Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence documents and misstatement of complaint content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court misstated the content of the complaint and failed to properly evaluate evidence regarding bank checks. The court ruled that the appeal grounds were inadmissible because the specific provisions cited apply only to evidentiary documents, not procedural ones like the complaint itself.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19), 559(1), 559(20) K.Pol.D.; Appeals based on misstatement of procedural documents or lack of evidence evaluation are inadmissible as they do not constitute errors of fact or law reviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G Eurobank Ergasias A.E", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, 2. Σ. Γ. Κ., κατοίκου ... και 3. Η. Γ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 892/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6084/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1407/30.3.2011 και 1414/31.3.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 21.2.2011 αίτησης αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερο και τρίτον των αναιρεσιβλήτων, για την ορισθείσα δικάσιμο της 5.3.2012, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ). Κατά την διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στηρίχθηκε για να δεχθεί ή να απορρίψει κατουσίαν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Αντιφατικές δε ή ανεπαρκείς αιτιολογίες υπάρχουν, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Προϋπόθεση, συνεπώς, για την ίδρυση του λόγου αυτού αποτελεί να έκρινε το δικαστήριο την ουσία του σχετικού ισχυρισμού και να μην υπάρχει ή να είναι ελλιπές ή αντιφατικό το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δε δημιουργείται αυτός αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή εάν, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, διατυπώθηκε πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικό πόρισμα, αποδίδονται δε πλημμέλειες στη αιτιολόγηση της εξαγωγής αυτού από τις αποδείξεις (ΑΠ 610/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου.
Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914, 926 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθ. 330 Α.Κ).
Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ: "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".
Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 και 362 του ίδιου ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη 367, με εκείνη του άρθρου 30, του Π.Κ., για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 44/2010, Α.Π. 56/2009, Α.Π. 1339/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Η Α. Β. εξέδωσε στην Αθήνα στις 27.4.2002 σε διαταγή του Α. Σ. την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 27.530 ευρώ επί της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, σε χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της, τον οποίον τηρούσε στο κατάστημα της τελευταίας στην ... .
Ο λήπτης της επιταγής, Α. Σ. την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ενάγοντα, αυτός δε περαιτέρω στην τράπεζα "SOCIETE GENERALE", η οποία, ως νόμιμη κομίστρια της, την εμφάνισε στις 29.4.2002 στην πρώτη εναγομένη, πληρώτρια Τράπεζα, προς πληρωμή αλλά δεν την εισέπραξε, διότι στον πιο πάνω λογαριασμό της εκδότριας δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε πάνω στο σώμα της επιταγής, και την επέστρεψε στον αναιρεσείοντα ενάγοντα.
Ακολούθως, η Α. Β. ζήτησε από τον Α. Σ. να έλθει σε επαφή με τον ενάγοντα, προκειμένου ο τελευταίος να μην υποβάλει αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της, διότι αντιμετώπιζε ταμειακή δυσχέρεια, και να ρυθμιστεί η διαφορά τους συναινετικά. Τελικά, η Α. Β. συναντήθηκε με τον ενάγοντα και συμφώνησαν να του δώσει άλλη μεταχρονολογημένη επιταγή σε αντικατάσταση της πρώτης, στο πλαίσιο δε της συμφωνίας τους αυτής τον Μάιο του 2002 εξέδωσε στην Αθήνα σε διαταγή της την μεταχρονολογημένη, με αναγραφόμενη σε αυτήν χρονολογία έκδοσης 8.7.2002, υπ' αριθ. ...
επιταγή επί της πρώτης εναγόμενης, ποσού 27.912 ευρώ, σε χρέωση του ίδιου πιο πάνω λογαριασμού της, στην οποία συμπεριέλαβε το ποσό της πρώτης επιταγής που δεν είχε πληρωθεί και αντικαταστάθηκε και τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα έξοδα σφράγισης της και στους τόκους του διαστήματος από 27.4.2002 έως και 8.7.2002, κατά το οποίο ανανεώθηκε η οφειλή, και ακολούθως την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον ενάγοντα.
