Appeal dismissed for inadmissibility; failure to restate appeal grounds in written submissions at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the admissibility of new appeal grounds. The appellant failed to formally restate the argument that a specific bank deposit was fictitious in their written submissions to the Second Instance Court, despite having raised it previously. Consequently, the court ruled that these grounds were inadmissible and the appeal was rejected in part, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242, 254, 307, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground not formally restated in the written submissions of the second instance court is inadmissible for the purpose of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 806 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 806/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. - Β. Ε. Ε. Α. - Π. - Ε. Ο. Β. Κ. Σ. Α." και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Κ. Κ. Σ. ΟΕ", που εδρεύει στο 64ο χλμ της ΠΕΟ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Λιάπη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2128/2017 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 33/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος εμφανίστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατον να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση προς συζήτηση να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Η κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του άρθρου 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, τούτο δε παρόλο που στο άρθρο 307 αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, πλην όμως, ουδείς δικαιολογητικός λόγος συντρέχει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά οι δύο περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης (ΑΠ 664/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 33/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερα τα διάδικα μέρη κατ'άρθρον 143 παρ.1 ΚΠολΔ ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, για την ανασυζήτηση της ένδικης από 11-10-2017 αίτησης αναίρεσης, εξαιτίας διαπιστώσεως αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, κατά την συζήτησή της στην αρχική δικάσιμο της 1ης Οκτωβρίου 2018, κατά τη νέα δε αυτή δικάσιμο οι διάδικοι παρέστησαν με δήλωση και κατέθεσαν προτάσεις.
Με την κρινόμενη, ως ανωτέρω, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2128/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... (τακτικής διαδικασίας), το οποίο, δικάζοντας την από 28-8-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 111/ΤΜ/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά το ποσό των 401,37 ευρώ και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά το ποσό των 21.110,37 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ. υπ'αριθμ. 838/2017 έκθεση αναίρεσης) και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής από σύμβαση έργου (άρθρ. 681 επ. ΑΚ) δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914 AK, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου (Ολομ.
ΑΠ 967/1973, ΑΠ 345/2018, ΑΠ 985/2015). Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία όμως φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον (AΠ 345/2018).
Πλην, όμως, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 985/2015). Έτσι και στην περίπτωση των υπαιτίων ελλείψεων έργου, που συνίστανται στην από αμέλεια του εργολάβου αδόκιμη από τεχνική άποψη κατασκευή του έργου, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συρροής αξιώσεων αποζημίωσης τόσο από τη σύμβαση (αρθ.690 ΑΚ), όσον και από αδικοπραξία (άρθρ. 914 ΑΚ), αφού η ζημιογόνος συμπεριφορά του εργολάβου, που πραγματοποιήθηκε όχι ανεξάρτητα ή απλώς εξ αφορμής του παραπάνω έργου, αλλά συνιστά πλημμελή εκτέλεση αυτού, που προϋποθέτει αναγκαίως την περί τούτου σύμβαση και για το λόγο αυτό η ευθύνη του εργολάβου από την παραπάνω συμπεριφορά διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 688-693 ΑΚ (ΑΠ 985/2015).
Περαιτέρω, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 84/23019). Ληξιπρόθεσμες, συνεπώς, καθίστανται οι απαιτήσεις κατά το χρονικό σημείο που ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή και οφειλέτης υποχρεούται να την εκπληρώσει (ΑΠ 1568/2021).
Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ - ΑΠ 712/2023, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 486/2016).
Περαιτέρω, η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 84/2019).
Προκειμένου δε για την ευθύνη του εργολάβου προς αποζημίωση, απαιτείται και υπαιτιότητά του, την οποία όμως δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργοδότης αλλά να αποκρούσει ο εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 985/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 555/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1132/2019).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ ελέγχεται η κρίση ως προς τη νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα (ΑΠ 769/2017, ΑΠ 785/2017, ΑΠ 837/2015, ΑΠ 614/2015). Συγκεκριμένα δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "πράγματα" δε, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018), ενώ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015, Α.Π. 67/2015), τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1376/2011). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005), ενώ προκειμένου περί ελλείψεως νομίμου βάσεως ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 182/2023).
Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, εκθέτοντας το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, επί της ενστάσεώς της περί συμψηφισμού της απαίτησης της αντιδίκου της, για την αμοιβή της, με το ποσό των 21.109 €, το οποίο αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την αποκατάσταση ζημιών που οφείλονται σε πλημμέλειές της (ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης) κατά την κατασκευή του έργου, την οποία προέβαλε νομοτύπως και παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (δια δηλώσεως που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της πρωτοδίκου αποφάσεως πρακτικά, καθώς και δια αναφοράς στις πρωτόδικες προτάσεις της) και, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επανέφερε νομίμως με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, έκρινε ότι είναι μη νόμιμη, λόγω του ότι, δεν εξέθεσε η ήδη αναιρεσείουσα ότι ασκεί το εκ του άρθρου 690 ΑΚ δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε επικαλέστηκε υπαιτιότητα της ενάγουσας εργολάβου, ήτοι δεν συνέδεσε την επικαλούμενη απαίτησή της με την προερχόμενη εκ του ανωτέρω άρθρου αξίωση, την οποία θα μπορούσε να προβάλει με ένσταση συμψηφισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον, εν προκειμένω, αναιρετικό λόγο και έλεγχο αυτού, δέχθηκε τα εξής: " ....Το δικαίωμα μείωσης της αμοιβής, κατά το οποίο το εκτελεσθέν έργο είναι μικρότερης αξίας από εκείνη που θα είχε χωρίς τα ελαττώματα ή τις ελλείψεις, μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή είτε να προβληθεί κατ' ένσταση στην αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής.
