Legislator Case Law & Legislation
806/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award where party failed to recognize arbitration court jurisdiction.

Case Number 806/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the annulment appeal filed by a concession company against an Athens Court of Appeal decision that upheld an arbitration award. The appellant argued the arbitration court lacked jurisdiction, but the lower court found the appellant had consistently claimed a violation of the contract's arbitration clause throughout the proceedings. The court ruled that since the appellant never recognized the arbitration court's authority, the lower court correctly determined the arbitration court was incompetent and the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33.3 of the Concession Agreement; The party challenging an arbitration award must have recognized the arbitration court's jurisdiction; failure to do so renders the award voidable only if the party explicitly contested the court's authority.

Keywords

AI generated
arbitration jurisdiction annulment appeal concession agreement arbitral award incompetent court

Cited Legislation

AI generated
Article 33.3 of the Concession Agreement dated 31/1/2007
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 806 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας παραχώρησης με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ………και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Οικονόμου. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον….., ο οποίος κατοικοεδρεύει στην ….. και από τον Υπουργό….., ο οποίος κατοικοεδρεύει στον…….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 1835/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 17/6/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1835/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε η από 24/10/2016 οριστική διαιτητική απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με την από 9/12/2016 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 33.3 της από 31/1/2007 Σύμβασης Παραχώρησης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17/4/2018 χωρίς ουδέποτε να επιδοθεί και η αναίρεση ασκήθηκε στις 18/6/2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνυπολογιζόμενου του χρόνου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες, στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατά το άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

β` ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακύρωσης κατά το άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ (ΑΠ 366/2016). Σύμφωνα με το άρθρο 897 παρ. 1 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει με δικαστική απόφαση για τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία περί διαιτησίας ή κείται πέρα από αυτό (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 870/2019, ΑΠ 1893/2014, ΑΠ 537/2007).

Έτσι, υπέρβαση εξουσίας, υπάρχει και όταν οι διαιτητές αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία αλλά υπερβαίνουν τα όρια αυτής, επεκτείνοντας τη συμφωνία σε επίλυση διαφορών που με το συνυποσχετικό δεν είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους (ΑΠ 272/2016, ΑΠ 1953/2013, ΑΠ 1146/2008, ΑΠ 536/2007).Τα όρια έτσι που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης προσφυγής στη διαιτησία είναι τα βασικά κριτήρια για τη διαπίστωση υπέρβασης ή όχι της εξουσίας των διαιτητών (ΑΠ 40/2010).

Υπέρβαση όμως εξουσίας κατά την παραπάνω έννοια δεν συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από τους διαιτητές που έχει ως συνέπεια την εσφαλμένη τελική ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 543/2017, ΑΠ 1807/2014.

ΑΠ 40/2010, ΑΠ 537/2007, 1601/2009). Οι όροι μιας σύμβασης δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1687/1984). Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι` αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 1212/2014, ΑΠ 221/2004, ΑΠ 1223/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1392/2019). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την από 31-1-2007 Σύμβαση Παραχώρησης, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3559/2007 (ΦΕΚ A 102/Α/14-5-2007), το ενάγον Ε. Δ. (αναιρεσίβλητο) ανέθεσε στην εναγόμενη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία (...) το έργο "...", έναντι συμβατικού ανταλλάγματος που συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου, σε συνδυασμό με καταβολή και άλλων ανταλλαγμάτων και με ημερομηνία έναρξης της παραχώρησης.

την 3-3-2008. Αντικείμενο της σύμβασης αυτής ήταν μεταξύ άλλων και η κατασκευή από την εναγόμενη του Νέου Τμήματος του Αυτοκινητόδρομου……, το οποίο αποτελεί σύμφωνα με τη σύμβαση τις γεωγραφικές ενότητες 17 (Ν) και 18 (Ν), και εντάσσονταν στην 3η Αποκλειστική Τμηματική Προθεσμία, η οποία προβλεπόταν να ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 της σύμβασης, σε διάστημα 24 μηνών από την έναρξη της παραχώρησης.