Στις 13.5.2002 η Α. Β. μετέβη στο κατάστημα της πρώτης εναγόμενης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, στην ... και παρέδωσε το σώμα της πρώτης από τις παραπάνω επιταγές, δηλαδή της υπ' αριθ. ..., που είχε αντικατασταθεί με τη νεότερη και ο ενάγων της την είχε επιστρέψει, προκειμένου να ακυρωθεί ως αχρησιμοποίητο. Την επομένη, 14.5.2002, η Α.
Β. μετέβη πρώτα στο Αστυνομικό Τμήμα ... και δήλωσε, ότι την ίδια ημέρα άγνωστος δράστης αφαίρεσε την τσάντα της, στην οποία βρισκόταν, μεταξύ άλλων αντικειμένων, και η προαναφερθείσα υπ' αριθ. ... (δεύτερη) επιταγή και ύστερα στο κατάστημα της πρώτης εναγόμενης στην ..., όπου υπέβαλε την από 14.5.2002 υπεύθυνη δήλωση της, με την οποία ανακάλεσε την παραπάνω επιταγή, λόγω κλοπής της, επισυνάπτοντας στη δήλωση και σχετική βεβαίωση του Αστυνομικού Τμήματος ...
για την καταγγελία της κλοπής. Ο ενάγων, ο οποίος βεβαίως δεν γνώριζε για την πιο πάνω καταγγελία της Α. Β. και την εκ μέρους της ανάκληση της παραπάνω επιταγής, την εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα κανονικά προς πληρωμή στις 8.7.2002, μέσω της τράπεζας "SOCIETE GENERALE", αλλά δεν την εισέπραξε, διότι στον πιο πάνω λογαριασμό της εκδότριας δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, όπως προκύπτει από την από 10.7.2002 σχετική βεβαίωση περί της μη πληρωμής της στην πίσω πλευρά του σώματος της επιταγής.
Κατόπιν τούτων, ο ενάγων, με βάση την επιταγή αυτή, υπέβαλε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15.7.2002 αίτηση του για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της Α. Β., κατά παραδοχή δε της αίτησης αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 5663/24.9.2002 διαταγή πληρωμής του πιο πάνω Δικαστή, που την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της επιταγής μαζί με τόκους και δικαστικά έξοδα.
Στη συνέχεια, η Α. Β. άσκησε κατά του ενάγοντος την από 21.10.2002 υπ' αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 945/2002 ανακοπή και την από 21.10.2002 υπ' αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 11485/2002 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι η επίδικη επιταγή είχε κλαπεί και ότι ο ενάγων την είχε αποκτήσει γνωρίζοντας, ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής, αυτές προσδιορίστηκαν να συζητηθούν η πρώτη στις 5.2.2003 και η δεύτερη στις 22.11.2002.
Στις 14.11.2002 η Α. Β. με αίτηση της προς το κατάστημα της πρώτης εναγόμενης στην ... ζήτησε να εκδοθεί για λογαριασμό της επιστολή που να βεβαιώνει, ότι από μακρού χρόνου είχε καλή συνεργασία με το συγκεκριμένο κατάστημα σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού όψεως, που διατηρούσε σε αυτό και την πληρωμή των επιταγών, που εξέδιδε σε χρέωση του, με εξαίρεση την προαναφερόμενη επιταγή, που ανακλήθηκε και δεν πληρώθηκε ως προϊόν κλοπής, χωρίς όμως να αναφέρει στην αίτηση της, πώς και κατά τίνος θα χρησιμοποιούσε την επιστολή.
Την επόμενη ημέρα 15.11.2002, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, τότε υποδιευθυντής και προϊστάμενος του καταστήματος ..., αντιστοίχως, συνέταξαν και υπέγραψαν στο όνομα της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, την ακόλουθη επιστολή που απευθυνόταν προς την Α. Β.: "Σε απάντηση της από 14.11.2002 επιστολής σας και σύμφωνα με τα αρχεία μας βεβαιούμε, ότι είστε πελάτισσα στο κατάστημα μας από 2.9.1994, η δε συνεργασία μας έχει διεξαχθεί χωρίς κανένα πρόβλημα και με απόλυτη συνέπεια από μέρους σας.
