Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of counter-appeal regarding unappealed primary judgment section.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision rejecting a counter-appeal. The appellant argued that the counter-appeal should have been admissible, but the lower court correctly ruled it inadmissible because it targeted a section of the first-instance judgment that had not been appealed by the opposing party. The court held that since the specific section of the primary judgment was not challenged by the respondent, the appellant lacked the right to appeal it via counter-appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1) and 674(1) of the Code of Civil Procedure; A counter-appeal is admissible only if it challenges sections of the appeal judgment that were appealed by the respondent or are necessarily consecutive to them, and an appellant cannot appeal a section of the primary judgment that was not appealed by the respondent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ" (ΤΟSOH HELLAS ABE), που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11398/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 23/4/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 793/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 576/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1498/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 29/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη 10758β'/9-1-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Λ. Κ. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.). 1. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟΛ.ΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί, ότι: 1) το έτος 1990 η αναιρεσίβλητη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που καθιστούσαν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού της, 2) το 1990 συνήφθη συμφωνία μεταξύ σωματείου και Ι.
Β. η οποία θα είχε ορισμένη διάρκεια, 3) η συμφωνία αυτή και η σχετική καταβαλλόμενη παροχή ήταν ελεύθερα ανακλητές από την αναιρεσίβλητη, 4) παρά την πίεση του σωματείου ακόμα και με απεργιακές κινητοποιήσεις δεν ετέθη ο όρος στην Ε.Σ.Σ.Ε. και 5) ότι με ανακοινώσεις προς το σωματείο έκανε γνωστό ότι η διαφορετική θέση της στο θέμα της αποζημίωσης δεν είχε την έννοια της διαρκούς παροχής, αλλά ίσως προσωρινώς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά της αγωγής, καθώς και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε χωρίς καμία απόδειξη τους ως άνω ισχυρισμούς είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια. 2.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα, την νομίμως ληφθείσα 6235/2007 ένορκη βεβαίωση και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.
Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν αυτό το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει (επικουρικά) ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω εγγράφων καθώς και το περιεχόμενο των ισολογισμών της αναιρεσίβλητης των ετών 1986 έως 2001 και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως με αποτέλεσμα να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 και 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών η αντέφεση είναι παραδεκτή μόνον εφόσον με αυτή προσβάλλονται εκκληθέντα με το δικόγραφο της έφεσης του αντίδικου του εκκαλούντος, ή αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αρχή αυτή του απαραδέκτου της αντέφεσης, εφόσον αυτή δεν ανάγεται σε εκκληθέντα ή αναγκαία με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση της αντέφεσης και με τις προτάσεις.
Έτσι αν στο δικόγραφο της αγωγής σωρεύονται δύο βάσεις της αγωγής και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθεί τη δεύτερη και απορρίψει την πρώτη και στη συνέχεια ο εναγόμενος ασκήσει έφεση και προσβάλλει την απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο της απόφασης κατά το οποίο έγινε δεκτή η δεύτερη βάση, ο ενάγων δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλλει με αντέφεση το κεφάλαιο της απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η πρώτη αγωγική βάση.
Και τούτο διότι το κεφάλαιο αυτό δεν έχει προσβληθεί από τον αντίδικό του, ο οποίος άλλωστε δεν είχε έννομο συμφέρον να το εκκαλέσει, ούτε συνέχεται αναγκαίως με αυτό ενόψει και του ότι στην περίπτωση που σωρεύονται στο δικόγραφο είτε πλείονες βάσεις με ιδιαίτερο αίτημα κάθε μία (σώρευση πλειόνων αγωγών) είτε επικουρικώς πλείονες βάσεις που θεμελιώνουν το ίδιο αίτημα, κάθε βάση και αίτημα διατηρούν την αυτοτέλειά τους, έστω και αν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο.- Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του άσκησε αντέφεση, με την οποία παραπονείται κατά της πρωτόδικης απόφασης (11398/2003) ως προς το κεφάλαιό της εκείνο με το οποίο απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής του.
Ζήτησε δε για τους εις την αντέφεση αναφερόμενους λόγους να γίνει δεκτή η αγωγή του και ως προς την κύρια βάση της. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η διά των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι το κεφάλαιο αυτό (της κύριας βάσης) δεν έχει εκκληθεί από την εναγόμενη, ούτε και συνέχεται με τα εκκληθέντα κεφάλαια.
Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε παρά το νόμο, απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσείοντος και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. με τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 182 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2011 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 1498/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