ήτοι μέχρι 3-3-2010, προθεσμία η οποία παρατάθηκε με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού αρχικά μέχρι 3-8-2010, ακολούθως και εξαιτίας Γεγονότων Καθυστέρησης μέχρι 2-6-2011 με πράξη καθορισμού του Ανεξάρτητου Μηχανικού (ο οποίος είναι ανεξάρτητος, διεθνούς φήμης και ειδικευμένος στην επίβλεψη παρόμοιων έργων Μηχανικός, που έχει συνάψει σύμβαση με τον …..και είναι υπεύθυνος απέναντι και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη για την άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7.7 της σύμβασης, αποτελεί δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3.1.5, το πρόσωπο, που ελέγχει και εγκρίνει τις μελέτες και επιβλέπει τις κατασκευές περιόδου T1 του έργου στην περίοδο Μελετών - Κατασκευών) και τελικά μέχρι 9-3-2011 με πόρισμα της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 33.2 της σύμβασης Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών.

Το ανωτέρω έργο ολοκληρώθηκε στις 15-11-2010, με την έκδοση από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό της προβλεπόμενης από τη σύμβαση Βεβαίωσης Περάτωσης Εργασιών. Περαιτέρω η εναγόμενη ... με την με ΑΠ MRS-20120426-134950/26-4-2012 επιστολή της προς το ενάγον Ε. Δ., η οποία παρελήφθη από το τελευταίο στις 27-4-2012, αιτήθηκε αποζημίωσης λόγω επιτάχυνσης στην εκτέλεση των εργασιών στις ΓΕ 17 και 18, παρά την καθυστέρηση των απαλλοτριώσεων και της παράδοσης των χώρων με αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος Ε.

Δ., ήτοι λόγω διαπιστωμένων και αδιαμφισβήτητων Γεγονότων Καθυστέρησης, για τα οποία γίνεται αναφορά στα άρθρα 12 και 13 της Σύμβασης Παραχώρησης. Το ενάγον Ε. Δ. με την με ΑΠ ΕΠΠ/Π2/Φ8/οικ.12899/19-6-2012 επιστολή του απέρριψε το αίτημα αυτό της εναγόμενης…….. Ακολούθως η τελευταία, θεωρώντας ότι από την ως άνω ανταλλαγή αλληλογραφίας είχε ανακύψει Διαφορά μεταξύ αυτής και του Ε.

Δ., υπό την έννοια του άρθρου 3.1.37 της Σύμβασης Παραχώρησης, η οποία επιλύεται από τη Διαιτησία του άρθρου 33.3 της Σύμβασης, στις 9-8-2012 κοινοποίησε στο ενάγον Ε. Δ. την από 7-8-2012 αίτηση για τη διενέργεια Διαιτησίας, με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης από το τελευταίο στην εναγόμενη ……και ειδικότερα την καταβολή, α) ποσού 39.500.000 ευρώ λόγω επιτάχυνσης των εργασιών του έργου, παρά την καθυστέρηση παράδοσης των χώρων εκτέλεσης του έργου με αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε.

Δ. για το διάστημα από 3-3-2008 μέχρι 3-8-2010, β) ποσού 10.500.000 ευρώ για επιπλέον δαπάνη την οποία υπέστη η εναγόμενη εξαιτίας του, κατά τα ανωτέρω, πιστοποιηθέντος Γεγονότος Καθυστέρησης των υπολοίπων εργασιών για το διάστημα από 3-8-2010 μέχρι 9-3-2011 και γ) ποσού 563.590 ευρώ για πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν στην …….λόγω βεβαιωμένων Γεγονότων Καθυστέρησης μετά τις 3-3-2010 και μέχρι 15-1-2011.

Ακολούθως συγκροτήθηκε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 33.3.4 της σύμβασης Διαιτητικό Δικαστήριο, αποτελούμενο από τους α) Κ. Ρ. του Χ., Δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος ορίστηκε Διαιτητής με την ανωτέρω αίτηση, β) Φ. Γ. του Π., Επίτιμο Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος διορίστηκε ως Διαιτητής με την από 30-8-2012 Απάντηση του Ε.

Δ. στην ανωτέρω αίτηση για τη διενέργεια διαιτησίας και δυνάμει της αποφάσεως 241/22-8-2012 των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και γ) Μ. Γ. του Ν., επίκουρη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρο Αθηνών, η οποία διορίστηκε ως Επιδιαιτητής και Πρόεδρος του Διαιτητικού Δικαστηρίου δυνάμει της από 21-2-2013 και με αριθμό NN 469GZ απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, μετά την από 11-10-2013 αίτηση της εναγόμενης ……και σύμφωνα με το άρθρο 33.3.4 της Σύμβασης, καθώς και από τη γραμματέα Αλεξάνδρα Δούγκα, Δικηγόρο Αθηνών.