Επίσης, σας γνωρίζουμε, ότι η κίνηση του λογαριασμού σας όψεως από το 1994 μέχρι σήμερα υπήρξε κανονική, οι δε επιταγές σας έχουν όλες εξοφληθεί κανονικά ανεξαρτήτως ποσού. Επίσης, από τα στοιχεία που τηρούμε προκύπτει ότι η επιταγή σας Νο ... για ποσό € 27.912 και ημερομηνία 8.7.2002, η οποία παρουσιάσθηκε σε μας για πληρωμή την 8.7.2002, δεν πληρώθηκε, διότι μας είχατε δηλώσει την απώλεια της στις 14.5.2002 λόγω κλοπής και για την οποία μας προσκομίσατε θεωρημένο αντίγραφο εγγραφής της καταγγελίας κλοπής της από το βιβλίο συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ...", και την παρέδωσαν στην Α.
Β.. Την παραπάνω επιστολή η τελευταία την επικαλέστηκε και την προσεκόμισε σε αμφότερες τις πιο πάνω δίκες για την αναστολή της εκτέλεσης και την ανακοπή κατά της υπ' αριθ. 5663/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η επίδικη επιταγή είχε κλαπεί και ότι ο ενάγων την είχε αποκτήσει γνωρίζοντας, ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής.
Και η μεν αίτηση αναστολής έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 8263/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ανέστειλε την εκτέλεση της αναφερθείσας διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή, η ανακοπή όμως απερρίφθη κατ' ουσίαν, στον πρώτο βαθμό, με την υπ' αριθ. 180/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στον δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθ. 9119/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που απέρριψε σχετική κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση της ανακόπτουσας.
Αμφότερα τα Δικαστήρια αυτά έκριναν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις τους, ότι η ανακόπτουσα δεν απέδειξε τον λόγο της ανακοπής της ότι η επίδικη επιταγή είχε κλαπεί, πολλώ δε μάλλον ότι ο ενάγων κατά την κτήση της γνώριζε την κλοπή, αλλά αντιθέτως ότι η ίδια η ανακόπτουσα την είχε εκδώσει και του την είχε παραδώσει σε αντικατάσταση της προγενέστερης, που είχε σφραγιστεί, Στο διάστημα που μεσολάβησε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (22.4.2003) και έως την συζήτηση της έφεσης (16.10.2003), ο ενάγων επέδωσε στην πρώτη εναγόμενη την από 7.7.2003 εξώδικη δήλωση του, με την οποία ζητούσε διευκρινίσεις ως προς την από 15.11.2002 επιστολή καλής συνεργασίας της με την ανακόπτουσα Α.
Β., θέτοντας υπόψη της, ότι την επίδικη επιταγή η ίδια η ανακόπτουσα την είχε εκδώσει και του την είχε παραδώσει σε αντικατάσταση της προηγούμενης επιταγής της που είχε σφραγιστεί ως ακάλυπτη, και ότι επομένως ψευδώς αυτή επικαλούνταν και προέβαλε ότι την επίδικη επιταγή της την είχαν δήθεν κλέψει. Στην εξώδικη αυτή δήλωση του ενάγοντα η πρώτη εναγομένη απάντησε δια του αρμοδίου καταστήματος της στην ...
με το υπ' αριθ. πρωτ. 4/13.08.2003 έγγραφο της, στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "1. Η υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 27.530 € και ημερομηνίας εκδόσεως 27.4.2002 μας έχει προσκομισθεί εν πρωτοτύπω από την εκδότρια της την 13.05.2002 προς ακύρωση. Από την εν πρωτοτύπω προσκόμιση του σώματος του αξιόγραφου προς ακύρωση συνάγεται, ότι το ποσό του αξιόγραφου έχει εξοφληθεί από την εκδότρια και δεν υπάρχουν επ' αυτού δικαιούχοι. 2.