Στην αγωγή ή την ένσταση πρέπει να εκτίθενται σαφώς για το ορισμένο αυτών, ποιες είναι οι ελλείψεις του έργου, καθώς και το μέτρο μείωσης της αμοιβής λόγω των ελλείψεων, ενώ η αξίωση, αποζημίωσης κατά τη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ μπορεί να προβληθεί και με αγωγή, ανταγωγή ή ένσταση συμψηφισμού κατά της αγωγής του εργολάβου, θα πρέπει όμως ο ενιστάμενος εργοδότης να αναφέρει ότι η σχετική αξίωση, την οποία προτείνει σε συμψηφισμό, απορρέει από το ανωτέρω δικαίωμα αποζημίωσης, τα στοιχεία του οποίου θα πρέπει να εκτίθενται, ήτοι, θα πρέπει στη σχετική ένσταση να αναφέρει τις ελλείψεις του έργου, καθώς και την υπαιτιότητα του εργολάβου.
Σε περίπτωση που ο εργοδότης προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που ισχυρίζεται ότι έχει κατά του εργολάβου, προερχόμενη από πλημμέλειες του έργου, χωρίς να εκθέτει ότι ασκεί το ανωτέρω δικαίωμα αποζημίωσης και χωρίς να επικαλείται υπαιτιότητα του εργολάβου, η σχετική ένσταση είναι μη νόμιμη". Πλην, όμως - και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως - αφ'ενός μεν, η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής, αφ'ετέρου όμως, στην περίπτωση των υπαιτίων ελλείψεων έργου, που συνίστανται στην από αμέλεια του εργολάβου αδόκιμη από τεχνική άποψη κατασκευή του έργου, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συρροής αξιώσεων αποζημίωσης τόσο από τη σύμβαση (αρθ.690 ΑΚ), όσον και από αδικοπραξία (άρθρ. 914 ΑΚ), αφού η ζημιογόνος συμπεριφορά του εργολάβου, που πραγματοποιήθηκε όχι ανεξάρτητα ή απλώς εξ αφορμής του παραπάνω έργου, αλλά συνιστά πλημμελή εκτέλεση αυτού, που προϋποθέτει αναγκαίως την περί τούτου σύμβαση.
Επομένως, για το λόγο αυτό, η ευθύνη του εργολάβου από την παραπάνω συμπεριφορά διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 688-693 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, όταν προβάλλεται σε συμψηφισμό αξίωση του εργοδότη για αποζημίωση από πλημμελή εκτέλεση του έργου (που , υπό την αμέσως ανωτέρω νομική παραδοχή, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ και όχι σε αυτήν του 914 ΑΚ), απαιτείται μεν και υπαιτιότητα του εργολάβου (η οποία δεν απαιτείται να εκτίθεται πανηγυρικώς , αλλά αρκεί η αναφορά σε πλημμέλειες κατά την κατασκευή από αυτόν του έργου) για την ευθύνη του προς αποζημίωση, την οποία όμως δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργοδότης, αλλά να αποκρούσει (είτε ως εναγόμενος, είτε όταν προβάλλεται κατ'αυτού σχετική ένσταση συμψηφισμού, επί τη βάσει εναντίον του σχετικής αξιώσεως για αποζημίωση), ο εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως.
Σημειωτέον δε ότι, όπως συνάγεται από το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, η θεμελίωση της αξιώσεως του αιτούντος έννομη προστασία, δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται με ορισμένους πανηγυρικούς τύπους, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου, ιδιαίτερα δε, από την αντιπαραβολή του ιστορικού με το αιτητικό και το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia, μπορεί, εφόσον το είδος και η έκταση της ζητούμενης έννομης προστασίας προκύπτουν με ακρίβεια από το συνολικό ιστορικό της αγωγής, να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτής στο νόμο (ΑΠ 406/2021, ΑΠ 318/2017).
Περαιτέρω δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει, όπως αναλόγως επί αγωγής, να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως μπορεί και να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (Ολ.Α.Π. 472/1983, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 355/2015, ΑΠ 1357/2010).
Εν προκειμένω δε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την προβληθείσα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού προβλήθηκαν από την τελευταία τα ακόλουθα: " Περαιτέρω, ως προς το ισχνό υπόλοιπο της επίδικης οψειλής, ύψους (213.280,37 - 212.170.00=)1.110,37 ευρώ, προτείνω ένσταση συμψηφισμού ομοειδούς, ληξιπρόθεσμης και απαιτητής αξίωσης που εγώ διατηρώ κατά της εναγομένης, η οποία απαίτησή μου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (5.044,97+21.109,00=)26.153,97 ευρώ και πηγάζει από τις ακόλουθες αιτίες 1. ..... 2. 21.109.00 € αντιστοιχούν στο αναγκαίο ποσό για την αποκατάσταση ζημιών που οφείλονται σε πλημμέλειες της αντιδίκου κατά την κατασκευή του έργου. Συγκεκριμένα αυτές οι κακοτεχνίες περιγράφονται στην από 20-2-2017 έκθεση της Α. Κ. (σχετ. 4) της οποίας το λεκτικό παρατίθεται αυτούσιο ευθύς αμέσως: ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Την Δευτέρα 20/02/2012, μετά από πρόσκληση της εταιρείας Ε. Α.Ε. στο οινοποιείο τους, παρατήρησα τις παρακάτω κακοτεχνίες που οφείλονται σε πλημμελή κατασκευή από τον κατασκευαστή:
1.Εξωτερικά, η μετώπη στο στέγαστρο της κύριας εισόδου δεν έχει καλυφθεί με αποτέλεσμα το μονωτικό υλικό του πάνελ της οροφής να είναι εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες....