Περαιτέρω το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την από 21-11-2014 "προδικαστική απόφασή" του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και κάλεσε τον Ανεξάρτητο Μηχανικό να εκτιμήσει την αποζημίωση της εναγόμενης για το χρονικό διάστημα από 3-8-2010 μέχρι 15-1-2011 σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην απόφαση και εντός ορισμένης προθεσμίας να παραδώσει το πόρισμά του στο Διαιτητικό Δικαστήριο και τους διαδίκους.

Τελικά το Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τις σχετικές Πιστοποιήσεις-Εκτιμήσεις του Ανεξάρτητου Μηχανικού, εξέδωσε την από 24-10-2016 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την Διαιτητική Αγωγή, επιδίκασε στην εναγόμενη αποζημίωση για δαπάνες και έξοδα, στα οποία αυτή υπεβλήθη λόγω της παραμονής της στις Γ.Ε. 17 και 18 και πέραν της οικείας τμηματικής αποκλειστικής προθεσμίας για χρονικό διάστημα 218 ημερών, ήτοι από 4-8-2010 έως την 15-1-2011, συνολικού ποσού 3.258.893,70 ευρώ, εντόκως από την επίδοση προς το ενάγον Ε.

Δ. της από 7-8-2012 αίτησης προς το Διαιτητικό Δικαστήριο και μέχρι την εξόφληση, υποχρέωσε το ενάγον να καταβάλει το παραπάνω ποσό στην εναγόμενη, εντόκως κατά τα ανωτέρω και λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων επιμέρισε τα έξοδα της Διαιτητικής Δίκης κατά ποσοστό 90% σε βάρος της εναγόμενης και κατά 10% σε βάρος του ενάγοντος Ε.

Δ., η οποία (απόφαση) διορθώθηκε με την από 9-12-2016 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως προς την επιδικασθείσα υπέρ της εναγόμενης αποζημίωση από το εσφαλμένο ως άνω ποσό των 3.258.893,70 ευρώ στο ορθό 3.548.246,23 ευρώ. Την εν λόγω απόφαση το ενάγον πρόσβαλε με την κρινόμενη ακυρωτική αγωγή του, με τον πρώτο δε λόγο αυτής ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι ακυρωτέα κατ' άρθρο 897 περ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον οι διαιτητές που εξέδωσαν αυτή ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρείχε η συμφωνία για τη διαιτησία και ο νόμος και ειδικότερα επελήφθησαν Διαφοράς, σχετικής με αποζημιωτικό αίτημα εξαιτίας πιστοποιημένου Γεγονότος Καθυστέρησης, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, αλλά επιλύεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 26.1, 26.2, 33.1 και 33.2.8 της σύμβασης, που συγκεκριμένα προβλέπει υποβολή αποζημιωτικού αιτήματος από τον ……προς το Δημόσιο και τον Ανεξάρτητο Μηχανικό, πιστοποίηση του τελευταίου περί των δαπανών και εξόδων που υπέστη ο ...

συνεπεία Γεγονότος Καθυστέρησης, δυνατότητα των μερών να προσφύγουν κατά της πιστοποίησης του Ανεξάρτητου Μηχανικού ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, έκδοση πορίσματος της τελευταίας, το οποίο μπορεί να προσβληθεί στη Διαιτησία, κατά το σκέλος του που αφορά τον επιμερισμό της υπαιτιότητας, το οικονομικό μέρος και τον επιμερισμό των δαπανών στους διαδίκους.

Αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο ακύρωσης της εν λόγω διαιτητικής απόφασης λεκτέα τα ακόλουθα: Η επίδικη Σύμβαση Παραχώρησης προβλέπει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "3.1.32 Διαιτησία είναι η διαδικασία επιλύσεως Διαφορών που προβλέπεται στο άρθρο 33.3 της παρούσας Σύμβασης 3.1.37. Διαφορά είναι κάθε διαφορά, διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών που προκύπτει από ή σχετίζεται με την εφαρμογή, την ερμηνεία ή το κύρος της παρούσας Σύμβασης καθώς και από κάθε είδους πράξη ή παράλειψη του Ανεξάρτητου Μηχανικού 26.1 Ως "Γεγονός Καθυστέρησης" νοείται κάθε γεγονός κατά την Περίοδο Μελετών - Κατασκευών το οποίο δεν οφείλεται σε κίνδυνο τον οποίο έχει αναλάβει με την παρούσα ο ...

