Legislator Case Law & Legislation
807/2007 AI generated

Supreme Court reverses lower court ruling on wage dispute, holding prior precedent does not cover later period due to changed legal regime.

Case Number 807/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a wage dispute between a public hospital and an employee. The employee argued that a prior judgment establishing his right to specific allowances should apply to a later period, but the Court found the legal regime governing wages had changed significantly between the two periods. Consequently, the Court held that the principle of res judicata did not extend to the new timeframe, ordering the case remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to a subsequent period if the legal regime governing the employment relationship has changed, thereby lacking the required identity of legal cause.

Keywords

AI generated
res judicata wage dispute legal regime change public hospital labor law res judicata exception remittitur

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 807 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 13-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 4590/2000 μη οριστική και 1326/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 7-3-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορου ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Δ., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 Υπουργικές αποφάσεις, μεταβλήθηκε, με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.

Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν, στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν.1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν.1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται.

Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2002, Ολ.ΑΠ 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 4.1.1983 ως ηλεκτρολόγος από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπάγεται στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία την 1.6.1987 έγινε αορίστου χρόνου και έκτοτε προσέφερε σ΄ αυτό τις υπηρεσίες του μέχρι την 30.4.1997, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να λάβει από το ΙΚΑ πλήρη σύνταξη γήρατος.

Το εναγόμενο με απόφαση της διοικήσεώς του ενέταξε τον ενάγοντα από 1.7.1988, ως μέλος του σωματείου των εργαζομένων σ΄αυτό,, που υπάγεται στην ΠΟΕΔΗΝ, κατ΄ εφαρμογή της από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε. της τελευταίας και των διατάξεων των ν.1505/1984 και 1810/1988, στο 22ο μισθολογικό κλιμάκιο. Έκτοτε ο ενάγων έπαιρνε τον βασικό μισθό του αντίστοιχου μισθολογικού κλιμακίου, στο οποίο εξελισσόταν, προσαυξημένο με τα επιδόματα και τις λοιπές παροχές, κατά την ως άνω ε.σ.σ.ε.

και τους ανωτέρω νόμους. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι επί προηγουμένης δίκης μεταξύ των αυτών και με την ίδια ιδιότητα παραστάντων διαδίκων, που ανοίχθηκε με την από 3.8.1989 αγωγή του αυτού ενάγοντος και αφορούσε αξιώσεις του από τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που έπαιρνε και εκείνων που εδικαιούτο να λάβει τη χρονική περίοδο από 1.1.1985 μέχρι 30.6.1989, λόγω μη υπολογισμού του βασικού μισθού του με βάση την υπ΄ αριθμ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, της αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως του Ν.201/1975 και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 5836/1991 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου.

Με την εν λόγω απόφαση δέχθηκε τούτο ότι α) οι αποδοχές του ενάγοντος, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, διέπονταν από την προαναφερόμενη διαιτητική απόφαση, υπολογιζομένου του βασικού του μισθού στο ποσό των 17.057 δρχ. μηνιαίως και β) ο ενάγων εδικαιούτο με βάση την ίδια διαιτητική απόφαση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από ποσοστό 50% επί του βασικού του μισθού και την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.201/1975.

Επίσης, κρίθηκε με την άνω 5836/1991 απόφαση, ότι οι αποδοχές του ενάγοντος από την ανωτέρω εργασιακή σχέση ρυθμίζονται από την εν λόγω 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και όχι από την με ημερομηνία 22.12.1988 ε.σ.σ.ε., αφού στο χρονικό διάστημα που αφορούσε η από 3.8.1989 αγωγή του ενάγοντος (1.1.1985 μέχρι 30.6.1989), ενέπιπτε ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος της από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε.

Μετά ταύτα δέχθηκε το εφετείο, ότι επί της από 3.7.1993 αγωγής του ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου, με την οποία ζήτησε διαφορές αποδοχών για τη χρονική περίοδο από 1.7.1989 μέχρι 31.12.1992 εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 8482/1996 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έχει εφαρμογή το μισθολογικό καθεστώς, που διείπε την εργασιακή αυτή σχέση πριν από τη θέση σε ισχύ την 1.7.1988 της από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε και συνεπώς ο ενάγων εδικαιούτο την πρόσθετη αμοιβή του Ν.201/1975 και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από ποσοστό 50% επί του βασικού του μισθού που ήταν ο προβλεπόμενος από την άνω 42/1981 διαιτητική απόφαση.

Επίσης, κρίθηκε με αυτή, ότι από την προηγούμενη 5836/1991 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου παρήχθη δεδικασμένο, διότι η επελθούσα με την από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε. νομοθετική μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, πλην των ιατρών, στα Δημόσια Νοσοκομεία του ΝΔ 2592/1953, είχε ήδη επέλθει κατά τη διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος, που αφορούσε η ανωτέρω απόφαση.

Κατόπιν αυτών, κατέληξε το εφετείο ότι από τις προαναφερόμενες 5836/1991 και 8482/1996 τελεσίδικες αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου απορρέει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και αναφέρονται στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και την πρόσθετη αμοιβή του Ν.201/1975, αφού οι αξιώσεις αυτές, που αφορούν το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 30.4.1997, προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, από την οποία γεννήθηκαν και εκείνες που ασκήθηκαν με τις προηγούμενες αγωγές, χωρίς να μεταβληθείς στο μεταξύ το νομικό καθεστώς, που διέπει την έννομη σχέση ή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη.

