Supreme Court dismisses appeal on share transfer validity and procedural admissibility grounds in maritime company dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Patras regarding a maritime company dispute. The appellants argued that share transfers were invalid due to late capital payment and false certification, while the respondents maintained the transfers were legally effective. The court rejected these claims, ruling that the shareholding relationship was validly established and the appeal arguments were inadmissible or without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 180, 904 of the Civil Code and Article 11 of Law 759/1979; The court holds that share transfers effected after capital certification do not invalidate the shareholding relationship if the transfer was otherwise lawful and the company's capital structure remains compliant with statutory requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 807/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ρ. του Θ., 2) Θ. Ρ. του Ι., 3) Α. Ρ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντία Κυπρούλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικής Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Ποταμίτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Λιβεριανής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2016 αίτησή τους και τους από 14/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 14-12-2016 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 94/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτές οι από 18-11-2013 (δύο) εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 30/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία είχε δεχθεί την από 28-5-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση, δικάστηκε η άνω αγωγή και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 14-10-2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 114/2019).
Έτσι ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 759/2006). Δεν ιδρύει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμούς μη νόμιμους, καθόσον αυτοί, ως μη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του αριθ. 8 (ΟλΑΠ 14/2004).
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως, διεπόμενη από το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης, ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη, κατ` αρχήν άτυπα, και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκειμένη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης (ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 232/2009).
Κατά κανόνα με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς, προκαλώντας την απόσβεσή της (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις, που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 962/2012, ΑΠ 237/2009).
Η δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση του χρέους ή η υπόσχεση αυτού είναι απευθυντέα προς το δανειστή και αποτελεί πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, την οποία πρέπει να αποδεχθεί ο δανειστής, κατά τους όρους των άρθρων 189 επ. ΑΚ, προκειμένου να υπάρξει συντέλεση της σύμβασης.
Έτσι, ο ενάγων, που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, πρέπει, για το ορισμένο, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, της αγωγής του, να επικαλεστεί τη δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση ή υπόσχεση από αυτόν του χρέους, που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, δημιουργικής νέας αυτοτελούς ενοχής σε βάρος του και την αποδοχή της πρότασης αυτής από το δανειστή, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, καθώς και όσα πραγματικά στοιχεία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 878/2018, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 523/2001, ΑΠ 863/1996).
Περαιτέρω, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεμελιώνεται στην ιδιωτική αυτονομία και βρίσκει έρεισμα, όπως προαναφέρθηκε, στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, δίνει στους συμβαλλόμενους τη δύναμη όχι μόνο να καταρτίζουν ορισμένη σύμβαση, αλλά και να την καταργούν με μία άλλη. Ο κανόνας ότι απαιτείται και αρκεί σύμβαση για τη δικαιοπρακτική γένεση ενοχής ισχύει και για την κατάργηση της ενοχής.
Επομένως, ο ενάγων που ζητεί την επιστροφή της παροχής του, λόγω κατάργησης της ενοχής, οφείλει για την πληρότητα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, της αγωγής του να επικαλεσθεί τη σύναψη μεταξύ των συμβαλλομένων καταργητικής σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν, ότι τυγχάνουν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....)", ότι η εταιρεία αυτή συνέστησε με το Μ.
Τ. με την από 3-11-2003 σύμβαση την πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία " ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που ενεγράφη στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών στις 3-12-2003, με κεφάλαιο 3.000.000 ευρώ και σκοπό την κυριότητα ελληνικών εμπορικών πλοίων, την εκμετάλλευση ή διαχείρηση ελληνικών ή ξένης σημαίας εμπορικών πλοίων, καθώς και την απόκτηση μετοχών άλλων εταιρειών, που έχουν τον ίδιο ως άνω σκοπό, ότι μέτοχοι της πρώτης εναγομένης εταιρείας, κατά την ίδρυσή της, ήταν η προαναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α. Ε." με 299.999 μετοχές και ο Μ. Τ. με μία (1) μετοχή, ότι στις 31-12-2003 το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αυτής με το υπ' αριθ. 3/31-12-2003 πρακτικό του αποφάσισε την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της για τη συμπλήρωση του τιμήματος αγοράς του πλοίου "...", κατά 552.000 ευρώ, με την έκδοση 55.200 νέων ανώνυμων στον κομιστή μετοχών με ονομαστική αξία δέκα (10) ευρώ καθεμιάς, ότι στη συνέχεια το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με την από 5-1-2004 ανακοίνωσή-πρόσκληση ανακοίνωσε, ότι δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο έχουν οι κάτοχοι μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α. Ε.", με αναλογία μία (1) νέα μετοχή στις πέντε (5) παλαιές, ότι η προθεσμία κάλυψης του εταιρικού κεφαλαίου ορίζεται σε σαράντα (40) ημέρες, που αρχίζει από 1-1-2004, ήτοι μέχρι 10-2-2004 και ότι μετά την παρέλευση της άνω προθεσμίας οι μετοχές θα διατεθούν ελευθέρως και προσκάλεσε αυτούς, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα-μετόχους της άνω εταιρείας ("...
Α.Ε.") προς άσκηση του δικαιώματος προτίμησης επί των άνω 55.200 εκδοθησομένων μετοχών, ενώ όφειλε να δώσει δικαίωμα προτίμησης στην ίδια την εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε.", που ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης εταιρείας με 299.999 μετοχές από τις 300.000 μετοχές και να ορίσει προθεσμία για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου πράγματι σαράντα (40) ημερών από τη γνωστοποίηση, όπως επιβάλλει το καταστατικό και όχι τριάντα πέντε (35), όπως τελικά όρισε (5-1-2004 έως 10-2-2004), ότι η άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου καλύφθηκε κατά το ποσό των 391.960 ευρώ και το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με το υπ' αριθ. ...-6-2004 πρακτικό του, που υποβλήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, πιστοποίησε, ότι η αποφασισθείσα με το υπ' αριθ. 3/31-12-2003 πρακτικό αύξηση είχε ολοκληρωθεί κατά το ποσό των 391.960 ευρώ και ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί μετρητοίς στο ταμείο της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των δικών τους (εναγόντων) καταβολών, ενώ η αύξηση είχε αποφασισθεί για το ποσό των 552.000 ευρώ, χωρίς να έχει περιληφθεί στην απόφαση σχετική πρόβλεψη για τη μερική καταβολή της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και τη δυνατότητα πιστοποίησης της μερικής αύξησης σε περίπτωση μη κάλυψης του συνολικού ποσού της αύξησης, και αυτοί (ενάγοντες), που συμμετείχαν στην άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ως μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", κατέβαλαν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ και συγκεκριμένα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ο πρώτος και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ καθένας από τους δεύτερο και τρίτη, μετά την εκπνοή της άνω προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος προτίμησής τους και κάλυψης του αντιτίμου των μετοχών, αλλά και μετά την ίδια την πιστοποίηση καταβολής της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και ειδικότερα στις 2-9-2004 κατέβαλαν το ποσό των 50.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό, που τους υποδείχθηκε από τον τότε αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, Μ.