ή σε υπαιτιότητα του ή των οποιωνδήποτε προσώπων που αυτός χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της Σύμβασης (περιλαμβανομένου του Ανεξάρτητου Μηχανικού) ή σε Γεγονός Ανωτέρας Βίας, οι οικονομικές συνέπειες του οποίου, σύμφωνα με το Άρθρο βαρύνουν τον….., και το οποίο επηρεάζει δυσμενώς την Κρίσιμη Διαδρομή του Εγκεκριμένου Χρονοδιαγράμματος Εφαρμογής της Περιόδου Μελετών - Κατασκευών....26.2.1 Σε περίπτωση συνδρομής Γεγονότος Καθυστέρησης, σε σχέση με (ί) οποιαδήποτε Αποκλειστική Τμηματική Προθεσμία του Άρθρου 18.2.....ο ...

θα δικαιούται : α) Για τις αποκλειστικές Τμηματικές Προθεσμίες του Άρθρου 18.2.....(ΐί) αποζημίωσης 1) για οποιαδήποτε έξοδα ή δαπάνες σχετικά με την μελέτη, κατασκευή ή θέση σε λειτουργία του αντικειμένου της Αποκλειστικής Τμηματικής Προθεσμίας, τα οποία πιστοποιούνται από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό ότι εύλογα προέκυψαν ως άμεση συνέπεια τέτοιου Γεγονότος Καθυστέρησης και δεν θα είχαν προκόψει αν δεν υπήρχε αυτό.....26.2.3 Σε περίπτωση συνδρομής οποιουδήποτε Γεγονότος Καθυστέρησης, ο ...

οφείλει να ενημερώσει εγγράφως και λεπτομερώς το Δημόσιο, με κοινοποίηση στον Ανεξάρτητο Μηχανικό, περί: (ί) των συνθηκών που συνιστούν το Γεγονός Καθυστέρησης, (ii) της διάρκειας της καθυστέρησης σε συσχετισμό με την κρίσιμη διαδρομή του Χρονοδιαγράμματος Μελετών - Κατασκευών, (iii) της αιτούμενης αποζημίωσης σύμφωνα με το παρόν Άρθρο, και (ίν) των τυχόν προτεινόμενων μέτρων Αποκατάστασης Γεγονότος Καθυστέρησης και της συναφούς δαπάνης του Παραχωρησιούχου για την επιτάχυνση των επηρεαζόμενων εργασιών....26.2.4 Σε περίπτωση που εντός 14 ημερών: ... (ii) το Δημόσιο αμφισβητήσει εγγράφως, με κοινοποίηση στον Ανεξάρτητο Μηχανικό, το ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε Γεγονός Καθυστέρησης ή το κατά πόσο επηρεάζεται η Κρίσιμη Διαδρομή του Χρονοδιαγράμματος Μελετών - Κατασκευών, τα θέματα αυτά θα καθορισθούν από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό το συντομότερο δυνατόν και πάντως όχι αργότερα από 14 ημέρες από τη λήξη της ανωτέρω περιόδου των 14 ημερών. 26.2.5 Αν είτε το Δημόσιο είτε ο ...

αμφισβητήσουν τον καθορισμό των ανωτέρω θεμάτων από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό, δικαιούνται, μέσα σε προθεσμία 7 ημερών από τη λήψη αυτού του καθορισμού, να παραπέμψουν το θέμα στην Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών. Κατά τη διάρκεια και μέχρι την επίλυση της διαφοράς από την Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, εφαρμόζεται ο καθορισμός του Ανεξάρτητου Μηχανικού 33.2.8 Το Πόρισμα της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, όσον αφορά το τεχνικό αντικείμενο της διαφοράς, είναι υποχρεωτικό για τα Μέρη.