2.Στο σημείο, που εφάπτεται το στέγαστρο της εισόδου με το σώμα του κτιρίου το εξωτερικό πάνελ έχει τρυπήσει και υπάρχει εμφανής υγρασία (φωτογρ. 4). Εσωτερικά στο ίδιο σημείο και δεξιά και αριστερά είναι ακόμη πιο εμφανής η υγρασία, (φωτογρ. 5,6). Η υγρασία αυτή έχει προκαλέσει σκουριά στα κάθετα φέροντα μεταλλικά υποστυλώματα και στο μεταλλικό κάλυμμα του τοιχίου της βάσης του κτιρίου.....
3.Το βιομηχανικό δάπεδο έχει ρωγμές παντού, μέσα και έξω και πλέον κομμάτια αποκολλούνται. Και στο δάπεδο του εξωτερικού στεγάστρου και στο εσωτερικό δεν έγιναν σωστές κλίσεις με αποτέλεσμα να υπάρχουν βαθουλώματα, όπου λιμνάζουν νερά.....
4.Το εσωτερικό φρεάτιο τοποθετήθηκε χαμηλότερα από την στάθμη του δαπέδου, με αποτέλεσμα το όχημα εσωτερικής μεταφοράς και αποθήκευσης των φιαλών με τα προϊόντα της εταιρείας να σπάζουν, όταν μεταφέρονται. Το ίδιο φρεάτιο μολονότι καθαρίζεται δεν έχει κλίσεις για να φεύγουν τα υγρά που συγκεντρώνονται στο δάπεδο δεν αποχετεύονται και λιμνάζουν.....
5.Τα εξωτερικά φρεάτια έμειναν ημιτελή είναι ανισόπεδα και δεν αποχετεύονται τα όμβρια....
6.Στο χώρο παλαίωσης δεν τοποθετήθηκαν τα ειδικά τεμάχια στο κέντρο της οροφής.....
7.Δεν τοποθετήθηκαν έγχρωμα ειδικά τεμάχια στις εξωτερικές γωνίες του κτιρίου.
8.Εξωτερικά τα χώματα δεν τοποθετήθηκαν σε αναβαθμούς, με αποτέλεσμα να γλιστρούν και να πέφτουν προς το κτίριο.....
Περαιτέρω, για την αποκατάσταση αυτών των ζημιών απαιτείται η καταβολή του προαναφερόμενου ποσού των 21.109,00 €, το οποίο αναλύεται ως εξής:
α) 700,00 € για τη δαπάνη αγοράς και τοποθέτησης ειδικών μεταλλικών τεμαχίων, που συνδέουν και καλύπτουν τον αρμό μεταξύ των γωνιαίων πάνελς, τόσο για το αέτωμα της μετώπης του οινοποιείου όσο και για το χώρο παλαίωσης του οίνου, αλλά και για τα έγχρωμα εξωτερικά στις γωνίες του ίδιου αυτού κτιρίου - οινοποιείου (15,00 μέτρα μετώπης + 15,00 μέτρα στο χώρο παλαίωσης + 15,00 μέτρα εξωτερικά = 70,00 μέτρα χ 10,00 € = 700,00 €), β) 2.900,00 € για τη δαπάνη καθαίρεσης βιομηχανικού δαπέδου σε έκταση 580,00 τμ (580,00 τμ χ 5,00 €= 2.900,00 €).
γ) 14.500,00 € για τη δαπάνη κατασκευής εκ νέου αυτού του βιομηχανικού δαπέδου (580,00 τμ χ 25,00 €-) 14.500,00 €, δ) 1.260,00 € για τη δαπάνη κατασκευής εξωτερικού φρεατίου, μήκους 70,0 μέτρων, περιμετρικά του οινοποιείου (70,00 μέτρα χ 18,00 € = 1.260,00 €), ε) 960,00 € για τις αναγκαίες χωματουργικές εργασίες διαμόρφωσης πρανών στον ακάλυπτο χώρο του γεωτεμαχίου, δηλαδή για την αμοιβή του χειριστή του αναγκαίου μηχανήματος και για το μίσθωμα του μηχανήματος για εργασία 16 ωρών (16 ώρες χ 60,00 € = 960,00 €), στ) 500,00 € για το κόστος μεταφοράς των αδρανών και λοιπών άχρηστων υλικών: αμοιβή οδηγού και μίσθωμα ειδικού οχήματος για 10 δρομολόγια από τη ... στη χωματερή του νομού (10 δρομολόγια χ 50,00 € = 500,00 €), και ζ) 289,00 € για το κόστος αγοράς τσιμεντοκονίας για την επικάλυψη επιφάνειας 17,00 μέτρων στο εσωτερικό του οινοποιείου (17,00 μέτρα χ 17,0 €= 289,00 €).
Ως εκ τούτου, για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1 (σημ. που αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και πρόστιμο από το ΙΚΑ και απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν μεταβιβάστηκε ως προς αυτά η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και 2 αιτίες η αντίδικος οφείλει να καταβάλλει σε μένα το συνολικό ποσό των (5.044,97 + 21.109,00 =) 26.153,97 €, απαίτηση που προτείνω προς συμψηφισμό του ποσού των 1.110,37 €, το οποίο δεν έχω καταβάλλει με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό κατά τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο Γ.1.
