Legislator Case Law & Legislation
807/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of tort claim regarding company's business failure.

Case Number 807/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject its tort claim. The appellant argued that the defendants' mismanagement caused the company's financial collapse, but the lower court found no evidence of fault attributable to the company itself. The Court upheld the lower court's ruling, stating that the appellant's claim was inadmissible because the alleged mismanagement did not constitute a fault that could legally justify the company's inability to pay.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32, 17 of Law 5325/1932; Articles 858, 469, 458 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court holds that an appeal based on the violation of substantive law provisions regarding tort liability is inadmissible if the lower court's decision rests on the premise that the appellant's own mismanagement constitutes the fault causing the damage, thereby negating the defendant's liability.

Keywords

AI generated
tort liability corporate mismanagement business failure fault attribution inadmissible appeal civil procedure damages claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 32, 17 of Law 5325/1932
Articles 858, 469, 458 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 494, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 807 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στο ... - ΒΙ.ΠΕ. Κορωπίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ.Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 2. Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 3. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Γ.-Σ. Σ.- Προϊόντα Αρτοποιϊας και Ζαχαροπλαστικής ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λυμπέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6474/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3267/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3267/11 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 6474/07 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση είχε απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους η από 30/12/04 αγωγή της, για την αναγνώριση της υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ιστορούμενης στην αγωγή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, ως προς δε την τρίτη εναγομένη (τρίτη αναιρεσίβλητη) είχε παραπεμφθεί η υπόθεση στη διαιτησία. Επίσης, είχε γίνει δεκτή, ως προς τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, η κατά της αναιρεσείουσας συνεκδικασθείσα από 22/2/06 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για καταβολή στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσού 976.852,30 ευρώ, ως εξ αναγωγής δικαιούχο από συναλλαγματικές και για αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να τους καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, ενώ ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης είχε αναβληθεί η συζήτηση της ως άνω αγωγής μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της από 30/12/2004 αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατ' εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε. Αν την αναίρεση ασκεί ο αντίδικος των ομοδίκων, επί απλής ομοδικίας, στρέφει αυτήν μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων έχει έννομο συμφέρον και επιθυμεί την εξαφάνιση της απόφασης με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες της.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια (ΑΠ 16/2014). Στην προκείμενη περίπτωση και με βάση την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.

Σ. Σ.-Προϊόντα Αρτοποιϊας και Ζαχαροπλαστικής Α.Ε." είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Τούτο, διότι, η μεν από 30/12/04 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορά την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη παραπέμφθηκε στη διαιτησία (και δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης η σχετική διάταξη της πρωτόδικης παραπεμπτικής απόφασης), η δε συζήτηση της από 22/2/06 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που αφορά την χρηματική ικανοποίηση, αναβλήθηκε μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της από 30/12/2004 αγωγής, με αποτέλεσμα να μην έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί αυτής ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, αλλά και δεν είναι δυνατή η αναίρεση ως προς αυτήν, και αν ακόμη ευδοκιμήσει αναιρετικός λόγος, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές, συνάπτονται με την απόρριψη της εφέσεως της, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής της ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και την παραδοχή της από 22/2/06 αγωγής ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα εταιρεία "Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" (ήδη αναιρεσείουσα) εδρεύει στο ......Έχει δε σκοπό, μεταξύ άλλων, την παραγωγή, συσκευασία, πώληση και εν γένει την εμπορία προϊόντων αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής, καθώς και την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση αρτοποιείων, πρατηρίων άρτου και ζαχαροπλαστείων υπό το διακριτικό τίτλο "ΑΡΤΟΠΟΛΙΣ", το οποίο αποτελεί και νομίμως κατατεθέν και αναγνωρισμένο σήμα των προϊόντων της ήδη από το έτος 1994.

Περί τις αρχές του 2003 η εν λόγω εταιρεία βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Όπως προκύπτει από τον ισολογισμό του έτους 2002 και δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα, πέραν των οφειλών της προς τραπεζικές εταιρείες ύψους 1.608.453,62 ευρώ, λόγω δανείων που είχε λάβει, είχε και τις πιο κάτω βραχυπρόθεσμες οφειλές α) 261.334 ευρώ προς διάφορους προμηθευτές, β) 1.071.164,38 ευρώ για πληρωτέα γραμμάτια, γ) 592.809,98 ευρώ για μεταχρονολογημένες επιταγές, δ) 260.883,43 ευρώ προς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΙΚΑ κλπ) και ε) 1.561.932,77 ευρώ προς διάφορους πιστωτές.

Αναζητούσε λοιπόν λύση που θα βοηθούσε τη χρηματοδότηση της και την πληρωμή των μεγάλων οικονομικών υποχρεώσεων της. Έτσι, στα πλαίσια αυτής της λύσης, στις 31-3-2003 καταρτίστηκε μεταξύ αφενός μεν των Γ. - Σ. Σ. (α' εφεσιβλήτου) (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) και των υιών του Χ. Σ. και Ν. Σ. και αφετέρου των μετόχων της εκκαλούσας εταιρείας Φ.-Χ.