Για Τεχνικές Διαφορές με οικονομικές συνέπειες ή επιμερισμό της υπαιτιότητας ή επιμερισμό των δαπανών και σε περίπτωση μη αποδοχής του οικονομικού μέρους ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών του Πορίσματος της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών από καθένα από τα συμβαλλόμενα Μέρη το θιγόμενο Μέρος δικαιούται να προσφύγει στη διαδικασία της Διαιτησίας του παρόντος άρθρου με αίτημα τη μεταρρύθμιση των οικονομικών συνεπειών ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών της διαδικασίας εντός 30 ημερών από την έκδοση του προσβαλλόμενου Πορίσματος".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις σε περίπτωση που ανακύψει διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων στην επίδικη Σύμβαση Παραχώρησης μερών, που αφορά αποζημίωση λόγω Πιστοποιημένου Γεγονότος Καθυστέρησης, θα πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 26 της σύμβασης και ειδικότερα ο ...

οφείλει αρχικά να απευθυνθεί προς το Ε. Δ. και τον Ανεξάρτητο Μηχανικό και να υποβάλει εγγράφως το αίτημά του, προσκομίζοντας και όλα τα αναγκαία για τον υπολογισμό της ζημίας παραστατικά και δικαιολογητικά των σχετικών εξόδων και δαπανών και ακολούθως ο Ανεξάρτητος Μηχανικός να εκδώσει Πιστοποίηση, στην οποία θα αποτυπώνει την κρίση του για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του Γεγονότος Καθυστέρησης και των εξόδων και δαπανών, τα οποία προέκυψαν ως άμεση συνέπεια του Γεγονότος αυτού.

Στην περίπτωση που ο ... ή το Ε. Δ. διαφωνούν με την πιστοποίηση, έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν αυτή με προσφυγή στην Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, η οποία είναι το αποκλειστικό όργανο επίλυσης της σχετικής διαφοράς. Η Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών εκδίδει Πόρισμα, το οποίο είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν αυτό με προσφυγή στη διαιτησία, εντός ορισμένης προθεσμίας και μόνο με αίτημα τη μεταρρύθμιση των οικονομικών συνεπειών ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται σαφέστατα ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο επελήφθη της ένδικης υπόθεσης, που αφορά αποζημίωση του …..εξαιτίας πιστοποιημένου Γεγονότος Καθυστέρησης, υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η συμφωνία διαιτησίας της επίμαχης Σύμβασης Παραχώρησης και ο ν. 3559/2007, δεδομένου ότι επελήφθη διαφοράς που δεν μπορούσε να αποτελέσει παραδεκτά αντικείμενο διαιτησίας, αφού αφενός η επίλυση αυτής (διαφοράς) υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, αφετέρου δεν αφορούσε αμφισβήτηση των οικονομικών συνεπειών ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών του Πορίσματος της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, που εκδόθηκε με την προβλεπόμενη από τη σύμβαση παραχώρησης διαδικασία, ήτοι υπέπεσε στην πλημμέλεια της περ. 4 του άρθρου 897 ΚΠολΔ, καθιστώντας έτσι την εκδοθείσα απόφασή του ακυρωτέα, όπως βάσιμα το ενάγον υποστηρίζει με τον κρινόμενο πρώτο λόγο της ακυρωτικής αγωγής του.

Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ……ότι παραδεκτά προσέφυγε στη Διαιτησία του άρθρου 33.3 της Σύμβασης Παραχώρησης λόγω της εξουσίας που παρέχεται στο Διαιτητικό Δικαστήριο από τις διατάξεις των άρθρων 3.1.37 και 3.1.32 της Σύμβασης Παραχώρησης, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος καθόσον οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 26.2 αυτής ρυθμίζουν ειδικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την επίλυση της Διαφοράς που αφορά αποζημίωση λόγω πιστοποιηθέντος Γεγονότος Καθυστέρησης, και ως εκ τούτου εφαρμόζονται αποκλειστικά, ως ειδικότερες, στην κρινόμενη περίπτωση....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, τον πρώτο λόγο της αγωγής, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4, υπάγοντας ορθώς σε αυτήν τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία διέγνωσε τη συνδρομή περιπτώσεως υπέρβασης της συμφωνίας διαιτησίας από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο επεξέτεινε αυτήν σε διαφορά μη έχουσα υπαχθεί στη δικαιοδοσία του.

