είχε καθοριστεί με την (πολύ προγενέστερη της προσβαλλόμενης) υπ’ αρ. 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως μη νόμιμος ο περί εκπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, η κρινόμενη από 26.02.2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2-3-2010 αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το νόμιμο και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 1328/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι:

Με την από 11.02.2002 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 822/309/2002 αγωγή του που άσκησε κατά του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά την τακτική διαδικασία, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) ισχυριζόταν ότι με την υπ’ αριθ. 1149641/9011/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 10/1994, τεύχος Δ’) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με δαπάνες του εναγόμενου ( ήδη αναιρεσείοντος ) Ελληνικού Δημοσίου, για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την βελτίωση της ευρείας παράκαμψης Πάτρας και των συνδετηρίων οδών στο τμήμα …, εδαφική έκταση που εμφαίνεται στο από 15.09.1994 κτηματολογικό διάγραμμα και στους κτηματολογικούς πίνακες του μηχανικού Δ.

Λ., θεωρημένους από το Διευθυντή Τ.Υ.Ν. Αχαίας Π. Σ., καθώς και στην έκθεση κτηματογράφησης του ίδιου ως άνω μηχανικού, θεωρημένη από τον ίδιο ως άνω Διευθυντή. Ότι στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και εδαφική έκταση που ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος, εμβαδού 292 τ.μ., για την οποία θεωρήθηκε με την έκθεση κτηματογράφησης της ότι αυτοαποζημιώνεται κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 και έτσι δεν του καταβλήθηκε αποζημίωση.

Ζητούσε δε ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) επικαλούμενος το μαχητό του τεκμηρίου ωφελείας που καθιερώνει η ως άνω διάταξη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 8.570 ευρώ , νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για το ως άνω ακίνητό του, με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως που είχε καθοριστεί με την (πολύ προγενέστερη της προσβαλλόμενης) υπ’ αρ. 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών .

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ’ αριθμ. 475/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών , με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω από 11.02.2002 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 822/309/2002 αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου. Κατά της ανωτέρω υπ’ αρ. 475/2004 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το εναγόμενο της ως άνω αγωγής (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 26.01.2005 και με αρ.έκθ.

κατάθ. 51/31-01-2005 έφεσή του κατά του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου). Επί της ως άνω εφέσεως του τώρα αναιρεσείοντος εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ'αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1328/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση, σύμφωνα με τα σε αυτήν αναλυτικά οριζόμενα.

[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/ 2005, βλ.

και ΑΠ 546/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1012/2011). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 «περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κλπ» όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ.9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να ζητήσει να αποζημιωθεί, αντίστοιχα, και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης (ΟΛ.ΑΠ 11/2004, Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017ΑΠ 1012/2011).

Αυτό προβλέπεται ρητά πλέον από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που ισχύει από 19.01.2001 και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Ειδικότερα κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 33 του ν. 2971/2001:

«1. Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α’) είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου», η ισχύς του οποίου άρχισε κατ' άρθρο 37 αυτού (Ν. 2971/2001) από την 19.01.2002.

Κατά τις παρ. 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (όπως η παρ. 3 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 27 του Ν .4484/2017):

«2. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης.

3. Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκτασή ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής και έναν εμπειρογνώμονα οριζόμενο με αναπληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 372 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με απλή πράξη, της οποίας αντίγραφο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Τα λοιπά μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης».

Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ίδιου ως άνω νόμου (2971/2001) καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι την έναρξη ισχύος του (ΑΠ 546/2020,ΑΠ 1168/2017, ΑΠ 982 / 2015, ΑΠ 1012/2011, ΑΠ 136/2009, ΑΠ 1167/2009 ).

Αντίθετα για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/20001 αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 1012/2011, Α.Π. 1056/2008 ) και οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες, προκειμένου να επιτύχουν τη δικαστική ανατροπή του κατά τα ανωτέρω τεκμηρίου ωφελείας τους από τα ακίνητά τους, που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ’ αυτή, μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, είτε και εκτός της δίκης αυτής με αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 1012/2011 ).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1328/2007 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 475/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση αποζημίωσης, για τμήμα της ιδιοκτησίας του, εμβαδού 292 τ.μ. που δεν αποζημιώθηκε, επειδή θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση παρόδιος ιδιοκτήτης. Συγκεκριμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (εκτός των άλλων παραδοχών του ως προς τις οποίες δεν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης) απέρριψε τον υποβαλλόμενο με την ως άνω έφεση ισχυρισμό του εκκαλούντος – αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, που απέβλεπε στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη για το λόγο ότι αναρμοδίως καθ’ ύλην είχε εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ενώ υπαγόταν στην αρμοδιότητα του αρμόδιου για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης Εφετείου και υπέκειτο στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33 παρ. 3 του Ν. 2971/2001, που αρχίζει από την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/2001.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, σε σχέση με τα προαναφερθέντα θέματα που ενδιαφέρουν εδώ, τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: «| [...] στην ένδικη αγωγή που αποβλέπει στην ανατροπή του πιο πάνω τεκμηρίου και αφορά απαλλοτρίωση που είχε συντελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 και αρμόδιο καθ’ ύλην Δικαστήριο για την εκδίκασή της ήταν το πρωτόδικο Δικαστήριο ( άρθρο 14 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης, για καθύλην αναρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και περί απαραδέκτου της αγωγής, διότι δεν ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 προθεσμίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι|».

[V] Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου αφού όπως δέχτηκε η ένδικη απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ως άνω ν. 2971/2001. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η κρινόμενη από 26.02.2010 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε στη δίκη αυτή, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.02.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1328/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