Η υπ' αριθμόν ... επιταγή ποσού 27.912 € και ημερομηνίας εκδόσεως 8.7.2002 ανεκλήθη από την εκδότρια την 15.5.2002 λόγω δηλωθείσης εκ μέρους της κλοπής. Σημειωτέο είναι, ότι η εκδότρια μας προσκόμισε θεωρημένο αντίγραφο εγγραφής της εκ μέρους της γενόμενης καταγγελίας κλοπής από το βιβλίο συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ... .
Κατόπιν των παραπάνω, η εκ μέρους μας παρασχεθείσα προς την πελάτιδά μας από 15.11.2002 βεβαίωση καλής συνεργασίας με την Τράπεζα μας δεν είναι ανακριβής, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψη, ότι στην εν λόγω βεβαίωση μας ποιούμεθα ρητή μνεία της μη πληρωμής της υπό 2 παραπάνω αναφερόμενης επιταγής εκδόσεως της, λόγω δηλωθείσης εκ μέρους της κλοπής".
Περαιτέρω, ο ενάγων άσκησε κατά της Α. Β. την από 26.10.2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποίαν επικαλέστηκε συκοφαντική δυσφήμηση του εκ μέρους της με την προβολή, δια της ανακοπής και της αιτήσεως αναστολής της εκτέλεσης, ως λόγου ακυρώσεως της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, της κλοπής της επίδικης επιταγής και της κτήσης της από αυτόν εν γνώσει της ιδιότητας της ως προϊόντος κλοπής, και ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι αυτή έχει υποχρέωση να του καταβάλει για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης το ποσό των 300.000 ευρώ.
Η αγωγή αυτή απερρίφθη κατ' ουσίαν στον πρώτο βαθμό με την υπ' αριθ. 5610/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έγινε όμως δεκτή εν μέρει στο δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθμόν 2937/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε δε ότι η Α.
Β. είχε τελέσει με την προβολή του πιο πάνω λόγου της ανακοπής της και της αιτήσεως αναστολής το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του, γιατί ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν ψευδής και εκείνη τον προέβαλε εν γνώσει της αναλήθειάς του, και αναγνώρισε την υποχρέωση της να του πληρώσει για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης το ποσό των 4.000 ευρώ.
Δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, και ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι με το να εκδώσουν στο όνομα της πρώτης εναγομένης και να παραδώσουν στην Α. Β. την επίδικη από 15.11.2002 επιστολή παρέσχον σε αυτή άμεση ή έστω απλή συνδρομή στο να διαπράξει σε βάρος του ενάγοντος το πιο πάνω αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και εκείνο της απάτης επί δικαστηρίου τετελεσμένης και εν απόπειρα.
Ειδικότερα, στην επίδικη επιστολή παρατίθενται αληθή και όχι ψευδή περιστατικά. Κατ' αρχήν αληθές είναι το αναφερόμενο στην επιστολή περιστατικό, ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε, διότι η εκδότρια αυτής Α. Β. δήλωσε στην πρώτη εναγόμενη εγγράφως, ότι την είχε απολέσει λόγω κλοπής, επισυνάπτοντας στη δήλωση της και επίσημο αντίγραφο της καταγγελίας που έκανε στο οικείο αστυνομικό τμήμα, και για το λόγο αυτό την ανακάλεσε.
Με τη διαλαμβανόμενη στην επιστολή βεβαίωση αυτή οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι δεν παίρνουν θέση επί της ουσίας της καταγγελίας και του συναφούς λόγου της ανακοπής, αν δηλαδή η επίδικη επιταγή κλάπηκε ή όχι, αλλά περιορίζονται στο να αναφέρουν την δήλωση της ανακόπτουσας για την κλοπή της επιταγής και την ανάκληση της.
Περαιτέρω, οι ίδιοι αυτοί εναγόμενοι βεβαιώνουν στην επιστολή, ότι από οκταετίας και πλέον η μεταξύ της Α. Β. και της πρώτης εναγομένης σύμβαση εκδόσεως επιταγών λειτουργούσε κανονικά και ότι οι επιταγές που εκδίδονταν στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής με εξαίρεση την προαναφερόμενη - εξοφλούνταν κανονικά ανεξαρτήτως ποσού, χωρίς όμως να αναφέρουν και το περιστατικό ότι, εκτός από την επίδικη επιταγή, η Α.