Κ., Γ. Κ., Ε. Κ., Π. Α. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" σύμβαση, δυνάμει της οποίας οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να συνεργαστούν για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της εκκαλούσας εταιρείας και για την εξυγίανση αυτής, η οποία απαιτούσε χρηματοοικονομικά μέσα που, όπως ρητά αναφέρθηκε στον όρο 5-2 του σχετικού συμφωνητικού, διέθετε μόνο ο εκ των συμβαλλομένων Γ.-Σ.

Σ.. Η εν λόγω δε συνεργασία συμφωνήθηκε να γίνει μεταξύ της εκκαλούσας εταιρείας και της υπό σύσταση, τότε, εταιρείας με την επωνυμία "Γ. - Σ. Σ. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΡΤΟΠΟ

ΙΙΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ Α.Ε.". Πράγματι η τελευταία αυτή εταιρεία συστάθηκε αμέσως, με μετόχους το Γ. -Σ. Σ. και τους γιους του Χ. Σ. και Ν. Σ.. Στις 4.4.2003 μεταξύ της ως άνω νεοσυσταθείσας εταιρείας και της εκκαλούσας, καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με τους όρους της συνεργασίας αυτής συμφωνήθηκε η αποκλειστική διάθεση των προϊόντων παραγωγής της τελευταίας από την αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία και η ανάπτυξη απ' αυτήν των πωλήσεων με την οργάνωση δικτύου καταστημάτων, ιδιοκτησίας της ή με την παραχώρηση δικαιωμάτων δικαιόχρησης (FRANCHISE) σε τρίτους.

Συγχρόνως δε καταρτίστηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων δύο ακόμα συμβάσεις α) μεταβίβασης του εμπορικού σήματος "ΑΡΤΟΠΟΛΙΣ" και β) εκχώρησης των συμβάσεων δικαιόχρησης (FRANCHISE), καθώς και των συμβάσεων με τα πολυκαταστήματα και σούπερ μάρκετ. Για την επίτευξη των σκοπών της συμφωνίας, συμφωνήθηκε ακόμη η εκκαλούσα α) να παραδώσει στην αντισυμβαλλόμενη της το πελατολόγιο της και να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πελάτες ότι από την έναρξη ισχύος της συμβάσεως, οι πωλήσεις προς αυτούς θα γίνεται μέσω της τελευταίας εταιρείας, β) να εκμισθώσει στην αντισυμβαλλόμενη της χώρο για την εγκατάσταση των γραφείων της, ώστε η συνεργασία τους να είναι απρόσκοπτη, γ) να της διαθέσει μεταφορικά μέσα και προσωπικό για την οργάνωση διανομής των προϊόντων και δ) να της παρέχει κάθε αναγκαία πληροφορία ή τεχνογνωσία για την απρόσκοπτη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι η τρίτη εφεσίβλητη θα διαθέτει αποκλειστικά τα προϊόντα της εκκαλούσας, μη επιτρεπόμενης της διάθεσης ανταγωνιστικών προϊόντων. Σε περίπτωση δε αδυναμίας παραγωγής νέων προϊόντων και μη εξασφάλισης ανταγωνιστικών τιμών, κατά την απόλυτη κρίση του νόμιμου εκπροσώπου της (Γ. Σ.) θα αναζητείται λύση σε τρίτους προμηθευτές.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η εταιρεία "Γ. Σ. Σ. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ Α.Ε.", (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) μετά τη σύσταση της διοικείτο από τριμελές διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από το Γ. - Σ. Σ. και τους ανωτέρω αναφερόμενους γιους του. Η δε εκκαλούσα εταιρεία, κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της που πραγματοποιήθηκε στις 30-6-2003, εξέλεξε ως μέλη του διοικητικού της συμβουλίου α) το Γ.-Σ.

Σ., β) το Φ. -Χ. Κ., γ) το Μ. Μ. (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) β) το Χ. Σ. και ε) τον Α. Μ.. Αυτοί με το από 30-6-2003 πρακτικό, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, συγκροτήθηκαν σε σώμα ως εξής: Ο πρώτος ορίστηκε Πρόεδρος, ο δεύτερος Αντιπρόεδρος, ο τρίτος Διευθύνων Σύμβουλος, και οι λοιποί απλώς μέλη του Δ.Σ. Από τα ως άνω μέλη του Δ.Σ.

τρία ήταν της επιρροής του Γ. Σ. (ήτοι ο ίδιος, ο Μ. Μ. και ο Χ. Σ.), όπως είχε συμφωνηθεί με το από 31-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ως εκπρόσωποι της εταιρείας ορίστηκαν αρχικά οι Φ. - Χ. Κ. και ο Μ. Μ., ενεργώντας από κοινού ή χωριστά ο καθένας. Στις 14-7-2003 το Δ.Σ. με νεότερο πρακτικό του που επίσης δημοσιεύτηκε νόμιμα, η εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε στο Γ.-Σ.

Σ., Πρόεδρο, ο οποίος χρειαζόταν τη συνυπογραφή ή του Μ. Μ. ή του Φ. Κ.. Με το ίδιο δε πρακτικό ανατέθηκαν οι αρμοδιότητες που αφορούσαν τρέχοντα ζητήματα της εταιρείας, όπως είσπραξη χρημάτων, παραλαβή πραγμάτων, πρόσληψη και απόλυση προσωπικού, πώληση προϊόντων κλπ στους Μ. Μ. και Φ. Κ.. Επίσης στον πρώτο ανατέθηκαν καθήκοντα γενικού διευθυντή, ενώ στο δεύτερο ανατέθηκε η αρμοδιότητα να εποπτεύει την παραγωγή και τη διακίνηση των προϊόντων της εταιρείας, καθώς και η εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των δικαστικών αρχών.

