Legislator Case Law & Legislation
807/2018 AI generated

Appeal dismissed because lower court considered all evidence including witness testimonies and sworn statements.

Case Number 807/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a family dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific witness testimonies and sworn statements submitted during the proceedings. The court found this argument baseless because the lower court had explicitly acknowledged and evaluated these exact documents in its final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 576(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is unfounded if the court of first instance explicitly states it examined all submitted evidence, as general references suffice without detailed evaluation of each item.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration witness testimony sworn statement lower court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 911/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 807 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 807/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Δ. Π. το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παντελή Κοκοτού.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ...,2. ….. 13.Ζ. συζ. Π. Δ., το γένος Α. Π., κατοίκου .... Οι 1ος 2η 4ος 9η 10η 12ος13η παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κοτσαλή, ο οποίος δήλωσε ότι οι 5ος και 11ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσαν. Οι 3η, 6ος 7ος 8η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 137/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 25-4-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται από τον δωδέκατο αναιρεσίβλητο, είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 3-5-2017, μετά δε από αναβολή για τη δικάσιμο της 1-11-2017, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς 9982/21-2-2017 και 10138/15-6-2017 του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Κ.

Κ. και 6543/21-2-2017, 7138/28-6-2017, 6553/22-2-2017, 7124/27-6-2017, 6554/22-2-2017 και 7123/27-6-2017 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Ξ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την 3-5-2017 προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως (ως εκ περισσού) και για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-11-2017), για την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτη, έκτο, έβδομο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών, η κλήτευση των οποίων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 1-11-2017 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α, 287, 291 παρ. 1, 2 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και κατά την αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εφόσον επέλθει διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός διαδίκου, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του, μπορούν να επισπεύδουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, που γίνεται μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομιάς (ΑΠ 1705/2008).

Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 973/2017, ΑΠ 606/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο τέταρτος αναιρεσίβλητος (Γ. Δ.) απεβίωσε την 5-9-2014 και με την από 22-5-2013 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας την 14-11-2014 με αριθμό ..4/2014, εγκατέστησε κληρονόμο του στο μερίδιο του από την επίδικη διαμάχη τον γιό του Ν.

Δ. του Γ. και Π. (βλ. υπ' αριθ. ..1/6-9-2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Αιγιαλείας, υπ' αριθ. …04/14-4-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αιγιαλείας και το, ως άνω, υπ' αριθ. …-11-2014 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης). Ο ενδέκατος αναιρεσίβλητος (Γ. Π.) απεβίωσε στις 16-4- 2016 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του 1, το γένος Θ.

Π. και τα τέκνα του Α. Π. του Γ. και Ε. Π. του Γ., οι οποίες δεν έχουν αποποιηθεί την κληρονομία του (βλ. υπ' αριθ. 11420/9-5-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ..., υπ' αριθ. 1…7/7-10-2016 και 314/7-10-2016 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και περί μη αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Περιστερίου). Ήδη, την πρόοδο της δίκης επισπεύδει νομοτύπως ο ομόδικος των κληρονόμων των, ως άνω, αποβιωσάντων, δωδέκατος αναιρεσίβλητος, με επίδοση ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της σχετικής κλήσης προς συζήτηση αυτής αρχικώς για την δικάσιμο της 3-5-2017, καθώς και για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μετ'αναβολή, δικάσιμο (1-11-2017), όπως τούτο προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς 8116/20-2-2017 και 8308/14-6-2017 του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Πατρών Χ.

Π. και 6551/22-2-2017, 7122/27-6-2017, 6550/22-2-2017, 7120/27-6-2017, 6552/22-2-2017 και 7121/27-6-2017 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Ξ.. Επομένως, ως προς τους ανωτέρω, παραδεκτά επαναλαμβάνεται η διακοπείσα, λόγω θανάτου των αναιρεσιβλήτων, συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δοθέντος δε, ότι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, καίτοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα προεκτεθέντα, η συζήτηση αυτής θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (αρθρ.576 παρ.2 εδ.α και γ ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησής του, μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, που επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη χρονολογία και υπογραφή του (ΑΠ 103/2013, 1155/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 8-5-2002 απεβίωσε στο ... ο Π. Π. του Γ., κάτοικος εν ζωή ..., που είχε γεννηθεί στα ... το έτος 1925. Κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν άγαμος και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, μοναδικοί δε πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν οι αδελφοί του και τα τέκνα των αδελφών του (ενάγοντες).