Τ. και στις 7-9-2004 παρέδωσαν στον τότε πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, Δ. Τ., τρείς μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας Κύπρου, με αριθμούς ... ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ εκάστης, με ημερομηνίες έκδοσης 20-4-2005, 30-6-2005 και 20-8-2005 αντιστοίχως, από τις οποίες η τελευταία αντικαταστάθηκε με τις υπ' αριθ. ...
μεταχρονολογημένες ομοίως τραπεζικές επιταγές της ίδιας τράπεζας, ποσού είκοσι πέντε χιλιάδων ( 25.000) εκάστης και με ημερομηνία έκδοσης 26-5-2005 και 28-6-2005 αντιστοίχως, οι οποίες και εξοφλήθηκαν, ότι τόσο η απόφαση για αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, όσο και η πιστοποίησή της έπασχαν από ακυρότητα, διότι το διοικητικό συμβούλιο, αντί να δώσει δικαίωμα προτίμησης στην ίδια την εταιρεία με την επωνυμία " ...
Α.Ε.", που ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης εταιρείας με 299.999 μετοχές από τις 300.000 μετοχές, έδωσε δικαίωμα προτίμησης στα φυσικά πρόσωπα-μετόχους αυτής και αντί να ορίσει προθεσμία για την κάλυψη του εταιρικού κεφαλαίου πράγματι σαράντα (40) ημερών από τη γνωστοποίηση, όπως επιβάλλει το καταστατικό, όρισε τελικά προθεσμία τριάντα πέντε (35) ημερών, ήτοι από 5-1-2004 έως 10-2-2004 και επιπλέον, διότι πιστοποίησε, ότι η αύξηση αυτή είχε ολοκληρωθεί κατά το ποσό των 391.960 ευρώ, αν και είχε αποφασισθεί για το ποσό των 552.000 ευρώ, χωρίς όμως να έχει περιληφθεί στην απόφαση σχετική πρόβλεψη για τη μερική καταβολή της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και τη δυνατότητα πιστοποίησης της μερικής αύξησης σε περίπτωση μη κάλυψης του συνολικού ποσού της αύξησης, ότι επιπλέον άκυρη ήταν και η συμμετοχή τους στην αύξηση αυτή με το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, διότι αυτοί κατέβαλαν το ποσό της συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (με μετρητά σε τραπεζικό λογαριασμό και με επιταγές, κατά τα προαναφερόμενα), μετά την εκπνοή της προθεσμίας κάλυψης, αλλά και μετά την από 23-6-2004 πιστοποίηση καταβολής της αύξησης, ότι έτσι αυτοί ουδέποτε κατέστησαν πραγματικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης και δεν απέκτησαν και τις αντίστοιχες μετοχές, ότι περί τούτου τους πληροφόρησε περί τα τέλη του έτους 2008 η πρώτη εναγομένη, μετά σχετική γνωμάτευση ορκωτού ελεγκτού, που η ίδια παρήγγειλε και τους διαβεβαίωσε ότι τα χρήματα, που κατέβαλαν, θα τους αποδοθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, ότι στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη αποφάσισε την πώληση του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου και ειδικότερα προσυμφώνησε την πώληση και μεταβίβαση του πλοίου "...", νηολογίου Πειραιώς και ήδη "...
νηολογίου Παναμά, με αριθμό ..., κοχ. ..., ..., που ναυλοχεί στο λιμένα της Ζακύνθου, προς τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία και συντάχθηκε και το σχετικό προσύμφωνο πώλησης, ότι, όταν αυτοί πληροφορήθηκαν την προσυμφωνούμενη πώληση, άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να εξασφαλισθεί η απαίτησή τους κατ' αυτής για την απόδοση των αχρεωστήτως υπ' αυτών καταβληθέντων ποσών για το τίμημα των μετοχών, η πώληση των οποίων δεν έγινε, αιτούμενοι τη μη μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης του πλοίου, ότι τότε η πρώτη εναγόμενη τους πληροφόρησε, ότι το διοικητικό συμβούλιό της, αλλά και της βασικής μετόχου αυτής, δηλαδή της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α. Ε.", κατά την έκτακτη ειδική συνεδρίαση τους στις 26-11-2008, είχαν αποφασίσει την έκδοση εγγυητικής επιστολής για το συνολικό ποσό των 441.960 ευρώ, περιλαμβανομένου και του ποσού 50.000 ευρώ για τους απαιτούμενους τόκους, με σκοπό την εξασφάλιση της πληρωμής των απαιτήσεων των μετόχων, που συμμετείχαν στην άνω αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, που δεν ολοκληρώθηκε, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, ότι περαιτέρω τους ενημέρωσε, ότι είχε ευθέως αναγνωρισθεί, από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλά και της "...