Στη συνέχεια με το από 10-3-2004 πρακτικό του Δ.Σ., που κι αυτό δημοσιεύτηκε νόμιμα, αποχώρησε ο Χ. Σ.. Ο τελευταίος αντικαταστάθηκε από τον Π. Γ. που ορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος συμπράττοντας με τον Πρόεδρο κατά την εκπροσώπηση της εταιρείας. Ας σημειωθεί ότι ο Π. Γ. ήταν της επιρροής των μετόχων της "Δ. Α.Ε.", ενώ ο Γ.

Σ. και ο Μ. Μ. ποτέ δεν κατέστησαν μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας. Τέλος, στις 7-6-2004 ο Γ. Σ. παραιτήθηκε από το Δ.Σ. Κατά τους πρώτες μήνες, μετά τον Ιούνιο του 2003 που ανέλαβε τη διοίκηση της εταιρείας το νέο Δ.Σ., η οικονομική πορεία της εταιρείας ήταν ανοδική. Τούτο οφειλόταν κυρίως στη χρηματοδότηση που της παρείχε ο Γ.

Σ. και η εταιρεία του (γ' εφεσίβλητη). Η εν λόγω χρηματοδότηση, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την προκαταβολή ποσού 700.000 περίπου ευρώ για τη μελλοντική παραγωγή της εκκαλούσας εταιρείας και την κατωτέρω αναφερόμενη τριτεγγύηση υπέρ της αποδέκτριας, συναλλαγματικών ύψους 983.446 ευρώ, επέφερε προσωρινή ανακούφιση στην παραγωγό εταιρεία.

Πλην όμως, λόγω των μεγάλων παλαιών χρεών της προς προμηθευτές, τραπεζικές εταιρείες και διάφορους άλλους πιστωτές, αλλά και των υψηλών λειτουργικών της δαπανών (αμοιβές προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές κλπ), κατά το έτος 2004 η ως άνω εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει και πάλι σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Έτσι καταργήθηκε η παραγωγή ορισμένων προϊόντων, ενώ συρρικνώθηκε σταδιακά η παραγωγή άλλων (προϊόντων). Αυτό οφείλεται κυρίως στη δυσκολία πληρωμής για την αγορά των πρώτων υλών. Εξαιτίας της συρρίκνωσης αυτής, η εκκαλούσα εταιρεία έχασε σταδιακά τους πελάτες της και αναγκάστηκε να απολύσει μέρος του προσωπικού της και τελικά, περί το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 2004,να διακόψει τη λειτουργία της.

Η ενάγουσα-εκκαλούσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι η διακοπή αυτή της λειτουργίας της και οι εντεύθεν ζημιές της (μισθοί υπερημερίας του προσωπικού της, οφειλές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, διαφυγόντα κέρδη κλπ) οφείλονται σε υπαιτιότητα των δύο πρώτων εφεσίβλητων (Γ. Σ. και Μ. Μ.) και δη σε εκ μέρους τους, υπό την ιδιότητα τους ως μελών του Δ.Σ., κακοδιαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας.

Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας κρίνεται και από το Δικαστήριο τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όπως αναφέρεται και παραπάνω, η συρρίκνωση της παραγωγής της οφείλεται κυρίως στην ανωτέρω αναφερόμενη δυσκολία προμήθειας πρώτων υλών, στο υψηλό κόστος λειτουργίας της και στα παλαιά της χρέη που εμπόδισαν τελικά την ανάκαμψη της.

Συγκεκριμένα, στους ανωτέρω λόγους και όχι σε κακοδιαχείριση των εφεσίβλητων, οφείλονται τα προβλήματα στον εφοδιασμό των σούπερ μάρκετ "Α.Β. Β.", καθώς και των καταστημάτων που λειτουργούσαν με συμβάσεις δικαιόχρησης. Επίσης η διακοπή της συνεργασίας με τα σούπερ μάρκετ "ΑΤΛΑΝΤΙΚ Α.Ε.", "ΜΕΤΡΟ Α.Ε." και "ΠΕΝΤΕ Α.Ε." οφείλεται, πλην των ανωτέρω λόγων και στο γεγονός ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις επέστρεφαν πολλά απούλητα προϊόντα, καθώς και στην άρνηση τους να αποδεχτούν αναγκαία μικρή αύξηση της τιμής των πωλούμενων εμπορευμάτων.

Ας σημειωθεί εδώ ότι υπεύθυνος παραγωγής της εταιρείας, κατά το χρόνο που αποφασίστηκε η μείωση των παραγόμενων προϊόντων ήταν ο Φ. Κ., κύριος μέτοχος της "Δ. Α.Ε." και μέλος του Δ.Σ. Δεν αποδείχτηκε δε ότι αυτός έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση στην εν λόγω μείωση, ούτε και σε άλλη απόφαση του Δ.Σ. Άλλωστε, κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω, από το Μάρτιο του 2004 και εντεύθεν, για τη λήψη αποφάσεων απαιτείτο η υπογραφή τόσο του Γ.