Β. είχε εκδώσει ακάλυπτη και την προηγούμενη υπ' αριθμόν ... επιταγή ποσού 27.530 ευρώ, που εκ των υστέρων αντικαταστάθηκε με την επίδικη, παράλειψη για την οποία ο ενάγων χαρακτηρίζει την επιστολή εξ αντικειμένου ψευδή, ως μη αποδίδουσα πλήρως την πραγματικότητα, και τους αποδίδει δόλο, άλλως βαριά αμέλεια.
Το ότι, όμως, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι παρέλειψαν να αναφέρουν το περιστατικό αυτό στην επίδικη επιστολή, οφείλεται στο ότι η παραπάνω επιταγή, μετά την σφράγιση της ως ακάλυπτης, περιήλθε στην κατοχή της εκδότριας Α. Β., η οποία και την επέστρεψε στην πρώτη εναγομένη προς ακύρωση, γεγονός από το οποίο τεκμαίρεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 παρ. 2 του ΑΚ, ότι η εξ αυτής ενοχή είχε κατά τίνα νόμιμο τρόπο (εξόφληση, άφεση χρέους, ανανέωση, συμψηφισμό) εκ των υστέρων αποσβηστεί, έτσι ώστε η έκδοση της αρχικά ως ακάλυπτης, εκτιμώμενη με βάση την οκταετή και πλέον ομαλή κατά λοιπά λειτουργία της μεταξύ τους συμβάσεως, να μην αναιρεί τον χαρακτήρα της ως κανονικής.
Επομένως, δεν είναι εξ αντικειμένου ψευδής η επίδικη επιστολή, ούτε εκ του λόγου ότι δεν αναφέρει το περιστατικό της εκδόσεως ακάλυπτης της παραπάνω πρώτης επιταγής που περιήλθε στην κατοχή της εκδότριας και επεστράφη από αυτήν στην πληρώτρια τράπεζα, ύστερα από διακανονισμό και απόσβεση της εξ αυτής οφειλής, και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συνέργειας των δευτέρου και τρίτου εναγομένων στη συκοφαντική δυσφήμηση και στην απάτη επί δικαστηρίου, τετελεσμένη και εν απόπειρα, που η Α.
Β. τέλεσε εις βάρος του ενάγοντος. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ούτε γνώριζαν ούτε μπορούσαν, επιδεικνύοντας την επιμέλεια που αρμόζει στον μετρίως συνετό τραπεζικό υπάλληλο, να διαγνώσουν την ύπαρξη και την ουσία της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ του ενάγοντα, τον οποίο δεν γνώριζαν καν, και της Α.
Β., σε σχέση με τις πιο πάνω δύο επιταγές, ώστε να συνδέσουν την πρώτη με την δεύτερη και να κάνουν σχετική μνεία και για την πρώτη εξ αυτών στην επίδικη επιστολή. Η εκδότρια των επιταγών Α. Β. στην σχετική από 14.11.2002 αίτηση της για την έκδοση της επιστολής ουδέν για το πώς και κατά τίνος θα την χρησιμοποιούσε ανέφερε, περιορισθείσα στο να ζητήσει να βεβαιωθεί σε αυτή η δήλωση της για την κλοπή της επίδικης επιταγής και η εκ του λόγου αυτού ανάκληση και μη πληρωμή της, καθώς και η κανονική, κατά τα λοιπά, έως τότε λειτουργία της συμβάσεως της με την πρώτη εναγομένη, με συνέπεια οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι να μην έχουν υπόψη τους κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ικανό να στρέψει την προσοχή τους στην πρώτη από τις πιο πάνω επιταγές, ώστε, παρά την εκ των υστέρων απόσβεση της εξ αυτής οφειλής, να αξιολογήσουν ως σημαντική την έκδοση της αρχικά ως ακάλυπτης και τη σφράγιση της και να κάνουν σχετική μνεία στην επιστολή.