Α.Ε.", η απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθέντων χρημάτων τους, που είχε εξασφαλισθεί δια της άνω εγγυητικής επιστολής και ότι αρκούσε απλώς μία έγγραφη επιστολή αυτών με το αίτημα να τους αποδοθούν, δεδομένου ότι είχε δοθεί ανέκκλητη εντολή σε συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα να ζητήσουν την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για τους μετόχους και τέλος ότι η πρώτη εναγομένη παρά ταύτα ουδέν έπραξε, αν και της έχουν αποστείλει σχετικές επιστολές, καθώς και την από 11-5-2009 εξώδικη-δήλωση-όχληση-διαμαρτυρία.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι, ότι η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, η πιστοποίηση καταβολής του, αλλά και η συμμετοχή τους στην αύξηση αυτή ήταν άκυρη για τους παραπάνω λόγους και ότι εντεύθεν ουδέποτε κατέστησαν μέτοχοι αυτής και ούτε απέκτησαν τις αντίστοιχες μετοχές, ζήτησαν, μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να τους καταβάλλουν με το νόμιμο τόκο από 20-8-2005, άλλως από την επίδοση της αγωγής, εις ολόκληρον η καθεμία, η δεύτερη δε, διότι, μετά τη δημιουργία του άνω χρέους, απέκτησε από την πρώτη, κατά κυριότητα, το προαναφερόμενο πλοίο, γνωρίζοντας, ότι αυτό αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρώτης, το ποσό των διακοσίων (200.000) ευρώ και ειδικότερα το ποσό των εκατό (100.000) ευρώ στον πρώτο και το ποσό των πενήντα (50.000) ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη από αυτούς, που αντιστοιχεί στο αντίτιμο, που κατέβαλαν για την αύξηση του κεφαλαίου-αγορά μετοχών αχρεώστητα, λόγω της ακυρότητας της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, της πιστοποίησης της καταβολής του και της συμμετοχής τους στην αύξηση του και επικουρικά, διότι δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία αυτό δόθηκε, αφού δεν πραγματοποιήθηκε η αγορά των μετοχών.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλουν, ότι στην αγωγή τους ιστορούσαν και τα ακόλουθα: Ότι μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης καταρτίστηκε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους ποσού 200.000 ευρώ, που αυτοί κατέβαλαν σ' αυτή για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της, η οποία δεν ήταν έγκυρη, διότι κατέβαλαν το ποσό της συμμετοχής τους σ' αυτή μετά την εκπνοή της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος προτίμησής τους και μετά την από 23-6-2004 πιστοποίηση καταβολής της αύξησης, άλλως ότι καταρτίστηκε σύμβαση κατάργησης της αγοράς των μετοχών δια της συμμετοχής τους στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και επιστροφής του τιμήματος, ισχυριζόμενοι ειδικότερα, ότι η πρώτη εναγομένη τους ανακοίνωσε, ότι ουδέν δικαίωμα συμμετοχής στη μετοχική της σύνθεση είχαν αποκτήσει, λόγω της άνω ακυρότητας, τους διαβεβαίωσε, ότι τα χρήματά τους, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, θα τους αποδοθούν και με το υπ' αριθ. 658 πρακτικό, κατά την έκτακτη ειδική συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου στις 26-11-2008, αναγνωρίσθηκε η οφειλή της προς αυτούς και αποφασίστηκε η επιστροφή των χρημάτων τους, απόφαση με την οποία αυτοί συμφώνησαν και καταρτίστηκε έτσι συμφωνία μεταξύ τους για επιστροφή των καταβληθέντων υπ' αυτών ποσών και περαιτέρω ότι, ενόψει της προσυμφωνούμενης πώλησης του πλοίου της πρώτης εναγομένης, μοναδικού περιουσιακού στοιχείου αυτής, προς τη δεύτερη εναγομένη, αποφασίσθηκε η έκδοση εγγυητικής επιστολής από την τελευταία, ποσού 441.960 ευρώ, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής των απαιτήσεων των μετόχων, που είχαν λάβει μέρος στην αποφασισθείσα αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, που δεν ολοκληρώθηκε, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, και ότι η πρώτη εναγομένη, αφού τους ενημέρωσε, ότι η δεύτερη από αυτές είχε αναδεχθεί το χρέος, τους υποσχέθηκε την επιστροφή των χρημάτων τους και τους ζήτησε να αποστείλουν μία έγγραφη επιστολή με αίτημα να τους αποδοθούν τα χρήματα, που είχαν καταβάλει, ενόψει του ότι είχε δοθεί ανέκκλητη εντολή σε συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα να τους καταβάλλουν το ποσό αυτό και ότι αυτοί συμφώνησαν πλήρως και εγγράφως με την απόφαση αυτή, αποστέλλοντας την αιτούμενη επιστολή.
Περαιτέρω δε εκθέτουν, ότι με βάση το άνω ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η μεν πρώτη ως πρωτοφειλέτρια, η δε δεύτερη ως αποκτήσασα εν γνώσει της το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρώτης και ευθυνόμενη, σύμφωνα με το νόμο, με σωρευτική αναδοχή χρέους αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να τους καταβάλλουν το παραπάνω ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο οι ίδιες αναγνώρισαν, ότι ήταν επιστρεπτέο και υποσχέθηκαν την επιστροφή του, άλλως να υποχρεωθούν να τους καταβάλλουν το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η πρώτη εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την αδικαιολόγητη και αχρεώστητη καταβολή των χρημάτων τους για αιτία μηδέποτε πραγματοποιηθείσα (αγορά μετοχών σε άκυρη, ανίσχυρη και ατέλεστη αύξηση κεφαλαίου), πλην όμως το Εφετείο αγνόησε τη βάση της αγωγής τους, που στηριζόταν στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους (άρθ. 361 και 873 ΑΚ), καθώς και στη σύμβαση ακύρωσης/κατάργησης της αγοράς των μετοχών (άρθ, 361 ΑΚ).
Από το περιεχόμενο όμως της αγωγής, όπως παραπάνω αναλυτικά εκτίθεται, προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή βάση από αιτιώδη αναγνώριση από την πρώτη εναγομένη του άνω χρέους, δημιουργικής νέας αυτοτελούς ενοχής σε βάρος της, αφού δεν περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία, καθόσον ουδόλως γίνεται επίκληση κατάρτισης σύμβασης για αναγνώριση του χρέους, που έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους, αλλ' ούτε (περιλαμβάνεται) και βάση, ερειδόμενη σε αντίθετη καταργητική συμφωνία, αφού ουδόλως γίνεται λόγος στην αγωγή για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων.