Σ. όσο και του Π. Γ. που ήταν στη σφαίρα επιρροής των μετόχων της εκκαλούσας εταιρείας.

Συνεπώς, μετά τα παραπάνω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια με την προσβαλλόμενη απόφαση του. Στο σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης....Ως προς την επικαλούμενη, με την πρώτη αγωγή, υπεξαίρεση, εκ μέρους των δύο πρώτων εφεσίβλητων, χρηματικού ποσού 356.621,70 ευρώ από το ταμείο της εκκαλούσας εταιρείας λεκτέα τα πιο κάτω:

Το γεγονός ότι αναγράφεται στα εμπορικά βιβλία της εταιρείας το ποσό των 356.621,70 ευρώ ως υπόλοιπο ταμείου, δεν αποδεικνύει, άνευ άλλου τίνος, ότι υπήρχε πράγματι στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας το ανωτέρω χρηματικό ποσό και ότι το υπεξαίρεσαν οι ανωτέρω διάδικοι. Κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου η ανωτέρω εγγραφή ήταν μόνο λογιστική και δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.

Οφείλεται δε στο γεγονός ότι γίνονταν πληρωμές από το λογιστήριο της ως άνω εταιρείας, χωρίς την έκδοση νόμιμων παραστατικών. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει, μεταξύ άλλων, και στο αποδειχθέν γεγονός ότι ο Σ. Α., λογιστής της εκκαλούσας εταιρείας, παρέλαβε, στις 25-6-2004, το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου, όπου φέρεται ότι υπήρχαν τα υπεξαιρεθέντα χρήματα, χωρίς να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση ή να κρατήσει επιφύλαξη, για το ότι δεν του παραδόθηκε και το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό (βλ.

και φωτοαντίγραφο της από 25-6-2004 απόδειξης παραλαβής και παραδόσεως του χρηματοκιβωτίου). Εάν ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας ήταν βάσιμος, ο λογιστής της θα το γνώριζε και θα εξέφραζε αμέσως τις αντιρρήσεις του ή έστω την επιφύλαξη του. Άλλωστε, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η συρρίκνωση της παραγωγής της ως άνω εταιρείας οφείλεται στη στενότητα χρημάτων για την αντιμετώπιση των λειτουργικών δαπανών της και την προμήθεια πρώτων υλών και έτσι δεν δικαιολογείται να είχε στο ταμείο της το επικαλούμενο χρηματικό ποσό.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ως προς το θέμα αυτό και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος έφεσης. Εξάλλου ως προς την υπό στοιχ. 2 αγωγή αποδείχτηκαν τα πιο κάτω: ο Γ. - Σ. Σ. (α' εφεσίβλητος) τριτεγγυήθηκε υπέρ της αποδέκτριας εταιρείας "Δ. Α.Ε." (εκκαλούσας) την πληρωμή των πιο κάτω συναλλαγματικών α) έντεκα (11) συναλλαγματικών που εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία "ΜΥΛΟΙ Κ.

Α.Ε.Β.Ε.", σε διαταγή της ίδιας, κατά τις ημερομηνίες 9-3-2004 (οι 9 από αυτές) και 19-4-2004 και 7-5-2004 αντίστοιχα οι λοιπές δύο. Οι ως άνω συναλλαγματικές ήταν συνολικού ποσού 474.695,68 ευρώ... β) δεκαεννιά (19) συναλλαγματικών που εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΚ ΦΟΥΝΤΣ Α.Ε.Β.Ε.", σε διαταγή της ίδιας, κατά τις ημερομηνίες 10-3-2004 (οι 17 από αυτές) και 19-4-2004 και 7-5-2004 αντίστοιχα οι λοιπές δύο.

Οι ως άνω συναλλαγματικές ήταν συνολικού ποσού 478.018,62 ευρώ...και γ) δύο (2) συναλλαγματικών που εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία "Σ. Τ. Α.Ε." σε διαταγή της ίδιας, κατά τις ημερομηνίες 24-3-2004 και 19-4-2004 αντίστοιχα, συνολικού ποσού 24.138 ευρώ...Όλες οι παραπάνω συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους από την αποδέκτρια εταιρεία κι έτσι αναγκάστηκε να τις πληρώσει ο τριτεγγυητής Γ.

Σ., ο οποίος κατέβαλε στις εκδότριες εταιρείες συνολικά 976.852,30 (474.695,68 +478.018,62 +24.138) ευρώ. Έχει λοιπόν δικαίωμα να στραφεί αναγωγικά κατά της αποδέκτριας εταιρείας προς είσπραξη του καταβληθέντος ποσού (αρθρ. 32 παρ. 2 του Ν. 5325/1932)... Ας σημειωθεί εδώ ότι η εκκαλούσα εταιρεία δεν αμφισβητεί με την υπό κρίση έφεση της, αλλά αντίθετα ομολογεί ότι ο τριτεγγυητής πλήρωσε τις ανωτέρω συναλλαγματικές.

Προβάλλει όμως τους πιο κάτω ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προβάλει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσης: α) ότι η μη πληρωμή εκ μέρους της των επίδικων συναλλαγματικών, κατά τη λήξη τους, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου της, ο οποίος, ως μέλος του Δ.Σ., ευθύνεται για την κακή οικονομική πορεία της.

Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο η εκκαλούσα χαρακτηρίζει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (αρθρ. 300 ΑΚ) είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής. Και τούτο γιατί η εν λόγω ένσταση του άρθρου 300 του ΑΚ προϋποθέτει υποχρέωση (εξωσυμβατική ή ενδοσυμβατική) προς αποζημίωση και όχι προς οποιαδήποτε άλλη παροχή...

Στην προκειμένη όμως περίπτωση η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση δεν είναι αυτή της αποζημιώσεως, αλλά η προβλεπόμενη από το άρθρο 32 παρ. 2 του Ν. 5325/1932 αναγωγή του πληρώσαντος το αξιόγραφο τριτεγγυητή έναντι του αποδέκτη. Πέραν όμως αυτού, και αν ακόμη επρόκειτο περί υποχρέωσης προς αποζημίωση, η εκκαλούσα επικαλείται όχι συντρέχον πταίσμα, αλλά αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου της που αποτελεί άρνηση της αγωγής, β) Ότι συντρέχει ανυπαίτια αδυναμία της για την εκπλήρωση της παροχής (ένσταση κατ' άρθρο 336 του ΑΚ), δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν πλήρωσε τις συναλλαγματικές κατά τη λήξη τους, λόγω οικονομικής αδυναμίας, για την οποία ευθύνεται όχι η ίδια, αλλά ο αντίδικος της, υπό την ιδιότητά του ως οργάνου της και δη ως μέλους της διοίκησής της.

Και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής. Και τούτο γιατί οι πράξεις των οργάνων του νομικού προσώπου θεωρούνται πράξεις της ίδιας της εταιρείας (αρθρ. 70 του ΑΚ) και συνεπώς δεν μπορεί αυτή να επικαλεστεί ανυπαίτια αδυναμία. Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω και γ) ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος (αρθρ. 281 του ΑΚ).

Και η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά (δηλ. ότι ο ενάγων είχε συμβατική υποχρέωση να τη συνδράμει για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της κλπ) και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν των προβαλλόμενη ένσταση. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι ο ως άνω ενάγων είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλλει αυτός, ατομικά, τα χρέη της εταιρείας.

Μετά τα παραπάνω, κρίνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, απέρριψε έστω και σιγή, τους πιο πάνω ισχυρισμούς ορθά εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ανωτέρω (αρθρ. 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος έφεσης".

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπάρκεια αιτιολογιών, σχετικά με το ποιος ευθύνεται για τη δυσκολία πληρωμής αγοράς των πρώτων υλών, στην οποία οφείλεται η κατάργηση και συρρίκνωση παραγωγής προϊόντων, ποιος ευθύνεται για το ότι η αναιρεσείουσα κατά το έτος 2004 άρχισε να αντιμετωπίζει πάλι σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ ουδόλως αιτιολογεί εάν η αναιρεσείουσα εκπλήρωσε τις αναληφθείσες απ' αυτήν υποχρεώσεις της.

Όμως, στην αναιρεσιβαλλομένη διατυπώνεται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι λόγω των μεγάλων παλαιών χρεών της αναιρεσείουσας προς προμηθευτές, τραπεζικές εταιρείες και διάφορους άλλους πιστωτές, αλλά και των υψηλών λειτουργικών της δαπανών (αμοιβές προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές κλπ), κατά το έτος 2004, αυτή άρχισε να αντιμετωπίζει και πάλι σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και έτσι καταργήθηκε η παραγωγή ορισμένων προϊόντων, ενώ συρρικνώθηκε σταδιακά η παραγωγή άλλων (προϊόντων), γεγονός οφειλόμενο, κυρίως, στη δυσκολία πληρωμής για την αγορά των πρώτων υλών και ότι εξαιτίας της συρρίκνωσης αυτής, η αναιρεσείουσα έχασε σταδιακά τους πελάτες της και αναγκάστηκε να απολύσει μέρος του προσωπικού της και τελικά, περί το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 2004, να διακόψει τη λειτουργία της, καθώς και ότι τα παραπάνω δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (Γ.

Σ. και Μ. Μ.) και δη σε εκ μέρους τους, υπό την ιδιότητα τους ως μελών του Δ.Σ., κακοδιαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, αλλά η συρρίκνωση της παραγωγής της οφείλεται κυρίως στην ανωτέρω αναφερόμενη δυσκολία προμήθειας πρώτων υλών, στο υψηλό κόστος λειτουργίας της και στα παλαιά της χρέη που εμπόδισαν τελικά την ανάκαμψη της.