του παρόντος δικογράφου....". Κατά συνέπεια, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, στην ένσταση συμψηφισμού [η οποία, κατά τον χρόνο (7-3-2012) που συζητήθηκε η υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την τακτική διαδικασία, προβλήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις της εναγομένης, που κατατέθηκαν επί της έδρας του δικαστηρίου, ενώ έγινε και σύντομη αναφορά αυτής στα πρακτικά της δίκης] περιέχονταν όλα τα στοιχεία [εκτιθέμενες κακοτεχνίες ως οφειλόμενες σε πλημμελή κατασκευή από την κατασκευάστρια (εργολάβο) εταιρεία, καθώς και τα στοιχεία που προσδιορίζουν τη ζημία, όπως και τα απαιτούμενα ποσά για την αποζημίωση - που, κατά τα ανωτέρω, δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ότι στηριζόταν σε άλλη, παρά μόνο αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ - της εργοδότιδος εταιρείας και, επομένως, ως αίτημα, την απόρριψη κατά το προσδιοριζόμενο προς συμψηφισμό ποσό της αγωγής] για να κριθεί ότι ήταν νόμιμη (άλλο δε το ζήτημα συνιστά το εάν, επί τη βάσει των προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήθελε κριθεί ή όχι ως βάσιμη κατ'άρθρα 442,444 εδ.β' ΑΚ], το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως μη νόμιμη (λόγω του ότι, δεν εξέθεσε ρητώς ότι ασκεί το εκ του άρθρου 690 ΑΚ δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε επικαλέστηκε υπαιτιότητα της ενάγουσας εργολάβου, ήτοι δεν συνέδεσε την επικαλούμενη απαίτησή της με την προερχόμενη εκ του ανωτέρω άρθρου αξίωση), παραβίασε, ως προς την εφαρμογή τους, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 440 και 441 ΑΚ (αφού η μεν αναφορά που γινόταν στην ένσταση σε πλημμέλειες κατά την κατασκευή από την εργολάβο σημασιοδοτεί ως υπαίτια τη συμπεριφορά αυτής και η αξιούμενη από αυτήν αποζημίωση μπορούσε αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της ΑΚ 690 να αξιωθεί και, επομένως, δεν απαιτείτο να γίνεται ρητή αναφορά σε αυτήν) και πρέπει ο σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (υπό 1.Αi και ii και 1.Β λόγος αναιρέσεως), να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα ως προς το εάν συντρέχει, για το ίδιο ζήτημα, και περίπτωση παραβίασης του αριθμού 19 (υπό 1Αiii λόγος αναιρέσεως) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται, περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, καθόσον το Εφετείο δεν προχώρησε περαιτέρω και στην κατ'ουσίαν έρευνα της παραπάνω ένστασης.
Ακολούθως - και αφού, κατά τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε κάνει δεκτό (εσφαλμένα, όπως ανωτέρω κρίθηκε με τον υπό 1.Αi και ii και 1.Β λόγο αναιρέσεως) τον προαναφερθέντα λόγο εφέσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως βάσιμο κατ' ουσίαν - εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κράτησε την υπόθεση, εξέτασε την αγωγή κατ' ουσίαν και δέχθηκε τα εξής: "Στις 28.7.2006 καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, που διατηρεί επιχείρηση κατασκευής τεχνικών έργων και εμπορίας παντός είδους οικοδομικών υλικών και του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, που έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση αμπελώνων και την παραγωγή, εμφιάλωση και εμπορία οίνου, στην έδρα της ενάγουσας, σύμβαση έργου, με την οποία η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα να κατασκευάσει με δικά της υλικά και εργατικές δαπάνες τις κτιριακές εγκαταστάσεις του οινοποιείου της και του εκθεσιακού χώρου αυτής σε ακίνητο ιδιοκτησίας της στη ....