Η αναφορά δε στην αγωγή περί αναγνώρισης από το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης του επιδίκου χρέους, ήτοι της απόδοσης του αχρεωστήτως καταβληθέντος σ' αυτή από τους ενάγοντες χρηματικού ποσού, ως αντιτίμου για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, που, κατά τα ιστορούμενα, ήταν άκυρη καθώς και η αναφορά περί έκδοσης εγγυητικής επιστολής εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και η δόση ανέκκλητης εντολής σε συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα να ζητήσουν την κατάπτωση της μετά από αίτημα αυτών, επιδίδοντας σχετική επιστολή, έχει απλώς την έννοια της απλής επιβεβαίωσης της οφειλής αυτής έναντι αυτών από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αναφορά περαιτέρω των βάσεων αυτών με το παραπάνω περιεχόμενο περιλήφθηκε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με την αίτηση αναίρεσης. Επομένως, το Εφετείο, που δεν ασχολήθηκε με τέτοια από αιτιώδη αναγνώριση βάση ή από αντίθετη καταργητική συμφωνία, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και κατά τα δύο σκέλη του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι, ενώ στην αγωγή τους ιστορούσαν και ότι το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με την υπ' αριθ. 3/ 31-12-2003 απόφαση του αποφάσισε την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 552.000 ευρώ, με σκοπό την αγορά του πλοίου "...", με την έκδοση 55.200 νέων ανωνύμων στον κομιστή μετοχών, αξίας εκάστης 10 ευρώ, ότι εντός της ορισθείσας προθεσμίας για την κάλυψη της αύξησης καλύφθηκε εν μέρει, κατά το ποσό των 391.960 ευρώ, κατά το οποίο και πιστοποιήθηκε και ότι μετά ταύτα, επειδή δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της ανάληψης όλων των μετοχών, υπό την οποία τελούσε η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, η ανάληψη των νέων μετοχών ματαιώθηκε οριστικά και έτσι δεν γεννήθηκαν ποτέ τα μετοχικά δικαιώματα αυτών και δικαιούνται, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αναζητήσουν το ποσό των 200.000 ευρώ, που αυτοί κατέβαλαν για την περίπτωση πλήρωσης της άνω αναβλητικής αίρεσης, το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την άνω βάση της αγωγής τους, την ερειδόμενη στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου υπό την αναβλητική αίρεση της ολικής κάλυψής του (άρθρα 201 επ. 904 και 912 ΑΚ).
Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, που αναφέρεται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και εξετάστηκε παραπάνω, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή τέτοια βάση, η οποία το πρώτον περιλήφθηκε στον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Η αναφορά στην αγωγή ότι "Η προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ.
ουδέν περιέλαβε αναφορικά με την περίπτωση μερικής καταβολής της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου, ούτε βέβαια αποφασίζει τη δυνατότητα πιστοποίησης της μερικής καταβολής της αυξήσεως σε περίπτωση μη καλύψεως του συνολικού ποσού της αυξήσεως" δεν αρκεί για τη θεμελίωση τέτοιας βάσης. Σε κάθε περίπτωση όμως και εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι πράγματι η αγωγή είχε και τέτοια βάση, αυτή είναι μη νόμιμη.
Και τούτο, διότι, επί αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου της ναυτικής εταιρείας, την οποία προβλέπει το άρθρο 11 του Ν. 759/1979, δεν επιβάλλεται πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων, εκτός από τους αναφερόμενους στην προστασία των δικαιωμάτων των υφισταμένων μετόχων και οι σχετικές με αυτή ρυθμίσεις επαφίενται στις διατάξεις της εταιρικής σύμβασης.
Συνεπώς, εφόσον δεν προβάλλεται ότι υπήρχε τέτοια πρόβλεψη στην εταιρική σύμβαση, ή ακόμη και στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, που αποφάσισε την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, ότι, δηλαδή, η αύξηση θα είναι ισχυρή, μόνον αν καλυφτεί ολόκληρο το κεφάλαιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης για αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της κάλυψης ολοκλήρου του ποσού της αύξησης του και η μερική κάλυψη να έχει ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου και τη δυνατότητα των εναγόντων να αναζητήσουν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το ποσό που κατέβαλαν για την περίπτωση πλήρωσης της άνω αναβλητικής αίρεσης.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν ασχολήθηκε με τέτοια βάση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σε κάθε περίπτωση ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201, 904, 912 ΑΚ και 11 του Ν. 959/1979, γι' αυτό και ο άνω δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Η ακυρότητα μιας απόφασης διοικητικού συμβουλίου ναυτικής εταιρείας, που συνιστά δικαιοπραξία συλλογικού οργάνου, ενόψει ότι ο Ν. 759/1979 "περί ναυτικής εταιρείας" σιωπά, μπορεί να θεμελιώνεται και στην παραβίαση των κοινών διατάξεων, όπως, όταν η συγκεκριμένη απόφαση έρχεται σε αντίθεση προς απαγορευτικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, περί απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όταν, δηλαδή, η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, παρότι δεν αντίκειται στις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας, ως δικαιοπραξία, υπερβαίνει, κατά το περιεχόμενο, την αιτία και το σκοπό, προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια, που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδίκαια, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ, και καθένας που έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται, να προβάλλει την ακυρότητα αυτή είτε κατ' ένσταση είτε να ασκήσει και αναγνωριστική αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΑΚ και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας. Τέτοια ακυρότητα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου ναυτικής εταιρείας μπορεί να συντρέχει και στην περίπτωση της καταχρηστικής αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου της, οσάκις έρχεται σε αντίθεση προς το συμφέρον της εταιρείας και συγκεκριμένα, όταν δεν στοιχειοθετείται αιτιολογημένα η ανάγκη αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου και αποκλειστικός σκοπός αυτής είναι η ενίσχυση της θέσης ορισμένων μετόχων στην εταιρεία με αποκλεισμό των άλλων μετόχων από την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης (σχ.