Έτσι, οι παραπάνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις σχετίζονται με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίον, όμως, διατυπώνεται σαφώς και ως εκ τούτου αυτές δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επίσης, δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες οι επικαλούμενες με τον ίδιο λόγο ειδικότερες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και συγκεκριμένα:

ι) η παραδοχή ότι η συρρίκνωση της παραγωγής της αναιρεσείουσας οφείλεται στη δυσκολία προμήθειας πρώτων υλών, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι οι αναφερόμενες επιχειρήσεις (σούπερ-μάρκετς) επέστρεφαν πολλά απούλητα προϊόντα, καθόσον το τελευταίο (επιστροφή απούλητων προϊόντων) δεν αρκεί για να αποτρέψει τη συρρίκνωση της παραγωγής, την οποία άλλωστε το Εφετείο απέδωσε και σε άλλους παράγοντες (υψηλό κόστος λειτουργίας, παλαιά χρέη) και 2) η παραδοχή ότι η διακοπή της συνεργασίας με τα επικαλούμενα σούπερ-μάρκετς οφείλεται και στην άρνησή τους να αποδεχτούν αναγκαία μικρή αύξηση της τιμής των πωλούμενων προϊόντων, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι η διακοπή της συνεργασίας της αναιρεσείουσας με τις ως άνω επιχειρήσεις οφείλεται και στη συρρίκνωση της παραγωγής της, διότι το Εφετείο απέδωσε τη διακοπή της εν λόγω συνεργασίας σε αθροιστική επίδραση των παραπάνω λόγων (συρρίκνωση παραγωγής, επιστροφές απούλητων προϊόντων, άρνηση μικρής αύξησης τιμής), που δεν αλληλοαποκλείονται, ως παράγοντες πρόκλησης του τελικού αποτελέσματος.

Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στη αναιρεσιβαλλομένη, ανεπάρκεια αιτιολογιών, αναφορικά με το ζήτημα της αποδοθείσας στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους υπεξαίρεσης ποσού 356.621,70 ευρώ, που αναγραφόταν στα εμπορικά της βιβλία ως υπόλοιπο ταμείου, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν της απέδωσαν κατά την αποχώρηση τους, αλλά το υπεξαίρεσαν, με την αιτίαση ότι είναι ανεπαρκής η παρατιθέμενη από το Εφετείο αιτιολογία, ότι ο Σ.

Α., λογιστής της εκκαλούσας εταιρείας, παρέλαβε, στις 25-6-2004, το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου, όπου φέρεται ότι υπήρχαν τα υπεξαιρεθέντα χρήματα, χωρίς να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση ή να κρατήσει επιφύλαξη, για το ότι δεν του παραδόθηκε και το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Όμως, η ανωτέρω παραδοχή αποτελούσε ένα από τα στοιχεία στα οποία το Εφετείο θεμελίωσε τη συναγωγή του πορίσματος του, περί του ότι η σχετική εγγραφή ήταν λογιστική και όχι πραγματική, εφόσον μεταξύ άλλων δέχτηκε, ότι γινόντουσαν πληρωμές από το λογιστήριο της αναιρεσείουσας, χωρίς την έκδοση νόμιμων παραστατικών, αλλά και ότι η στενότητα χρημάτων για την αντιμετώπιση των λειτουργικών δαπανών της και την προμήθεια πρώτων υλών δεν δικαιολογούσε την ύπαρξη του επικαλούμενου χρηματικού ποσού στο ταμείο της.

Οι λοιπές αιτιάσεις της, ότι το ποσόν του ταμείου μπορεί να φυλάσσεται από το διαχειριστή είτε αυτούσιο στο χρηματοκιβώτιο της επιχειρήσεως, είτε σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, είτε να είναι κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας συναπτόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, αλυσιτελής παρίσταται η προσβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αιτίαση, περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αναφορικά με την απόρριψη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσείουσας, εφόσον δεν πλήττεται παραδεκτώς η κύρια απορριπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι η εν λόγω ένσταση δεν ήταν νόμιμη.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339) Όμως, η γνωμοδότηση πραγματογνωμοσύνης που έχει διεξαχθεί σε άλλη δίκη, συναφή ή όχι, μεταξύ ή όχι των ίδιων διαδίκων, προσκομιζόμενη σε μεταγενέστερη δίκη, εκτιμάται όχι ως το αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αλλά ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου.

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και βασιμότητας της από 22/2/06 αγωγής, μεταξύ άλλων του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, που φέρονται αγνοηθέντα, δηλαδή: 1) την από 19/11/07 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ.

Α., η διενέργεια της οποίας είχε διαταχθεί στα πλαίσια άλλης δίκης επί αιτήσεως των τραπεζών "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E", "BANQUE NATIONALE PARIS S.A." και του Α. Μ. για την υπαγωγή της αναιρεσείουσας στην εκκαθάριση του άρθρου 46 ν. 1892/90, 2) την έκθεση πρακτικών-πρακτικό συνεδριάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου-Συνεδρίαση 21 Μαρτίου 2005, επί αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων, για την οποία εκδόθηκε η 36/05 διαιτητική απόφαση, όπου κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εμπεριέχεται εξώδικη ομολογία του 2ου αναιρεσιβλήτου, ότι κατά την παράδοση του χρηματοκιβωτίου του ταμείου της αναιρεσείουσας μεταξύ αυτού και του λογιστή Α.