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να προβεί η ενάγουσα στις ακόλουθες εργασίες, όπως αυτές λεπτομερώς εξειδικεύονται στο από 28.7.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων: Α. για το οινοποιείο: 1) χωματουργικές εργασίες και συγκεκριμένα α) εκσκαφές θεμελίων γαιώδεις, σε επιφάνεια έκτασης 400 τ.μ., έναντι αμοιβής 3,50 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 1.400 ευρώ, β) επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής, σε επιφάνεια έκτασης 200 τ.μ., έναντι αμοιβής 3,50 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 700 ευρώ, 3) ειδικές επιχώσεις (σκύρα κλπ), σε επιφάνεια έκτασης 90 τ.μ., έναντι αμοιβής 11 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 990 ευρώ, 2) εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος (προσβάσιμες περιοχές), σε επιφάνεια έκτασης 150 τ.μ., έναντι αμοιβής 210 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 31.500 ευρώ, 3) μονώσεις-στεγανοποιήσεις και συγκεκριμένα υγρομόνωση δαπέδων επί εδάφους, σε επιφάνεια έκτασης 500 τ.μ., έναντι αμοιβής 3, ευρώ/τ.μ. και συνολικά 1.500 ευρώ, 4) επικαλύψεις και συγκεκριμένα, κατασκευή σιδερένιας στέγης με αυλακωτή λαμαρίνα σε μεταλλικό \ σκελετό κτιρίου, σε επιφάνεια έκτασης 580 τ.μ., έναντι αμοιβής 40 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 23.200 ευρώ, 5) κουφώματα και συγκεκριμένα οκτώ πόρτες πρεσσαριστές κοινές, έναντι αμοιβής 120 ευρώ έκαστη και συνολικά 960 ευρώ και εβδομήντα πόρτες σιδερένιες, έναντι αμοιβής 100 ευρώ έκαστη και συνολικά 7.000 ευρώ, 6) επίστρωση με πλακίδια κεραμικά ή πορσελάνης, σε επιφάνεια έκτασης 28 τ.μ., έναντι αμοιβής 30 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 840 ευρώ και βιομηχανικό δάπεδο, σε επιφάνεια 580 τ.μ., έναντι αμοιβής 18 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 10.440 ευρώ, 7) ψευδοροφές από γυψοσανίδες, σε επιφάνεια 135 τ.μ., έναντι αμοιβής 25 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 3.375 ευρώ, 8) χρωματισμοί τοίχου με πλαστικά, σε επιφάνεια 135 τ.μ., έναντι αμοιβής 5 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 675 ευρώ, 9) είδη υγιεινής (σετ για 2 WC), έναντι αμοιβής 300 ευρώ έκαστο και συνολικά 600 ευρώ, 10) πλήρης υδραυλική εγκατάσταση οινοποιείου, έναντι αμοιβής 2.030 ευρώ, 11) πλήρης ηλεκτρική εγκατάσταση οινοποιείου, έναντι αμοιβής 8.000 ευρώ και 12) πάνελ με μόνωση, σε επιφάνεια 1.130 τ.μ., έναντι αμοιβής 22,50 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 25.425 ευρώ, Β. για τον εκθεσιακό χώρο: 1) χωματουργικές εργασίες και συγκεκριμένα α) εκσκαφές θεμελίων γαιώδεις, σε ποσότητα 130 κ.μ., έναντι αμοιβής 3,50 ευρώ/κ.μ. και συνολικά 455 ευρώ, β) επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής, σε ποσότητα 80 κ.μ., έναντι αμοιβής 3,50 ευρώ/κ.μ. και συνολικά 280 ευρώ, γ) ειδικές επιχώσεις (σκύρα κλπ), σε ποσότητα 15 κ.μ., έναντι αμοιβής 11 ευρώ/κ.μ.
και συνολικά 165 ευρώ, 2) εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος (προσβάσιμες περιοχές), σε ποσότητα 35 κ.μ., έναντι αμοιβής 210 ευρώ/κ.μ. και συνολικά 7.350 ευρώ, 3) τοιχοποιίες και συγκεκριμένα α) πλινθοδομές δομικές, σε επιφάνεια έκτασης 50 τ.μ., έναντι αμοιβής 14 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 700 ευρώ και β) πλινθοδομές μπατικές, σε επιφάνεια έκτασης 98 τ.μ., έναντι αμοιβής 20 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 1.960 ευρώ, 4) μονώσεις-στεγανοποιήσεις και συγκεκριμένα υγρομόνωση δαπέδων επί εδάφους, σε επιφάνεια έκτασης 90 τ.μ., έναντι αμοιβής 3 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 270ευρώ, 5) επικαλύψεις και συγκεκριμένα κατασκευή ξύλινης στέγης αυτοφερόμενης με κεραμίδια, σε επιφάνεια έκτασης 125 τ.μ., έναντι αμοιβής 65 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 8.125 ευρώ, 6) κουφώματα και συγκεκριμένα α) πόρτες πρεσσαριστές κοινές, σε επιφάνεια 8,5 τ.μ., έναντι αμοιβής 120 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 1.020 ευρώ, β) εξώθυρες καρφωτές περαστές από ξύλο καστανιά, σε επιφάνεια 4,80 τ.μ., έναντι αμοιβής 250 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 1.680 ευρώ και γ) υαλοστάσια και εξωστόθυρες από ξύλο καστανιάς, σε επιφάνεια έκτασης 14 τ.μ., έναντι αμοιβής 320 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 4.480 ευρώ, 7) επενδύσεις τοίχων α) με πλακίδια πορσελάνης, σε επιφάνεια έκτασης 20 τ.μ., έναντι αμοιβής 30 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 600 ευρώ και β) με λίθινες πλάκες, σε επιφάνεια έκτασης 45 τ.μ., έναντι αμοιβής 50 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 2.250 ευρώ, 8) στρώσεις δαπέδων με πλακίδια κεραμικά ή πορσελάνης, σε επιφάνεια 95 τ.μ., έναντι αμοιβής 30 ευρώ/τ.μ.