ΑΠ 982/1980). Για την πληρότητα δε του παραπάνω από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμού απαιτείται να γίνεται επίκληση των συγκροτούντων την κατάχρηση περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλουν, ότι ενώ στην αγωγή τους είχαν ισχυρισθεί και ότι τόσον η από 5-1-2004 πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, με την οποία καλούσε τους τρίτους (νέους υποψηφίους μετόχους) να συμμετάσχουν στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου αυτής, όσον και η υπ' αριθ. ...-6-2004 απόφαση αυτού (διοικητικού συμβουλίου), με την οποία πιστοποιήθηκε, ότι είχε ολοκληρωθεί η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, κατά το ποσό των 391.960 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των δικών τους καταβολών και ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί, είναι άκυρες, ως καταχρηστικές, διότι υπερβαίνουν τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος και έρχονται σε αντίθεση με το συμφέρον της εταιρείας, καθόσον ελήφθησαν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου και προς βλάβη της περιουσίας αυτών (αναιρεσειόντων), αφού έρχονται σε αντίθεση προς την υπ' αριθ. 3/ 31-12-2003 απόφαση αυτού (διοικητικού συμβουλίου), η οποία προέβλεπε την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης από τους παλαιούς μετόχους και την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά 552.000 ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνει και σχετική απόφαση με τη μερική καταβολή της αύξησης του κεφαλαίου, τη δυνατότητα πιστοποίησης της μερικής αύξησης σε περίπτωση μη κάλυψης του συνολικού ποσού της αύξησης, καθώς και τη μη εμπρόθεσμη καταβολή του, το εφετείο παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από το άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής τους.
Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, που αναφέρεται στον ήδη εξετασθέντα πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή βάση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία το πρώτον περιλήφθηκε στο δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, αφού δεν περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία, καθόσον ουδόλως γίνεται επίκληση προκύπτουσας από τις άνω αποφάσεις κατάχρησης και ειδικότερα, εάν αυτές έρχονται σε αντίθεση με το συμφέρον της εταιρείας και για ποιό λόγο, καθώς και εάν προκαλείται βλάβη σε μετοχική ιδιοκτησία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και με ποιο τρόπο, ενόψει και ότι, κατά τα ιστορούμενα, κατά το χρόνο αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αυτοί δεν ετύγχαναν μέτοχοι της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η αναφορά δε στην αγωγή και μόνον, ότι το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με την άνω από 5-1-2004 πρόσκλησή του δεν έδωσε δικαίωμα προτίμησης στην ίδια την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, όπως είχε αποφασισθεί με την από 31-12-2003 απόφασή του, αλλά στους μετόχους αυτής ("...
Α.Ε."), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και ότι με την υπ' αριθ. 6/ 23-6-2004 απόφασή του πιστοποίησε, ότι η αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου είχε ολοκληρωθεί κατά 391.960 ευρώ και ότι είχε, κατά το χρόνο της πιστοποίησης, καταβληθεί, ενώ οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατέβαλαν το ποσό της συμμετοχής τους μετά την πιστοποίηση, δεν αποτελούν περιστατικά, που μπορούν να θεμελιώσουν αγωγική βάση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν ασχολήθηκε με τέτοια βάση, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γι' αυτό και ο άνω δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1περ β, 7 παρ. 1 και 2, 11 παρ. 1, 2 και 3, 52 και 54 του Ν 959/1979, "περί ναυτικής εταιρείας" προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ναυτική εταιρεία είναι η εταιρεία, που συνιστάται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού και έχει ως αποκλειστικό σκοπό την κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ελληνικών εμπορικών πλοίων. Για τη σύστασή της απαιτείται σύμβαση, που πρέπει να καταρτισθεί εγγράφως, έστω και με ιδιωτικό έγγραφο και να καταχωρηθεί στο μητρώο ναυτικών εταιρειών, οπότε και αποκτά νομική προσωπικότητα.
Η σύμβαση ναυτικής εταιρείας πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, πλην άλλων, να περιέχει και διατάξεις, περί του εταιρικού κεφαλαίου και των μετοχών, στις οποίες διαιρείται το εταιρικό κεφάλαιο, οι οποίες θα πρέπει να είναι είτε όλες ονομαστικές είτε όλες ανώνυμες. Η έννομη σχέση που συνδέει τον εταίρο, με το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας εκφράζεται με τη μετοχή, η οποία δηλώνει το μερίδιο του εταιρικού κεφαλαίου, το δικαίωμα συμμετοχής στην εταιρεία και τον τίτλο στον οποίο ενσωματώνεται το δικαίωμα αυτό.
Η κτήση της μετοχής κατά κυριότητα προσδίδει και αποδεικνύει την ιδιότητα του κομιστή ως μετόχου. Η γένεση όμως του μετοχικού δικαιώματος δεν εξαρτάται από την έκδοση του τίτλου της μετοχής, ο οποίος έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα (ΑΠ 275/1997). Περαιτέρω, η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ναυτικής εταιρείας πραγματοποιείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου αυτής, που με την εταιρική σύμβαση μπορεί να ορισθεί είτε το διοικητικό συμβούλιο είτε η γενική συνέλευση.
Για τη δημιουργία των νέων μετοχών επί αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, για να επέλθει, δηλαδή, η μεταβολή στη σύνθεση της εταιρείας, απαιτείται επιπρόσθετα να γίνει και κάλυψη του νέου κεφαλαίου, ήτοι ανάληψη ενοχικής υποχρέωσης εκ μέρους παλαιών μετόχων ή τρίτων για καταβολή της αξίας των νέων μετοχών.
Από του χρονικού αυτού σημείου θεωρείται ότι αποκτώνται οι νέες μετοχές και δημιουργούνται τα μετοχικά δικαιώματα ( πρβλ ΑΠ 1530/2001). Η ανάληψη των νέων μετοχών από παλαιούς μετόχους ή τρίτους, κατά την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της μετοχικής ιδιότητας από αυτούς και της κυριότητας αυτών επί των τίτλων των μετοχών και όχι παράγωγο τρόπο, ο οποίος λαμβάνει χώρα, ειδικότερα, επί ανωνύμων μετοχών, με παράδοση του σχετικού τίτλου και συμφωνία μεταξύ αυτού που μεταβιβάζει και αυτού που αποκτά, κατά τους κανόνες, δηλαδή, για τη μεταβίβαση κινητού πράγματος (άρθ. 1034 ΑΚ).