Περαιτέρω, κατόπιν αιτήσεως της πρώτης εναγομένης, δημοσιεύθηκε με τα 211/2002 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την 215/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου η από 21-3-2001 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος με την οποία αυτός φέρεται ότι κατέλιπε όλη την περιουσία του στα τέκνα του αδελφού του, Δ.

Π., κατά ψιλή κυριότητα και στη νύφη του την επικαρπία (ήτοι στους εναγομένους). Ακολούθως με την 129/2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου διατάχθηκε η χορήγηση κληρονομητηρίου στους φερόμενους ως εκ διαθήκης κληρονόμους εκδοθέντος του 38/2003 πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι η παραπάνω διαθήκη γράφτηκε, ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από αυτόν, όπως απαιτείται για την εγκυρότητά της από το νόμο, αλλά αντίθετα από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι αυτή γράφηκε εξ ολοκλήρου και υπογράφηκε από τρίτο πρόσωπο "με τη μέθοδο της δουλικής απομίμησης του χαράκτη έχοντας ως πρότυπο τις παλιές υπογραφές του διαθέτη επί των συμβολαίων", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας, δικαστικός γραφολόγος, στην έκθεσή του.

Το συμπέρασμα δε του ανωτέρω αφενός μεν ενισχύεται από την από 27-10-2008 έκθεση της τεχνικής συμβούλου των εναγόντων, Λ. Α. - Α., ειδικής δικαστικής γραφολόγου, η οποία στην από 27-20-2004 βεβαίωσή της γραφολογικής διερεύνησης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "....η υπό έλεγχο διαθήκη δεν έχει χαραχθεί ούτε υπογραφεί από τον, φερόμενο ως διαθέτη, Π.

Π., ούτε στα πλαίσια αυθόρμητης απόδοσης του γνήσιου γραφικού και υπογραφικού του χαρακτήρα ούτε στα πλαίσια εσκεμμένης αλλοίωσης της γνήσιας χάραξης ή αλλοίωσης οφειλόμενης σε ασθένεια ή γήρας. Για την απόδοση της υπό έλεγχο υπογραφικής χάραξης, ο γραφικός φορέας ακολούθησε πιστή μιμητική μέθοδο ... ".

Αφετέρου δε δεν αναιρείται από την προσκομιζομένη και επικαλουμένη από τους εναγομένους έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Μ. Μ. και Β. Α., οι οποίοι, μεταξύ άλλων συμπερασματικά καταλήγουν ότι "η ιδιόγραφη διαθήκη ημερομηνίας 21-3-2001 δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί μετά βεβαιότητας εάν έχει χαραχθεί εξ ολοκλήρου από το χέρι του Π.

Π., ή από το χέρι τρίτου ατόμου". Επομένως, ανεξάρτητα από την έκδοση του προαναφερομένου κληρονομητηρίου και την κήρυξη της διαθήκης κυρίας, αφού το τεκμήριο που παράγεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 821 ΚΠολΔ είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί σε κάθε επόμενη δίκη μεταξύ του φερόμενου ως τιμηθέντος και των αληθινών κληρονόμων, αφετέρου δε δεν παρήλθε ως το χρόνο άσκησης της αγωγής η προβλεπόμενη στο άρθρο 1777 5ετής προθεσμία για την παραγωγή τεκμηρίου γνησιότητας της ως άνω διαθήκης από τότε που κηρύχθηκε κυρία, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα-εκκαλούσα, με την οποία, κατά παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της επίδικης διαθήκης, δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή της κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ' ούτε και προσέδωσε σ' αυτήν έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εξ ολοκλήρου γραφής της επίδικης διαθήκης από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον φερόμενο ως διαθέτη Π.

Π., οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω διάταξης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ήτοι: "α) το πρακτικό με αριθμό 2/2007, όπου η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Π.

Π. και β) την υπ' αριθ. 167/2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου του μάρτυρα Λ. Α.". Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρική κατάθεση και ένορκη βεβαίωση), εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση) αναφέρεται ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε: "...

από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα 2/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου ... τις 43014/2004 και 167/2007 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα .... η δεύτερη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεσολογγίου...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου τούτων.

Συνεπώς, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2015 αίτηση της Β. συζύγου Δ. Π., το γένος Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 137/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