και συνολικά 2.850 ευρώ, 9) χρωματισμοί με πλαστικά σπατουλαριστά, σε επιφάνεια έκτασης 230 τ.μ., έναντι αμοιβής 9 ευρώ/τ.μ. και συνολικά 2.070 ευρώ, 10) κατασκευή τζακιού με καπνοδόχο (κτιστό), έναντι αμοιβής 2.000 ευρώ, 11) είδη υγιεινής και συγκεκριμένα α) νεροχύτης-μπαταρία κουζίνας, έναντι αμοιβής 150 ευρώ και β) δύο σετ WC, έναντι αμοιβής 300 ευρώ έκαστο και συνολικά 600 ευρώ, 12) πλήρης υδραυλική εγκατάσταση κτιρίου, έναντι αμοιβής 1.000 ευρώ, 13) πλήρης εγκατάσταση θέρμανσης-κλιματισμού κτιρίου, έναντι αμοιβής 2.000 ευρώ και 14) πλήρης ηλεκτρική εγκατάσταση κτιρίου, έναντι αμοιβής 1.100 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω, η συμφωνηθείσα αμοιβή για τις επιμέρους εργασίες που αφορούσαν την κατασκευή του οινοποιείου ανήλθε σε 118.635 ευρώ + 22.540,65 ευρώ ΦΠΑ = 141.175,65 ευρώ και την κατασκευή του εκθεσιακού χώρου σε 45.005 ευρώ + 8.550,95 ευρώ ΦΠΑ = 53.555,95 ευρώ, ήτοι, συνολικά σε 194.731,60 ευρώ. Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι όλες οι εργατικές δαπάνες, τα υλικά συγκόλλησης, οι μεταφορές και οι γερανοί, θα γίνουν με δαπάνες και μέριμνα του εργολάβου, ότι τα παραπάνω τμήματα εργασιών περιλαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα υλικά, την εργασία και τις πάσης φύσεως ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και ότι οι εργασίες θα πληρούν τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και η ποιότητα των εργασιών θα είναι άριστη, ο δε εργολάβος οφείλει να ολοκληρώσει τις εργασίες του χώρου του οινοποιείου μέχρι τις 15.9.2006 και τις εργασίες του εκθεσιακού χώρου μέχρι τις 29.4.2007, ενώ η πληρωμή θα γίνει σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών και την εκταμίευση της επιδότησης, καθώς όλο το έργο ήταν επιδοτούμενο, στα πλαίσια αναπτυξιακού προγράμματος.
Η ενάγουσα ολοκλήρωσε τις επιμέρους εργασίες για την εκτέλεση του έργου, όπως αυτές περιγράφονται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό και εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια για τις επιμέρους εκτελεσθείσες εργασίες, συνολικής αξίας 213.280,37 ευρώ, ήτοι: 1) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο για τεχνικά έργα, συνολικής αξίας 46.053 ευρώ (38.700 + ΦΠΑ 7.353), που αφορά α) εκσκαφές θεμελίων γαιώδεις 400 τ.μ.
προς 3,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 1.400 ευρώ, β) επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής 200 τ.μ. προς 3,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 700 ευρώ, γ) οπλισμένο σκυρόδεμα 150 κ.μ. προς 210 ευρώ/κ.μ., ύψους 31.500 ευρώ και δ) κατασκευή βόθρου με σχάρες υδροσυλλογής, ύψους 5.100 ευρώ, 2) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο για τεχνικά έργα, συνολικής αξίας 12.423,60 ευρώ (10.440 + ΦΠΑ 1.983,60), που αφορά κατασκευή βιομηχανικού δαπέδου 580 τ.μ.
προς 18 ευρώ/τ.μ., 3) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο, συνολικής αξίας 58.458,75 ευρώ (49.125 + ΦΠΑ 9.333,75), που αφορά α) προμήθεια και τοποθέτηση μεταλλικής στέγης με πάνελ επικάλυψης 580 τ.μ. προς 40 ευρώ/τ.μ., ύψους 23.200 ευρώ, β) προμήθεια και τοποθέτηση πάνελ 930 τ.μ. προς 22,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 20.925 ευρώ και γ) σιδερένιες πόρτες (βιομηχανικά ρολά), ύψους 5.000 ευρώ, 4) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο, συνολικής αξίας 9.354,53 ευρώ (8.012,25 + ΦΠΑ 1.522,33), που αφορά α) προμήθεια και τοποθέτηση πάνελ ψευδοροφών 153,60 τ.μ.
προς 22,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 3.456 ευρώ και β) προμήθεια και τοποθέτηση πάνελ κατασκευής μεταλλικής 202,50 τ.μ. προς 22,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 4.566, 25 ευρώ, 5)το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο για τεχνικά έργα, συνολικής αξίας 27.858,38 ευρώ (23.410,40 + ΦΠΑ 4.447,98), που αφορά α) ελαφρώς οπλισμένο σκυρόδεμα με πλέγμα 64,14 κ.μ. προς 140 ευρώ/κ.μ., ύψους 8.979,60 ευρώ, β) εσωτερικές πόρτες, αξίας 1.543,20 ευρώ, γ) πλακίδια πορσελάνης τοίχου 31,02 τ.μ.
προς 30 ευρώ/τ.μ., ύψους 942,60 ευρώ, δ) γυψοσανίδες-προμήθεια και τοποθέτηση- 44,50 τ.μ. προς 25 ευρώ/τ.μ., ύψους 1.112,50 ευρώ, ε) πλακάκια δαπέδου 6,75 τ.μ. προς 30 ευρώ/τ.μ., ύψους 202,50 ευρώ, στ) σετ WC (2 τεμάχια), αξίας 600 ευρώ, ζ) πλήρη υδραυλική εγκατάσταση οινοποιείου, αξίας 2.030 ευρώ και η) πλήρη ηλεκτρική εγκατάσταση, αξίας 8.000 ευρώ, 6) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο για τεχνικά έργα, συνολικής αξίας 46.720,95 ευρώ (39.261,30 + ΦΠΑ 7.459,65), που αφορά α) εκσκαφές θεμελίωσης 130 τ.μ.
προς 3,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 455 ευρώ, β) επιχώσεις από προϊόντα εκσκαφής 80 τ.μ. προς 3,50 ευρώ/τ.μ., ύψους 280 ευρώ, γ) οπλισμένο σκυρόδεμα 35 κ.μ. προς 210 ευρώ/κ.μ., ύψους 7.250 ευρώ, δ) λιθοδομές με λαξευτούς λίθους 131,30 τ.μ. προς 70 ευρώ/τ.μ., ύψους 9.191 ευρώ, ε) πλινθοδομές 33,30 τ.μ. προς 14 ευρώ/τ.μ., ύψους 466,20 ευρώ, στ) επιχρίσματα 90 τ.μ.
