Supreme Court quashes appeal court decision for failure to consider specific evidence regarding corporate authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision because it failed to consider specific documents submitted by the appellant. The appellant argued these documents proved the company's board authorized his employment contract, contradicting the appeal court's finding that the board had not approved the hiring. The court ruled that the appeal court's general statement of evidence acceptance did not demonstrate it had actually evaluated these critical documents, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider all evidence adduced by the parties to form its conviction, and a failure to do so constitutes a ground for cassation under Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ρήγα Μπαρμπούρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥ.ΓΕ Π. Α.Β.Ε.Ε", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1900/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η 806/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28-3-2011 έκθεσή της εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αιτιάται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα με αριθμ. 21 και 4 έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα, α) ως σχετικό 21 προσκόμισε το Φ.Ε.Κ. ΤΑΕ και ΕΠΕ, με αριθμ. 3737/27-5-2002 και το 166/4-3-2002 πρακτικό του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα το Δ.Σ. αυτής, και κατά το οποίο η εν γένει εκπροσώπηση της ανατέθηκε στο διευθύνοντα σύμβουλο Κ. Ν. Π., προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι η συναφθείσα σύμβαση εργασίας του με αυτή είναι άκυρη, διότι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής δεν είχε την κατά το καταστατικό αρμοδιότητα να εκφράσει τη βούληση του νομικού προσώπου για την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως εργασίας, η οποία ούτε εκ των υστέρων εγκρίθηκε, έστω και σιωπηρά, β) ως σχετικό 4 προσκόμισε το Φ.Ε.Κ.
ΤΑΕ και ΕΠΕ με αριθμ. 12794/18-10-2004 και το από 27-9-2004 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, το οποίο καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας και δημοσιεύθηκε με απόφαση του Δ.Σ. αυτής, κατά το οποίο το νεοεκλεγέν από τη Γενική Συνέλευση Διοικητικό Συμβούλιο που συγκροτήθηκε σε σώμα και σύμφωνα με αυτό, εκλέχθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, με την ιδιότητα του γενικού διευθυντή, μέλος του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια του ανατέθηκε η εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, προς απόδειξη της σε κάθε περίπτωση εκ των υστέρων εγκρίσεως της συμβάσεως εργασίας από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός (πρώτο μέρος) από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων, τις εις αυτή ένορκες βεβαιώσεις "...
και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η αναιρεσίβλητη εκπροσωπείτο νόμιμα στην κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντα.
Τούτο δε γιατί ενώ το Εφετείο δέχεται ότι, κατά το καταστατικό της αναιρεσίβλητης, αρμόδιο για την πρόσληψη προσωπικού ήταν το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο δεν προσέλαβε ούτε ενέκρινε την πρόσληψη του αναιρεσείοντος στις 9-12-2002 και ως εκ τούτου η σύμβαση αυτού με την αναιρεσίβλητη είναι άκυρη και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος προς αντίκρουση των ανωτέρω προσκόμισε και τα έγγραφα 21 και 4, σύμφωνα με τα οποία το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης που συγκροτήθηκε σε σώμα με το 166/4-3-2002 πρακτικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ.
ΤΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 3735/27-5-2002, "ανέθεσε την εν γένει εκπροσώπηση της στον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Κ. Ν. Π.", σε κάθε δε περίπτωση το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης ενέκρινε τη σύμβαση εργασίας του με την ανάθεση σ' αυτόν της εν γένει εκπροσωπήσεως της, με το από 27-9-2004 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ.
ΤΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 12794/18-10-2004, τα οποία είναι κρίσιμα για την έκβαση της δίκης. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 806/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