δεν παραδόθηκε κάποιο χρηματικό ποσό και 3) το 23/15-6.04 πρακτικό συμβάντος της 14ης/6/04 του Δ. Μ. (υπεύθυνου νυκτερινής βάρδιας του εργοστασίου της αναιρεσείουσας) και το πρακτικό ...15.6.04 αναφοράς του λογιστή Σ. Α. προς τη διοίκηση της αναιρεσείουσας. Σημειώνεται δε ότι για την επικαλούμενη έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε διενεργηθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και το έγγραφο που εμπεριείχε την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία δεν χρειαζόταν να γίνει ειδική μνεία, διότι δεν αποτελούσαν ξεχωριστά, αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, αποδεικτικά δε μέσα με αυξημένη αποδεικτική δύναμη είναι τα έγγραφα, όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και η δικαστική ομολογία.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 444 αρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ ως ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, εφόσον δε τα βιβλία αυτά είναι συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την κατά τους ορισμούς του νόμου αυξημένη αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης, στο εμπορικό της βιβλίο "αναλυτικόν-Ταμείον Κεντρικού", στο οποίο αναφέρεται ως υπόλοιπο διαθέσιμο στο ταμείο της, στις 12/6/04,το ποσό των 356.621,70 ευρώ, το οποίο οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι όφειλαν να της αποδώσουν κατά την αποχώρηση τους, στις 25/6/04, πλην όμως δεν απέδωσαν εκδηλώνοντας πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, εφόσον κατά του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου χωρούσε ανταπόδειξη και το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα με το επίμαχο περιεχόμενο και συγκεκριμένα ότι η ανωτέρω εγγραφή ήταν μόνο λογιστική και δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και οφειλόταν στο γεγονός ότι γινόντουσαν πληρωμές από το λογιστήριο της ως άνω εταιρείας, χωρίς την έκδοση νόμιμων παραστατικών.

Από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και το υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της διάταξης η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά την συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο, ως χρήσιμα, για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1550/2010, ΑΠ 995/1992), αλλ' ούτε και για τα πλεοναστικώς κριθέντα περιστατικά που δεν ήσαν κατά νόμον αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και εντεύθεν δεν ανήκαν στην ιστορική αιτία.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16α ΚΠολΔ ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρετηρίου, απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης εκείνης, την βασιμότητα του λόγου, δηλαδή εάν, πράγματι, το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση εκείνη, καλύπτει ή όχι και την κρινόμενη υπόθεση (ΑΠ 661/13).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 36/2005 διαιτητική απόφαση, αναφορικά με την υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση των ήδη επίδικων ζημιών της και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με το επίμαχο ζήτημα, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα εταιρεία παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως της περί δεδικασμένου που πηγάζει από την υπ' αριθ. 36/2005 διαιτητική απόφαση. Ειδικότερα αυτή ισχυρίζεται ότι με την ως άνω διαιτητική απόφαση, που είναι τελεσίδικη, κρίθηκε ότι για την κακή οικονομική κατάστασή της κατά το πρώτο εξάμηνο του 2004 ευθύνονται οι εφεσίβλητοι Γ.

Σ. και Μ. Μ. και ότι αυτό δημιουργεί δεδικασμένο και για την παρούσα υπόθεση... Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω υπ' αριθ. 36/2005 διαιτητική απόφαση δεν κρίθηκε δικαίωμα, ούτε έννομη σχέση μεταξύ της εκκαλούσας εταιρείας και των δύο πρώτων εφεσίβλητων, υπό την ιδιότητά τους ως μελών της διοίκησής της, ώστε να θεωρηθεί ότι παράγεται δεδικασμένο και για την παρούσα υπόθεση.

Αντίθετα, κατά την εν λόγω διαιτητική δίκη, κρίθηκε έννομη συμβατική σχέση μεταξύ της εκκαλούσας και της εταιρείας "Γ. Σ. Σ. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ Α.Ε." η οποία στηρίζεται στην από 4-4-2003 σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών.

Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι η τελευταία ως άνω εταιρεία ήταν υπαίτια της κακής πορείας της εκκαλούσας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2004. Κατόπιν δε αυτού απορρίφθηκαν τα αιτήματά της που αφορούσαν α) την καταβολή ποινικής ρήτρας ποσού 600.000 ευρώ και β) την απόδοση ποσού 752.672,61 ευρώ που αυτή επικαλείτο ότι προκατέβαλε για μελλοντικές αγορές προϊόντων από την αντίδικο της.

Δεν πρόκειται λοιπόν για διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ούτε αφορά τα ίδια δικαιώματα που κρίνονται στην επίδικη υπόθεση, αλλά ούτε και την ίδια έννομη σχέση. Τέλος, το κριθέν με την ως άνω διαιτητική απόφαση ζήτημα, δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την παρούσα υπόθεση, κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Ορθά λοιπόν απέρριψε την ως άνω ένσταση περί δεδικασμένου η προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό του δεύτερου λόγου έφεσης". Με βάση το επισκοπούμενο περιεχόμενο της ανωτέρω διαιτητικής απόφασης, ορθά το Εφετείο δέχθηκε την ανυπαρξία δεδικασμένου και δεν στοιχειοθετείται ο επίμαχος αναιρετικός λόγος.