Μόνον δε όταν ο ενάγων κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την από 7.7.2003 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του, με την οποίαν της εξέθεσε τη διαφορά του με την Α. Β. σε σχέση με τις προαναφερόμενες δύο επιταγές, έγινε αντιληπτή από τους αρμόδιους υπαλλήλους της η σχέση που τις συνέδεε και εξεδόθη η μεταγενέστερη από 13.8.2003, διευκρινιστική της επίδικης, προς τον ενάγοντα επιστολή της, στην οποίαν γίνεται μνεία και για την πρώτη υπ' αριθμόν ...
επιταγή ποσού 27.530 ευρώ, που η Α. Β. είχε μεν εκδώσει ακάλυπτη, αλλά στη συνέχεια ανέλαβε και επέστρεψε λόγω αποσβέσεως της εξ αυτής ενοχής. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ούτε ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, με το να εκδώσουν την επίδικη από 14.11.2002 επιστολή με το πιο πάνω περιεχόμενο, ακόμη και αν αυτό ήθελε θεωρηθεί εν μέρει, ως προς την παράλειψη αναφοράς της πρώτης επιταγής, αναληθές, και να την παραδώσουν στην Α.
Β., θέλησαν να την βοηθήσουν να διαπράξει σε βάρος του ενάγοντος τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απάτης επί δικαστηρίου, τετελεσμένης και εν απόπειρα, στηρίζοντας αποδεικτικά τον περί κλοπής της επίδικης επιταγής ισχυρισμό της που προέβαλε με την ανακοπή και την συναφή με αυτήν αίτηση αναστολής της εκτέλεσης ή έστω από αμέλεια τους, σε σχέση με το πιο πάνω περιστατικό που παρέλειψαν να αναφέρουν σε αυτή, πράγματι την βοήθησαν.
Με άλλα λόγια μπορεί μεν η Α. Β. να τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απάτης επί δικαστηρίου, τετελεσμένης και εν απόπειρα, προβάλλοντας στις δίκες επί της αιτήσεως αναστολής της εκτέλεσης και της ανακοπής τον περί κλοπής της επίδικης επιταγής ψευδή ισχυρισμό της, δεν αποδεικνύεται όμως και ότι οι προστηθέντες από την πρώτη εναγόμενη δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, υπάλληλοι της, από δόλο ή από αμέλεια, έστω και ελαφριά, την βοήθησαν να τα διαπράξει, εκδίδοντας και εγχειρίζοντας της την επίδικη επιστολή για να τη χρησιμοποιήσει προς απόδειξη του ψευδούς ισχυρισμού της, κατ' αρχήν μεν διότι η επιστολή αυτή δεν ήταν εξ αντικειμένου ψευδής, ύστερα δε και διότι, και υπό την εκδοχή της εν μέρει αναλήθειάς της ως προς την παράλειψη αναφοράς της πρώτης ακάλυπτης επιταγής, δεν βαρύνονταν με δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφριά".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις των αρθρ. 57 εδαφ. α, 59, 914, 922, 926, 932 εδαφ. α, ως και τις διατάξεις των άρθρων 481 ΑΚ, 47 § 1, 362, 363, 386 ΠΚ, διότι κατά τα δεκτά γενόμενα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, το δε δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, διότι δεν διέλαβε σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν συνιστούν δε αντιφατικές αιτιολογίες οι κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος επισημαινόμενες και αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, ελλείψεις, διότι τούτο εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ειδικότερα, δεν αποτελεί αντιφατική αιτιολογία: 1) η αναφορά του εφετείου στο περιεχόμενο της από 15.11.2002 επιστολής της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας προς την Α. Β., την οποία συνέταξαν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι της πρώτης και στην οποία εκτίθεται ότι η κίνηση του λογαριασμού όψεως αυτής από το έτος 1994 μέχρι σήμερα υπήρξε κανονική, οι δε επιταγές της έχουν εξοφληθεί κανονικά ανεξαρτήτως ποσού", με την περαιτέρω παραδοχή ότι οι συρόμενες από τον λογαριασμό αυτό όψεως της Α.