προς 13 ευρώ/τ.μ., ύψους 1.170 ευρώ, ζ) εργασίες όψεων λιθοδομών 222 τ.μ. προς 20 ευρώ/τ.μ., ύψους 4.440 ευρώ, η) ξύλινη στέγη με κεραμίδια 120,50 τ.μ. προς 65 ευρώ/τ.μ., ύψους 7.832,50 ευρώ, θ) πόρτες πρεσσαριστές κοινές 6,62 τ.μ. προς 120 ευρώ/τ.μ., ύψους 794,40 ευρώ, ι) εξώθυρες από ξύλο 2,42 τ.μ. προς 350 ευρώ/τ.μ., ύψους 847 ευρώ, ια) υαλοστάσια και εξώθυρες από ξύλο 16,36 τ.μ.
προς 320 ευρώ/τ.μ., ύψους 5.235,20 ευρώ, ιβ) πλακίδια πορσελάνης τοίχου 20 τ.μ. προς 30 ευρώ/τ.μ., ύψους 600 ευρώ και ιγ) σετ WC (2 τεμάχια) προς 300 ευρώ/τεμάχιο, ύψους 600 ευρώ, 7) το υπ' αριθμ. .../2006 τιμολόγιο για τεχνικά έργα, συνολικής αξίας 11.053,61 ευρώ (9.288,75 + ΦΠΑ 1.764,86), που αφορά α) πλακίδια δαπέδου 95 τ.μ. προς 130 ευρώ/τ:μ., ύψους 2.850 ευρώ, β) γυψοσανίδες 13,55 τ.μ.
προς 250 ευρώ/τ.μ., ύψους 338,75 ευρώ, γ) πλήρη υδραυλική εγκατάσταση, αξίας 1.000 ευρώ, δ) ηλεκτρολογική εγκατάσταση αξίας1.100 ευρώ και ε) τζάκι ενεργειακό με καπνοδόχο με σύστημα θέρμανσης χώρου, αξίας 4.000 ευρώ, 8) το υπ' αριθμ. .../2008 τιμολόγιο, συνολικής αξίας 309,40 ευρώ (260 + ΦΠΑ 49,40), που αφορά μεταλλική πόρτα και 9) το υπ' αριθμ. .../2008 τιμολόγιο τεχνικών έργων, συνολικής αξίας 868,10 ευρώ (729,50 + ΦΠΑ 138,60), που αφορά α) προμήθεια και εργασία σπατουλαριστών 70,50 τ.μ.
προς 9 ευρώ/τ.μ., ύψους 634,50 ευρώ και β) προμήθεια και εργασία ελαιοχρωματισμών 19 τ.μ. προς 5 ευρώ/τ.μ., ύψους 95 ευρώ. ΟΙ εργασίες που περιγράφονται στα παραπάνω τιμολόγια είναι αυτές που προβλέφθηκαν και συμφωνήθηκαν με το από 28.7.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, η δε διαφορά που προκύπτει μεταξύ της συμφωνηθείσας αξίας των εργασιών ολοκλήρωσης του έργου σύμφωνα με το ανωτέρω συμφωνητικό και της αξίας των άνω τιμολογίων που εξέδωσε η ενάγουσα, ύψους 18.548,77 ευρώ (213.280,37 - 194.731,60) δικαιολογείται από τη μεταγενέστερη της άνω αρχικής συμφωνίας, με ημερομηνία 27.12.2007 αναθεώρηση της υπ' αριθμ. 106/2006 οικοδομικής άδειας του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., ως προς την κατασκευή του υπογείου στο κτίριο των γραφείων, την αλλαγή της στατικής μελέτης του οινοποιείου, την αλλαγή της θέσης της δεξαμενής κρασιού και την αλλαγή της θέσης των κτισμάτων και της εσωτερικής διαρρύθμισης των κτιρίων και τις εξ αυτής προκύψασες πρόσθετες εργασίες που εκτελέσθηκαν.
Η ανωτέρω διαφορά δικαιολογήθηκε και έγινε αποδεκτή από την εναγομένη, αφού η ίδια με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην ενάγουσα, με τμηματικές καταβολές στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η τελευταία στην Τράπεζα Πειραιώς, το συνολικό ποσό των 212.170 ευρώ, ήτοι, 1.110,37 ευρώ λιγότερο από το ανωτέρω τελικώς οφειλόμενο ποσό των 213,280,37 ευρώ, το οποίο συνομολογεί.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού μερικής εξόφλησης της άνω απαίτησης, η εναγομένη προσκομίζει τα αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης της Τράπεζας Πειραιώς, σύμφωνα με τα οποία κατατέθηκαν στον λογαριασμό της ενάγουσας στην ανωτέρω τράπεζα, τα ακόλουθα ποσά: 50.000 ευρώ στις 18.9.2006, 67.000 ευρώ στις 27.11.2006, 15.000 ευρώ στις 15.5.2007, 15.000 ευρώ στις 1.6.2007, 10.000 ευρώ στις 6.7.2007, 10.000 ευρώ στις 7.8.2007, 10.000 ευρώ στις 1.10.2007, 20.000 ευρώ στις 24.12.2007 και 15.170 ευρώ στις 21.1.2008, ήτοι, συνολικά 212.170 ευρώ.
Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι η επιμέρους κατάθεση του ποσού των 20.000 ευρώ που έγινε στις 24.12.2007, ήταν εικονική και έγινε αποκλειστικά προς τον σκοπό χρηματοδότησης της εναγομένης εταιρείας από το αναπτυξιακό πρόγραμμα, στο οποίο είχε ενταχθεί για την κατασκευή του έργου, το, δε, ανωτέρω χρηματικό ποσό αναλήφθηκε από την ενάγουσα και επεστράφη στην εναγομένη την ίδια ημέρα (βλ.
αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης). Επομένως, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τμηματικά, προς μερική εξόφληση της αμοιβής της τελευταίας για την εκτέλεση του επίδικου έργου, το συνολικό ποσό των 192.170 ευρώ (212.170 - 20.000), απομένει, δε, υπόλοιπο αμοιβής, ύψους 21.110,37 ευρώ (213.280,37 - 192.170).
Με βάση τα ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι μίας χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (21.110,37), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση...". Με τους υπό 2.Α και 2.Β λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αφ'ενός μεν, ότι το Εφετείο, δεχθέν τον, ως διακωλυτικό της ένστασης εξοφλήσεως προβληθέντα, ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πως η επιμέρους κατάθεση του ποσού των 20.000 ευρώ που έγινε στον τραπεζικό λογαριασμό της, στις 24.12.2007, ήταν εικονική και έγινε αποκλειστικά προς τον σκοπό χρηματοδότησης της εναγομένης εταιρείας από το αναπτυξιακό πρόγραμμα, στο οποίο είχε ενταχθεί για την κατασκευή του έργου και ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό αναλήφθηκε από αυτήν (ενάγουσα) και επεστράφη στην εναγομένη την ίδια ημέρα, δίχως όμως να έχει χωρήσει από πλευράς της (ενάγουσας) περιγραφή και επίκληση των θεμελιωτικών του ισχυρισμού στοιχείων, τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 138), παρεβίασε τις διατάξεις των αριθμ. 8 και 14 εκ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφ'ετέρου δε, ότι κρίνοντας συνάμα το εφετείο ότι η ως άνω κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό (που είναι υλική πράξη), συνιστά δήλωση βούλησης και δη εικονική δήλωση βούλησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ και διέλαβε, περαιτέρω, στην απόφαση αυτού ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που έχει ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρυομένων έτσι των αναιρετικών λόγων των αριθμών 1 και 19 εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολογεί ποια είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία καθιστούν την ως άνω πράξη δήλωση βούλησης, ούτε ποια είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία την καθιστούν εικονική δήλωση βούλησης, ούτε άλλωστε προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι η υλική πράξη της εν λόγω τραπεζικής κατάθεσης, συνιστά εκτελεστική πράξη στο πλαίσιο σύμβασης έργου, η οποία (σύμβαση) τυγχάνει μερικώς εικονική, κατά το τμήμα των εργασιών που αντιστοιχούν σε ποσό 20.000€, και ως εκ τούτου η επιστροφή του ισόποσου την ίδια ημέρα από την αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη συνδέεται με τον αρχικό σκοπό της εικονικής συμβάσεως.
Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2023, ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 654/2007), ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 938/2020, ΑΠ 717/2018, ΑΠ 201/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση - και ενώ πλήττεται, ως και ανωτέρω εκτίθεται, με τους υπό 2.Α και 2.Β λόγους αναιρέσεως - ο, ως διακωλυτικός της ένστασης εξοφλήσεως προβληθείς, ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πως η επιμέρους κατάθεση του ποσού των 20.000 ευρώ που έγινε στον τραπεζικό λογαριασμό της, στις 24.12.2007, ήταν εικονική, δεν εκτίθεται από την αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός της, που στηρίζει τους προβαλλόμενους ως άνω λόγους αναιρέσεως, νομίμως επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (δευτεροβάθμιο), με λόγο έφεσής της, αλλά, αντιθέτως η τελευταία ισχυρίζεται ότι δεν προτάθηκε αυτοτελώς από αυτήν τέτοιος λόγος με έφεσή της, εκθέτοντας στις έγγραφες προτάσεις της παρούσας αναιρετικής δίκης επί λέξει τα εξής: "Δεδομένης της γενικής αμφισβήτησης από την αντίδικο, του ισχυρισμού μου περί εξόφλησης της αντιδίκου, όπως αυτή (η αμφισβήτηση) αναπτύσσεται στον πρώτο λόγο έφεσης του οικείου δικογράφου της, και της συνακόλουθης μεταβίβασης του κεφαλαίου αυτού της πρωτόδικης απόφασης προς εξέταση από το Εφετείο, αντέλεξα παραδεκτώς με το δικόγραφο των προτάσεων εμού ενώπιον του Εφετείου ...
τονίζοντας ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την αξιολόγηση του ισχυρισμού της αντιδίκου καθόσον εσφαλμένα αξιολόγησε την αναφερόμενη τραπεζική κατάθεση ως εικονική". Με βάση, όμως, τα ανωτέρω, εντελώς αόριστα εκτίθενται τα περιστατικά αυτά και με απαράδεκτη παραπομπή σε άλλα έγγραφα, προκειμένου να στηριχθεί η κρίση περί του παραδεκτού της επαναφοράς του ισχυρισμού αυτού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, επομένως, οι λόγοι αυτοί (υπό 2 Α και 2 Β) αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει (για όσα κρίθηκαν, ανωτέρω, σε σχέση με τον υπό 1.Αi και ii και 1.Β λόγο αναιρέσεως) να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί, κατά το μέρος της αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2128/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... (τακτικής διαδικασίας), κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