Η μη εκπλήρωση δε ή η μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση της ως άνω αναληφθείσας ενοχικής υποχρέωσης με την καταβολή της αξίας των νέων μετοχών δεν συνεπάγεται έλλειψη δημιουργίας της μετοχικής σχέσης, καθόσον η μετοχική σχέση εκείνου που ανέλαβε (κάλυψε), αλλά δεν κατέβαλε ή δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα την εισφορά του έχει ήδη ιδρυθεί.
Ούτε η έκδοση και η παράδοση των νέων μετοχών ως αξιογράφων αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία της μετοχικής σχέσης, αφού και οι νέοι τίτλοι δεν έχουν δημιουργικό, αλλά δηλωτικό χαρακτήρα. Απλώς από την ανάληψη των νέων μετοχών και τη δημιουργία της μετοχικής σχέσης οι κατ' ιδίαν μέτοχοι ναυτικής εταιρείας, μέχρι την καταβολή του αντιτίμου αυτών, δεν μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν.
Μετά την καταβολή του αντιτίμου τους έχουν αγώγιμη αξίωση κατά της εταιρείας και υφίσταται αντίστοιχα υποχρέωση αυτής, για την έκδοση και παράδοση σ' αυτούς των τίτλων των μετοχών και μπορούν έκτοτε να ασκήσουν τα εξ αυτών απορρέοντα δικαιώματα. Εξάλλου, για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της ναυτικής εταιρείας ο νόμος δεν επιβάλλει πλαίσιο όρων και προϋποθέσεων, αλλά οι σχετικές με αυτή ρυθμίσεις επαφίενται στις διατάξεις της εταιρικής σύμβασης, καθόσον ορίζεται, ότι είναι δυνατόν να περιέχεται στην εταιρική σύμβαση πρόβλεψη αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης, χωρίς τροποποίησή της (εταιρικής σύμβασης), μέχρι του ποσού, το οποίο αναγράφεται σ' αυτή, με έκδοση νέων μετοχών.
Η μόνη προϋπόθεση, που επιτάσσεται από το νόμο, για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου είναι εκείνη, που αφορά στην προστασία των δικαιωμάτων των υφισταμένων μετόχων και γι' αυτό ορίζεται, ότι επί ολοκλήρου του νέου κεφαλαίου παρέχεται δικαίωμα προτίμησης των κατά το χρόνο της αύξησης μετόχων, κατ' αναλογία της μέχρι τότε συμμετοχής του κάθε μετόχου στο παλαιό κεφάλαιο και περαιτέρω, ότι πρέπει να περιέχεται σε διάταξη της εταιρικής σύμβασης σχετική με την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης και εάν τούτο δεν προβλεφθεί, μπορεί να καθορισθεί με την απόφαση του οργάνου, που έλαβε την απόφαση για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου.
Στην περίπτωση δε, που μέτοχος ή μέτοχοι δεν άσκησαν το δικαίωμα αυτό εμπροθέσμως, οι νέες μετοχές προσφέρονται στους μετόχους, που άσκησαν το δικαίωμα αυτό και το τυχόν αδιάθετο υπόλοιπο διατίθεται ελεύθερα από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 175 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εάν το αρμόδιο για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ναυτικής εταιρείας όργανο παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου και ιδίως, αν δεν απευθύνει ή δεν απευθύνει, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία πρόσκληση, και έτσι οι παλαιοί μέτοχοι δεν ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης ή εάν το αρμόδιο όργανο διαθέσει τις νέες μετοχές σε τρίτους πριν την πάροδο της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος προτίμησης από τους παλαιούς μετόχους, η οποία, σημειωτέον, έχει αφετηρία τη γνωστοποίηση της σχετικής απόφασης και όχι την τυχόν ορισθείσα σ' αυτή προγενέστερη, η πράξη του πάσχει από ακυρότητα.
Την ακυρότητα όμως αυτή με βάση το άρθρο 175 εδ. 2 ΑΚ, που πλήττει με ακυρότητα τη διάθεση αντικειμένου, εκτός ορισμένου κύκλου προσώπων, όπως στην προκείμενη περίπτωση είναι οι παλαιοί μέτοχοι, είναι σχετική και δύναται να προβληθεί μόνον από τους δικαιούχους προτίμησης παλαιούς μετόχους (πρβλ ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1082/1991).
Τέλος, στο μητρώο ναυτικών εταιρειών καταχωρίζονται, ύστερα από τον έλεγχο νομιμότητας που διενεργεί αυτός που τηρεί το μητρώο, καταρχήν η σύσταση της ναυτικής εταιρείας και, στη συνέχεια, οι πράξεις και τα γεγονότα που συνδέονται με αυτή, μεταξύ των οποίων το κεφάλαιο της εταιρείας, καθώς και μεταγενέστερες μεταβολές αυτού, όπως η αύξηση και η πράξη πιστοποίησης εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου της καταβολής του σχετικού κεφαλαίου.
Η καταχώριση έχει άλλοτε συστατική ενέργεια, (αρθρ. 52 παρ. 2, 3) και άλλοτε απαιτείται μόνο, για την αντίταξη των πράξεων και γεγονότων σε τρίτους (αρθρ. 54). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), με την οποία, όπως έχει προαναφερθεί στον εξετασθέντα παραπάνω πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ζητούσαν να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενες (ήδη αναιρεσίβλητες) οφείλουν να τους καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από 20-8-2005, άλλως από την επίδοση της αγωγής, εις ολόκληρον η καθεμία, η δεύτερη δε, διότι, μετά τη δημιουργία του άνω χρέους, απέκτησε από την πρώτη, κατά κυριότητα, το αναφερόμενο σ' αυτή πλοίο, γνωρίζοντας, ότι αυτό αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρώτης, το ποσό των διακοσίων (200.000) ευρώ και ειδικότερα το ποσό των εκατό (100.000) ευρώ στον πρώτο και το ποσό των πενήντα (50.000) ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη από αυτούς, που αντιστοιχεί στο αντίτιμο, που κατέβαλαν για την αύξηση του κεφαλαίου-αγορά μετοχών, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η αύξηση, αλλά και η συμμετοχή τους σ' αυτή ήταν άκυρη και ουδέποτε κατέστησαν μέτοχοι αυτής, αλλά και ούτε απέκτησαν τις αντίστοιχες μετοχές, ήταν μη νόμιμη και περαιτέρω (προκύπτει, ότι το εφετείο), αφού δέχτηκε τις εφέσεις των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχτεί τα αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή.
Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης ( ήδη αναιρεσίβλητης), με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, έδωσε δικαίωμα να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου τρίτα, φυσικά πρόσωπα, με μόνη την ιδιότητά τους ως μετόχων της εταιρείας, η οποία ήταν η κυρία μέτοχος (...), αφορά απόφαση, που ουδέποτε ακυρώθηκε και ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) απέκτησαν πρωτότυπα τη μετοχική τους ιδιότητα με την ανάληψη ενοχικής υποχρέωσης εκ μέρους τους για την καταβολή της αξίας των νέων μετοχών, ανεξάρτητα από την κατοχή του αναλόγου τίτλου και αν η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβητη) κατέστη υπερήμερη ως προς την έκδοση και παράδοση των τίτλων αυτών και επιπλέον, ότι η καταχώριση της πιστοποίησης περί καταβολής της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου στο μητρώο ναυτικών εταιρειών, έστω και αν η καταβολή εκ μέρους αυτών πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο από την πιστοποίηση (εκπρόθεσμα), η οποία (πράξη πιστοποίησης) ουδέποτε ανακλήθηκε, είχε ως συνέπεια η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να φέρεται έναντι τρίτων, ότι έχει επιπλέον κεφάλαιο, ίσο με τη μερική αύξηση και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες να είναι μέτοχοί της.
Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 180 και 904 ΑΚ και 7, 11, 31 και 54 του Ν. 959/1979. Ειδικότερα, προβάλλουν με τα υπό στοιχ. (Α) και (Β) σκέλη του, ότι, ενώ η από 5-1-2004 ανακοίνωση-πρόσκληση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), με την οποία δόθηκε δικαίωμα προτίμησης για τη συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της σε τρίτα πρόσωπα και όχι στους μετόχους της, κατά παραβίαση της σειράς προτεραιότητας των εχόντων δικαίωμα προτίμησης και ορίσθηκε προθεσμία για την κάλυψη του εταιρικού κεφαλαίου όχι 40 ημερών, που προβλέπει η εταιρική σύμβαση, αλλά 35, ήταν απολύτως και αυτοδικαίως άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 11 του Ν. 759/1979 και στο άρθρο 3 παρ. 1.6 της από 3-11-2003 σύμβασης σύστασης ναυτικής εταιρείας και συνεπώς και η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και δεν απαιτείτο να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η απόφαση αυτή ουδέποτε ακυρώθηκε, κρίνοντας έτσι εφαρμοστέα και για ακύρωση αποφάσεων διοικητικού συμβουλίου ναυτικής εταιρείας τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 759/1979, που αφορά όμως ακύρωση απόφασης γενικής συνέλευσης ναυτικής εταιρείας, με το υπό στοιχ. (Γ) σκέλος του, ότι, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, το ποσό των 200.000 με το οποίο αυτοί συμμετείχαν στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου καταβλήθηκε, μετά την πιστοποίηση της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), το Εφετείο δέχτηκε ότι υπήρξε έγκυρη πιστοποίηση της συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και ότι κατέστησαν μέτοχοι αυτής, αν και οι συνέπειες της μη εμπρόθεσμης πλήρους καταβολής είναι η ματαίωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και η επιστροφή των τυχόν καταβληθεισών εισφορών, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το υπό στοιχ. (Δ) σκέλος, ότι, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 54 του Ν. 959/1979 προκύπτει ότι οι καταχωρίσεις στο μητρώο ναυτικών εταιρειών προσδίδουν αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα και μάλιστα, απέναντι στους τρίτους και όχι στους μετόχους ή στους μετέχοντες στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ψευδής πιστοποίηση περί καταβολής της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώ η εκ μέρους τους καταβολή της αύξησης πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερο της πιστοποίησης χρόνο, καθίσταται έγκυρη και αυτοί κατέστησαν μέτοχοι "δεδομένου ότι η πιστοποίηση καταχωρήθηκε στο μητρώο ναυτικών εταιρειών και πλέον έναντι τρίτων η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) φερόταν να έχει κεφάλαιο ίσο με τη μερική αύξησή του, ενώ στη συνέχεια ουδέποτε ανακλήθηκε ( η πράξη πιστοποίησης)", με το υπό στοιχ. (Ε) σκέλος, ότι, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 759/1979 ορίζεται, ότι οι ανώνυμες μετοχές ναυτικής εταιρείας μεταβιβάζονται με παράδοση του τίτλου, το Εφετείο δέχτηκε, ότι αυτοί κατέστησαν μέτοχοι της πρώτης εναγομένης εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης), ανεξάρτητα από την κατοχή του αναλόγου τίτλου και ανεξάρτητα, αν η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως προς την έκδοση και παράδοση των τίτλων αυτών και τέλος με το υπό στοιχ. (ΣΤ) σκέλος, ότι αυτοί, αφού η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ήταν εξ' υπαρχής άκυρη και δεν κατέβαλαν και εμπρόθεσμα το αντίτιμο για τη συμμετοχή τους σ' αυτή, δεν απέκτησαν μετοχικά δικαιώματα και δικαιούνται την επιστροφή των καταβληθέντων υπ' αυτών ποσών με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ο άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόλα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος. Πιο συγκεκριμένα, κατά τα σκέλη του (Α) και (Β), είναι αβάσιμος, διότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για την αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου, με την οποία δόθηκε δικαίωμα συμμετοχής στην αύξηση όχι στους μετόχους της (ΑΕ ...
