Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to specifically cite evidence at appeal stage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the appellate court's decision regarding the admissibility of new evidence. The appellant argued that the lower court failed to consider tachographs and prior court rulings proving a 12-hour daily work schedule, while the employer contended the evidence was insufficiently referenced. The court ruled that the appellant merely copied previous submissions without making a specific and clear reference to the documents, rendering the appeal argument inadmissible under procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; Art. 106, 237(1)(b), 453, 524(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appellant fails to make a specific and clear reference to the documents in the appellate proceedings, limiting themselves to a general reference to the first-instance submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 807/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Αθανάσιο Θεμέλη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη) και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον δικηγόρο του Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Παγώνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1512/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5061/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 25 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 648 παρ. 1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει τον συμφωνημένο μισθό. Εξάλλου οι όροι αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της Χώρας (πλην της Κρήτης) ρυθμίζονταν κατά τα έτη 1996 έως 2000 από τις οικείες από 15-3-1996, 11-7-1997, 12-5-1998, 29-7-1999 και 22-3-2000 συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις αντίστοιχες 11972/1996, 12894/1997, 11679/1998, 12123/1999 και 10391/2000 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 12-9-1996 από την εναγομένη εταιρία "Ν. Π. Ο.Ε." (στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία "Ε.
Μ. και Σια Ο.Ε."), για να παρέχει εργασία, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ως οδηγός στην επιχείρηση τουρισμού και εκμεταλλεύσεως τουριστικών λεωφορείων, που διατηρούσε αυτή στη .... Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του, εργαζόμενος πέντε ημέρες εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή) επί 11 ώρες ημερησίως, μέχρι τις 12-10-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση.
Από 1-4-1999 μέχρι την απόλυσή του, η τελευταία δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την αμοιβή που του όφειλε για την υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόλησή του, με βάση την οικεία από 29-7-1999 ΣΣΕ. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εναγομένη οφείλει σ' αυτόν αποζημίωση για εργασία πέραν αυτής, διότι για την εργασία του κατά τα Σάββατα ή Κυριακές σε εκτός έδρας μεταβάσεις, διανυκτερεύσεις κ.λ.π.
λάμβανε ιδιαίτερη αμοιβή. Με βάση αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται για την υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόλησή του κατά το διάστημα από 1-4-1999 έως 10-10-2000 το συνολικό ποσό των 6.548 ευρώ, το οποίο και του επιδίκασε, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των διατάξεων που προεκτέθηκαν, ως προς τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα του συνολικού ποσού των αποδοχών που δικαιούται ο αναιρεσείων για την εργασία του κατά το διάστημα από 12-9-1996 έως 31-3-1999 (περιλαμβανομένων και των Σαββάτων και των Κυριακών) και της αμοιβής του για την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του διαστήματος από 1-4-1999 έως 12-10-2000.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι ο συμφωνημένος χρόνος διάρκειας της εβδομαδιαίας εργασίας ήταν πέντε ημέρες (Δευτέρα έως Παρασκευή), κατά τις οποίες και εργαζόταν ο αναιρεσείων επί 11 ώρες ημερησίως, παράλληλα δέχθηκε αορίστως ότι αυτός παρείχε εργασία και Σάββατα και Κυριακές, για την οποία λάμβανε ιδιαίτερη αμοιβή, την έννοια και το ύψος της οποίας -καθώς και τον συγκεκριμένο χρόνο εργασίας κατά τις ημέρες αυτές- δεν προσδιορίζει, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ο αναιρεσείων δικαιούται αμοιβή για την απασχόλησή του και κατά τις ημέρες αυτές, όπως ζητεί με την ένδικη αγωγή.
Περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε και κατά το διάστημα από 12-9-1996 (χρόνο της προσλήψεώς του) μέχρι τις 31-3-1999 με την ίδια διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας και το ίδιο ωράριο, απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, το αγωγικό κονδύλιο, που αφορούσε αποδοχές του για την απασχόλησή του κατά το διάστημα αυτό.
Οι ελλείψεις αυτές στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση και επομένως είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι, ως προς τις διατάξεις που παραβιάστηκαν, συμπληρώθηκαν από τον Εισηγητή, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο προς τα συνδεόμενα με τα παραπάνω ζητήματα κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 β', 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου(ΟλΑΠ 14/2005 και 9/2000).
Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι εργαζόταν δώδεκα ώρες ημερησίως (και όχι έντεκα, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) και ειδικότερα α) τα αντίγραφα των ταχογράφων (των ετών 1996 έως 2000) του ΥΥΝ 7272 τουριστικού λεωφορείου της αναιρεσίβλητης και β) τις 612/1998, 3862/1997, 1446/1997 και 2248/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί αγωγών άλλων οδηγών τουριστικών λεωφορείων κατά της αναιρεσίβλητης.
Όπως προκύπτει όμως από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ο αναιρεσείων περιορίστηκε στην απλή και μόνο ενσωμάτωση -σε φωτοτυπικό αντίγραφο- των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση των προανα-φερόμενων εγγράφων. Επομένως είναι απαράδεκτος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη αποδείξεων, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