Β. υπ' αριθ. ... και ... τραπεζικές επιταγές σφραγίστηκαν τελικά από τον αναιρεσείοντα, διότι δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο σε αυτόν, διότι η αναφορά στην από 15.11.2002 επιστολή δεν αποτελεί παραδοχή της αποφάσεως του εφετείου, αλλά έκθεση του περιεχομένου της επιστολής, διαφορετική από το εξαχθέν τελικώς επί του πραγματικού αυτού γεγονότος πόρισμα, 2) η παραδοχή περί ελλείψεως υπαιτιότητας στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων, συνισταμένης στην παροχή με την από 15.11.2002 επιστολή άμεσης ή απλής συνδρομής στην Α.
Β. στο να διαπράξει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απάτης επί δικαστηρίου τετελεσμένου και σε απόπειρα με την έκθεση σε αυτή, ότι η βρισκόμενη στα χέρια του αναιρεσείοντος δεύτερη επιταγή είχε απολεστεί λόγω κλοπής, με την αιτιολογία της αποφάσεως ότι οι εκδοθείσες δύο επιταγές ήταν ακάλυπτες, γεγονός το οποίο οι προστηθέντες υπάλληλοι μπορούσαν ευχερώς να διαπιστώσουν από το διατραπεζικό ηλεκτρονικό αρχείο.
Τούτο δε, διότι το εκτιθέμενο στην από 15.11.2002 επιστολή περιστατικό, ότι η Α. Β. δήλωσε εγγράφως στην πρώτη αναιρεσίβλητη πως είχε απολέσει την δεύτερη επιταγή λόγω κλοπής, επισυνάπτοντας και την έγγραφη καταγγελία της στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα, δεν ήταν ψευδές, ούτε, υπό την περίσταση αυτή, η παράλειψη των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων να βεβαιώσουν στην ίδια επιστολή την ανανέωση της πρώτης επιταγής με την ανακληθείσα δεύτερη, αποτελεί απόδειξη του δόλου τούτων για την παροχή συνδρομής στην Α.
Β. να διαπράξει τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, την οποία πάντως δεν μπορεί να θεμελιώσει μόνη η παράλειψη τούτων να ελέγξουν, αν οι δύο επιταγές, η ανανεωθείσα και η ανακληθείσα, είχαν πληρωθεί κανονικά ή είχαν σφραγιστεί από τον νόμιμο κομιστή αναιρεσείοντα, πολύ περισσότερο δε καθόσον την πρώτη επιταγή την προσκόμισε στην πρώτη εναγόμενη για ακύρωση η Α.
Β., γεγονός που καταδείκνυε ότι η εξ αυτής ενοχή είχε κατά κάποιο τρόπο αποσβεστεί και η δεύτερη ήταν προφανές, ότι τελικά δεν πληρώθηκε λόγω της ανακλήσεως της από την ίδια ανωτέρω εκδότρια, ενώ οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν την ύπαρξη και την ουσία της διαφοράς μεταξύ του αναιρεσείοντα και της Α.
Β., πράγμα το οποίο αν συνέβαινε θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων και να τεκμηριώσει την υπαιτιότητα αυτών. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και ο δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά την σ' αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 § 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δεύτερου και του τρίτου των αναιρεσίβλητων, ως προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται τα αποδεικτικά και όχι τα διαδικαστικά. Ειδικότερα, δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα δικόγραφα, δηλαδή η αγωγή, το εφετήριο και οι προτάσεις (ΑΠ 2.103/2007, 2.081/2007, 1.006/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ως άνω άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, όπως διατείνεται, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής του, διότι παρέλειψε να διαλάβει στην έκθεση των ιστορούμενων σε αυτή, ότι οι δύο επίμαχες τραπεζικές επιταγές, είχαν σφραγιστεί από τον ίδιο ως ακάλυπτες. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, η προαναφερόμενη διάταξη εφαρμόζεται στα αποδεικτικά και όχι στα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, γι' αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.201 αίτηση αναίρεσης του Γ. Π., για αναίρεση της 6.084/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