και Μ. Τ.) , όπως έπρεπε, κατ' αρχήν, αλλά σε τρίτα πρόσωπα (μετόχους της μετόχου ΑΕ ...), μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ήτοι χωρίς να απευθύνει προηγουμένως πρόσκληση προς τους παλαιούς μετόχους, προκειμένου αυτοί να ασκήσουν, εάν επιθυμούν, το δικαίωμα προτίμησής τους επί της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου, είναι άκυρη, η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι απόλυτη και δεν ισχύει υπέρ και κατά παντός, αλλά σχετική, καθόσον έχει τεθεί προς προστασία μόνο ορισμένων προσώπων και στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των δικαιούχων προτίμησης παλαιών μετόχων.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τη συμμετοχή τους στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης απέκτησαν τη μετοχική τους ιδιότητα, αφού η άνω απόφαση ουδέποτε ακυρώθηκε (εννοείται από τους δικαιουμένους προς τούτο) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ και 11 του Ν. 759/1979, αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 959/1979, που αναφέρεται στην κήρυξη της ακυρότητας απόφασης γενικής συνέλευσης ναυτικής εταιρείας, λόγω αντίθεσής της στο νόμο ή την εταιρική σύμβαση, δεδομένου ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης δεν ακυρώθηκε, δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή (άρθ. 31 Ν. 959/1979), όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, κατά τα σκέλη του (Γ), (Ε) και (ΣΤ), είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επί αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου ναυτικής εταιρείας, η απόκτηση των νέων μετοχών και η δημιουργία των μετοχικών δικαιωμάτων, που αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας αυτών, γίνεται με την κάλυψη του νέου κεφαλαίου, με την ανάληψη, δηλαδή, της ενοχικής υποχρέωσης είτε από τους παλαιούς μετόχους είτε από τρίτους για καταβολή της αξίας των νέων μετοχών, η μη εμπρόθεσμη δε εκπλήρωση της ως άνω αναληφθείσας ενοχικής υποχρέωσης με την καταβολή της αξίας των νέων μετοχών, δεν συνεπάγεται έλλειψη δημιουργίας της μετοχικής σχέσης και ματαίωση της αύξησης, καθόσον η μετοχική σχέση εκείνου που ανέλαβε (κάλυψε), αλλά δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα την εισφορά του έχει ήδη ιδρυθεί.
Ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία της μετοχικής σχέσης η έκδοση και η παράδοση των νέων μετοχών ως αξιογράφων, αφού και οι νέοι τίτλοι δεν έχουν δημιουργικό, αλλά δηλωτικό χαρακτήρα, από την ανάληψη δε των νέων μετοχών οι κατ' ιδίαν μέτοχοι ναυτικής εταιρείας, εάν κατέβαλαν και το αντίτιμο αυτών, έχουν αγώγιμη αξίωση κατά της εταιρείας και υφίσταται αντίστοιχα υποχρέωση αυτής, για την έκδοση και παράδοση σ' αυτούς των τίτλων των μετοχών.
Απλώς από την ανάληψη των νέων μετοχών και τη δημιουργία της μετοχικής σχέσης οι κατ' ιδίαν μέτοχοι ναυτικής εταιρείας, μέχρι την καταβολή του αντιτίμου αυτών, δεν μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν. Μετά την καταβολή του αντιτίμου τους έχουν αγώγιμη αξίωση κατά της εταιρείας και υφίσταται αντίστοιχα υποχρέωση αυτής, για την έκδοση και παράδοση σ' αυτούς των τίτλων των μετοχών και περαιτέρω μπορούν να ασκήσουν τα εξ αυτών απορρέοντα δικαιώματα.
Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες απέκτησαν πρωτότυπα τη μετοχική τους ιδιότητα, ανεξάρτητα από την κατοχή του ανάλογου τίτλου και αν η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη υπερήμερη ως προς την έκδοση και παράδοση των τίτλων αυτών, αλλά και (ανεξάρτητα) από την επικαλούμενη από αυτούς εκπρόθεσμη εκ μέρους τους καταβολή του κεφαλαίου της αύξησης, σε μεταγενέστερο της πιστοποίησης χρόνο, αφού ουδέποτε ανακλήθηκε η πράξη πιστοποίησης, ώστε να καταλυθεί η κατά τα άνω ιδρυθείσα μετοχική σχέση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 904 ΑΚ και 11 του Ν. 759/1979, αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 759/1979, που αναφέρεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης μετοχών, και δεν ήταν εφαρμοστέα, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Τέλος, οι παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με το άνω υπό στοιχ. (Δ) σκέλος του δευτέρου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες, "επιπλέον η ψευδής πιστοποίηση περί καταβολής του κεφαλαίου, ενώ αυτή πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο (από την πιστοποίηση), δεδομένου ότι η πιστοποίηση καταχωρήθηκε στο μητρώο ναυτικών εταιρειών και πλέον έναντι τρίτων η πρώτη εναγομένη φερόταν να έχει κεφάλαιο ίσο με τη μερική αύξησή του...", καθίσταται έγκυρη και αυτοί κατέστησαν μέτοχοι, αποτελούν επάλληλη αιτιολογία προς την κύρια, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες απέκτησαν τη μετοχική ιδιότητα, κατά πρωτότυπο τρόπο, με την ανάληψη των μετοχών της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς, εφόσον η κύρια, κατά τα παραπάνω, δεν επλήγη αποτελεσματικά (αιτιάσεις προβαλλόμενες με τα σκέλη (Γ), (Ε) ΚΑΙ (ΣΤ)), ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος (Δ), με τον οποίο βάλλεται η άνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής.
Μετά όλα τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι στο σύνολό του απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθεμιάς των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις και παρέστησαν με διαφορετικούς δικηγόρους, καθόσον η εκπροσώπηση αυτή ήταν αναγκαία, διότι υπηρετούσαν ίδιον συμφέρον η καθεμιά, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2016 αίτηση των Ι. Ρ., Θ. Ρ. και Α. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 94/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 14-10-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για την καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