Ειδικότερα, ως προς μεν το δεύτερο αναιρεσίβλητο, προεχόντως, διότι αυτός δεν υπήρξε διάδικος στη διαιτητική δίκη. Ως προς δε τον πρώτο αναιρεσίβλητο, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επικαλούμενου, ως δεσμευτικού, δεδικασμένου στην προκείμενη δίκη. Ειδικότερα, η ανωτέρω διαιτητική απόφαση εκδόθηκε επί της από 19/11/04 αιτήσεως, μεταξύ άλλων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποία (κατά το ενδιαφέρον τον κρινόμενο λόγο μέρος της) άσκησε αξιώσεις του κατά της καθής στην διαιτητική δίκη, ενάγουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην προκείμενη δίκη, για καταβολή ποσού 600.000 ευρώ από κατάπτωση συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, λόγω υπαίτιας αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων της ήδη αναιρεσείουσας, απορρεουσών από τα παραπάνω αναφερόμενα από 31/3/03 και 4/4/03 ιδιωτικά συμφωνητικά (άρθρα 330, 361, 404, 405 ΑΚ), ενώ αντικείμενο της προκείμενης δίκης, με βάση την από 30/12/04 αγωγή της αναιρεσείουσας αποτελεί η αξίωση αυτής προς αποζημίωση της, για τη ζημία που φέρεται ότι της προκλήθηκε από πταίσμα, μεταξύ άλλων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου (πρώτου εναγομένου), κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, κατά τρόπο αδικοπρακτικό (άρθρα 22 παρ. 1, 22α, 22β, 23 ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με 298, 299, 713, 714, 914, 932 ΑΚ).

Το διαιτητικό δικαστήριο, με την παραπάνω απόφαση του απέρριψε την ως άνω αίτηση, κατά το περί ποινικής ρήτρας αίτημα της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η διακοπή της συνεργασίας των άνω εταιρειών (Δ. ΑΕ και Σ. ΑΕ) δεν οφείλεται σε παράβαση συμβατικών όρων εκ μέρους της αναιρεσείουσας και μάλιστα σε αδυναμία της να εφοδιάζει με προϊόντα παραγωγής της την εδώ τρίτη αναίρεσίβλητη (Σ.

ΑΕ), δεχόμενη περαιτέρω ότι η τελευταία εκπρόσωποι της οποίας συμμετείχαν στη διοίκηση της αναιρεσείουσας (μεταξύ δε αυτών και ο πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι υπαίτιοι για την κακή πορεία της τελευταίας και τη δημιουργία ασφυκτικών οικονομικών προβλημάτων. Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ του κριθέντος στη διαιτητική δίκη και του υπό κρίση δικαιώματος, ούτε ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Επισημαίνεται δε ότι για τη διαφορά που αφορούσε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας και αποτέλεσε αντικείμενο της διαιτητικής δίκης, κρίσιμα και αναγκαία ήσαν τα περιστατικά που στοιχειοθετούσαν την ευθύνη της εκεί καθής και εδώ αναιρεσείουσας από την αποδοθείσα σ' αυτήν υπαίτια αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η άρνηση των οποίων και της εξ αυτών έννομης συνέπειας αρκούσε για την απόρριψη της κατ' αυτής αίτησης από το διαιτητικό δικαστήριο και όχι τα πλεοναστικώς αναφερθέντα από αυτό περί υπαιτιότητας των εκεί αιτούντων, οι περί των οποίων παραδοχές δεν ήσαν αναγκαίες για την απόρριψη της εκεί αιτήσεως.

Με τον πέμπτο, κατά ένα μέρος, λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 32,17 ν. 5325/1932 και 858, 469, 458 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, απέρριψε, ως αλυσιτελή, τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) ότι η μη πληρωμή των επίμαχων συναλλαγματικών εκ μέρους της οφειλόταν σε υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της οποίας προήλθε η συρρίκνωση της παραγωγής και η διακοπή της λειτουργίας της.

Όμως, ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του κρίνεται, προεχόντως, αλυσιτελής, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες, ουσιαστικές του παραδοχές, δεν δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται υπαίτια και ζημιογόνος συμπεριφορά, μεταξύ άλλων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, συνιστάμενη σε κακοδιαχείριση των υποθέσεων της, ώστε να ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή ο ως άνω αναιρετικός της ισχυρισμός.

Με τον ίδιο λόγο, και άλλο μέρος αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 22α και 22β ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 713, 714, 330, 914 ΑΚ, διότι το Εφετείο, τον ισχυρισμό της ότι η πληρωμή των επίμαχων συναλλαγματικών οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτή ευθύνη, αλλά για το οποίο υπέχει ευθύνη ο πρώτος αναιρεσίβλητος (ως υπαίτιος προκλήσεως συρρίκνωσης παραγωγής και της διακοπής της λειτουργίας της και των εντεύθεν μεγάλων οικονομικών της προβλημάτων), τον απέρριψε, ως αλυσιτελή, παραβιάζοντας τις εν λόγω διατάξεις, με την παραδοχή ότι οι πράξεις των οργάνων του νομικού προσώπου θεωρούνται πράξεις της ίδιας της εταιρείας (άρθρο 70 ΑΚ) και συνεπώς δεν μπορούσε να επικαλεστεί ανυπαίτια αδυναμία.

Όμως, ο λόγος και κατά το παραπάνω μέρος του κρίνεται, προεχόντως, αλυσιτελής, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές του παραδοχές, δεν δέχτηκε ότι στοιχειοθετείται υπαίτια και ζημιογόνος συμπεριφορά, μεταξύ άλλων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, συνιστάμενη σε κακοδιαχείριση των υποθέσεών της, ώστε να ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ως στοιχείο πρόκλησης της επικαλούμενης ανυπαίτιας αδυναμίας της.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2013 αίτηση της εταιρείας "Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" για αναίρεση της 3267/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