Έτσι, με δύναμη δεδικασμένο κρίθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος από μισθολογικές διαφορές, που απορρέουν από την ίδια εργασιακή σχέση, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 30.4.1997, διέπονται από το μισθολογικό καθεστώς, που διείπε τη σχέση αυτήν πριν από την ισχύ της άνω από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε. Το ίδιο έγινε δεκτό και με την υπ΄ αριθμ. 3109/1998 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 23.4.1996 αγωγής του ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου Νοσοκομείου και με την οποία ο πρώτος ζήτησε μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι 30.12.1995, λόγω μη υπολογισμού στις αποδοχές αυτούς του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και της πρόσθετης αμοιβής του Ν.201/1975.

Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση κρίθηκε, ότι με τις άνω 5836/1991 και 8482/1996 αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου έχει κριθεί, με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1985 μέχρι 31.12.1992 εδικαιούτο μεταξύ άλλων και α) τον βασικό μισθό των ηλεκτροτεχνιτών του όρου 32 της υπ΄αριθμ. 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως, που κατά μήνα Δεκέμβριο 1992 ανερχόταν στο ποσό των 19.987 δρχ.

και το οποίο ποσό άλλωστε ζήτησε για βασικό του μισθό ο ενάγων με την ένδικη τότε από 23.4.1996 αγωγή του, με βάση το οποίο, αφού δεν υπήρχε λόγος, νομικός ή πραγματικός διαφοροποιήσεως, προσδιόρισε τις αποδοχές αυτού και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι 31.12.1995, β) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από ποσοστό 50% επί του βασικού του μισθού και γ) την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.201/1975.

Η απόφαση αυτή, κατά τις ως άνω παραδοχές της, κατέστη ήδη αμετάκλητη. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι το απορρέον από τις άνω αποφάσεις δεδικασμένο δεν εκτείνεται και στο ύψος των απαιτήσεων του ενάγοντος και συγκεκριμένα στο ύψος του βασικού του μισθού, ο οποίος υπολογίσθηκε με βάση τον βασικό μισθό, που καθορίζεται από τους όρους της άνω 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως, επί του οποίου ο ενάγων υπολόγισε τις επιδικασθείσες μισθολογικές του διαφορές.

Και τούτο, διότι υπάρχει μεταβολή της νομικής αιτίας των ενδίκων αξιώσεων μισθολογικών διαφορών, οι οποίες αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 30.4.1997, που είναι εξ ολοκλήρου μεταγενέστερο του κριθέντος με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, αφού από 1.1.1996 έχει αυξηθεί το γενικό κατώτερο όριο μισθού του εργατοτεχνίτη με βάση την από 2.4.1996 ε.γ.σ.σ.ε.

Η σύμβαση αυτή, η οποία δεσμεύει και το εναγόμενο Νοσοκομείο, που είναι ν.π.δ.δ., όσον αφορά τον ενάγοντα μισθωτό, που συνδέεται με αυτό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθορίζει το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού του ενάγοντος, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 32 και τον όρο ιδ΄ των γενικών όρων της 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως, αλλά και τα άρθρα 12 και 13 των υπ΄ αριθμ. 73 και 74/1982 διαιτητικών αποφάσεων, οι ηλεκτροτεχνίτες λαμβάνουν το εκάστοτε από την ε.γ.σ.σ.ε.

προβλεπόμενο κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδικάστηκε για το από 1.1.1996 μέχρι 30.4.1997 χρονικό διάστημα μισθολογικές διαφορές.

Το Εφετείο, κρίνοντας ότι το από τις προηγούμενες αποφάσεις δεδικασμένο ως προς το διέπον τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, του χρονικού διαστήματος από 1.1.1985 - 31.12.1995 δηλαδή ότι αυτός εδικαιούτο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από ποσοστό 50% επί του βασικού του μισθού και την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.201/1975, επεκτείνεται και επί των ενδίκων αξιώσεων του, για το μεταγενέστερο του προηγουμένως κριθέντος από 1.1.1996 - 30.4.1997 χρονικό διάστημα, παραβίασε τους περί δεδικασμένου ορισμούς του νόμου.

Τούτο, διότι το από τις ανωτέρω αποφάσεις παραγόμενο δεδικασμένο περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα για τη χρονική περίοδο που αναφέρεται (1.1.1985 - 31.12.1985) και δεν καταλαμβάνει και το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.1996 - 30.4.1997), κατά το οποίο ίσχυσε, ως προς τον καθορισμό των αποδοχών των εργαζομένων στα νοσοκομεία του ν.δ.2592/1953 (όπως ήταν το αναιρεσίβλητο), το νομικό καθεστώς της από 22.12.1988 ε.σ.σ.ε., οι διατάξεις του ν.1905/1984 και η μεταγενέστερη από 2.4.1996 ε.γ.σ.σ.ε., την οποία και ο αναιρεσίβλητος επικαλείται στην ένδικη αγωγή για τον προσδιορισμό των αποδοχών του, ήτοι νομοθετικό καθεστώς διάφορο εκείνου που ίσχυσε μέχρι 31.12.1995, στο οποίο ο αναιρεσίβλητος στηρίζει τις αγωγικές του αξιώσεις.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 16 μοναδικό λόγο της αναιρέσεως του εναγομένου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1326/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