Ειδικότερα δε, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η περιεχόμενη στην ένδικη Σύμβαση Παραχώρησης συμφωνία διαιτησίας δεν καταλαμβάνει την εισαχθείσα ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου διαφορά, αφού αφορά αποζημίωση λόγω Πιστοποιημένου Γεγονότος Καθυστέρησης, η επίλυση της οποίας υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, και δεν πρόκειται για αμφισβήτηση Πορίσματος της εν λόγω Επιτροπής έχουσα ως αντικείμενο τη μεταρρύθμιση των οικονομικών συνεπειών ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών, ενόψει του ότι δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 26 της Σύμβασης ειδική διαδικασία, αποτελούσα προϋπόθεση της ενεργοποίησης της προσφυγής στο διαιτητικό δικαστήριο και καταφάσεως της εξουσίας του να δικάσει την εισαχθείσα σ' αυτό ένδικη διαφορά, και, συνεπώς, το διαιτητικό δικαστήριο επελήφθη διαφοράς που δεν αποτελούσε αντικείμενο διαιτησίας, αποφαινόμενο αυτό δε επί της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας κινήθηκε εκτός των ορίων της διαιτητικής συμφωνίας και υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η συμφωνία αυτή.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον στο αιτιολογικό αυτής εκτίθενται σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης, την οποία έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του ότι το διαιτητικό δικαστήριο στερείτο εξουσίας να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς και συνεπώς υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η συμφωνία διαιτησίας, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ακόλουθες παραδοχές:

α) ότι η αναιρεσείουσα, λόγω ολοκλήρωσης νωρίτερα από τον συμφωνηθέντα χρόνο, του ανατεθέντος σ' αυτή, δυνάμει της από 31-1-2007 Σύμβασης Παραχώρησης που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3559/2007, έργου, ζήτησε από το αναιρεσίβλητο αποζημίωση λόγω επιτάχυνσης στην εκτέλεση των εργασιών και, επειδή το τελευταίο απέρριψε το αίτημά της, επικαλούμενη ότι είχε ανακύψει μεταξύ των διαδίκων διαφορά, επιλυόμενη από τη Διαιτησία του άρθρου 33.3 της Σύμβασης Παραχώρησης, προσέφυγε στο διαιτητικό δικαστήριο, β) ότι η εισαχθείσα, όμως, ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου ένδικη διαφορά αφορά αποζημίωση λόγω Πιστοποιημένου Γεγονότος Καθυστέρησης, για την επίλυση της οποίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση Παραχώρησης, έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 26 της σύμβασης και ειδικότερα ο ...

όφειλε αρχικά να απευθυνθεί προς το Ε. Δ. και τον Ανεξάρτητο Μηχανικό και να υποβάλει εγγράφως το αίτημά του, προσκομίζοντας και όλα τα αναγκαία για τον υπολογισμό της ζημίας παραστατικά και δικαιολογητικά των σχετικών εξόδων και δαπανών, ακολούθως δε ο Ανεξάρτητος Μηχανικός να εκδώσει Πιστοποίηση, στην οποία θα αποτυπώνει την κρίση του για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του Γεγονότος Καθυστέρησης και των εξόδων και δαπανών, τα οποία προέκυψαν ως άμεση συνέπεια του Γεγονότος αυτού, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας οποιοδήποτε εκ των συμβαλλόμενων μερών έχει το δικαίωμα να προσβάλει αυτή με προσφυγή στην Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, το πόρισμα, της οποίας μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή στη διαιτησία, εντός ορισμένης προθεσμίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί υπέρβασης εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου και παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, εφόσον η ένδικη διαφορά αφορά αποζημίωση για πιστοποιημένο Γεγονός Καθυστέρησης και συνεπώς επ' αυτής εφαρμόζονται αποκλειστικά, ως ειδικότερες, οι διατάξεις του άρθρου 26.2.5 της Σύμβασης Παραχώρησης οι οποίες ορίζουν αναλυτικά την κατά στάδιο διαδικασία επίλυσης της διαφοράς και το αρμόδιο όργανο, χωρίς να έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 3.1.37 της Σύμβασης οι οποίες δεν εφαρμόζονται στις τεχνικές διαφορές όπως η επίδικη.

Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί πλημμελούς άλλως εσφαλμένης εφαρμογής από το Διαιτητικό Δικαστήριο των, εχουσών ισχύ τυπικού νόμου, αποζημιωτικών διατάξεων (άλλως διαδικαστικών κανόνων) της Σύμβασης Παραχώρησης αλλά για επίλυση διαφοράς που δεν υπαγόταν στην εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου εφόσον έπρεπε να προηγηθεί η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία, η οποία, όμως, δεν είχε λάβει χώρα.

Κατά συνέπεια, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ` αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 1334/2008).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για παράβαση των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι ερμήνευσε τις διατάξεις της Σύμβασης Παραχώρησης, σε σχέση με την κρίση του για το ποιο είναι το αρμόδιο όργανο για την επίλυση της ένδικης διαφοράς, χωρίς προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ τους οποίους δεν εφάρμοσε αν και όφειλε και επικουρικά ότι προσέφυγε σε ερμηνεία των διατάξεων αυτών χωρίς να διευκρινίσει αν διαπίστωσε κενό και ανάγκη ερμηνείας τους, στη συνέχεια δε παρέλειψε να εφαρμόσει τους ανωτέρω κανόνες παραβιάζοντας αυτούς εκ πλαγίου με αποτέλεσμα να καταστήσει αναιρετέα την απόφασή του για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της Σύμβασης Παραχώρησης, σχετικά με το ποιο είναι το αρμόδιο όργανο για την επίλυση διαφοράς που αφορά αποζημίωση εξαιτίας Γεγονότος Καθυστέρησης, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε και προέβη, αμέσως ή εμμέσως, σε ερμηνεία των όρων της Σύμβασης, η οποία άλλωστε δεν ήταν και αναγκαία, λόγω της σαφούς διατυπώσεώς της, αλλά ανελέγκτως αποκλείοντας την ύπαρξη κενού ή ασάφειας και με βάση τη γραμματική και μόνο διατύπωση των όρων της Σύμβασης, κατέληξε στο ως άνω ορθό αποδεικτικό του πόρισμα.

υπό την προσχηματική δε επίκληση των ως άνω αιτιάσεων πλήττονται απαραδέκτως οι ως άνω σχετικοί όροι και οι επ' αυτών ερειδόμενες παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, ο παραπάνω, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, κατ' αμφότερα τα σκέλη, αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, απέρριψε τον ισχυρισμό της περί απαραδέκτου και περί καταχρηστικής προβολής του πρώτου λόγου ακύρωσης, δεχόμενο ότι το Δημόσιο είχε προβάλει στη διαιτητική δίκη την έλλειψη εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε προβληθεί τέτοια ένσταση αναρμοδιότητας, καθώς είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα κατά πόσο η πλημμελής τήρηση της διαδικασίας (προϋποθέσεων) του άρθρου 26.2 της Σύμβασης Παραχώρησης καθιστά απαράδεκτη την έγερση αγωγής ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως πρόωρη, όπως ισχυριζόταν το Δημόσιο, από το ζήτημα της αναρμοδιότητας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο πρώτος λόγος της ένδικης αγωγής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έκπτωσης του ενάγοντος Ε. Δ. από το δικαίωμα επίκλησής του, σύμφωνα με το άρθρο 33 των Κανόνων Διαιτησίας του ΔΕΕ έκδοσης 1998 και νυν άρθρο 39 των Κανόνων Διαιτησίας του ΔΕΕ έκδοσης 2012, καθόσον το ενάγον ουδέποτε πρόβαλε, κατά τη διάρκεια της διεξαχθείσας διαιτητικής δίκης, ένσταση περί αναρμοδιότητας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί επί της από 7-8-2012 ένδικης αίτησης αυτής για τη διενέργεια Διαιτησίας.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι αποδεικνύεται ότι στα κατατεθέντα από το ενάγον Ε. Δ., ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, υπομνήματα, με αναφορά επανειλημμένως στην έλλειψη της απαιτούμενης Πιστοποίησης του Ανεξάρτητου Μηχανικού, επισημαίνεται σαφέστατα η μη τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 26.2 προϋποθέσεων και της προβλεπόμενης κατά τα ανωτέρω διαδικασίας για την εισαγωγή της ένδικης διαφοράς σε Διαιτησία.

Εξάλλου στο από 30-6-2015 Υπόμνημα του ενάγοντος Ε. Δ. προς το Διαιτητικό Δικαστήριο, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "635. Κατά το σύστημα της Συμβάσεως Παραχωρήσεως, η αμφισβήτηση της Πιστοποιήσεως αυτής του Ανεξάρτητου Μηχανικού είτε από το Ε. Δ. είτε από τον……, γεννά Τεχνική Διαφορά (εξαιτίας της περιεχόμενης στην Πιστοποίηση τεχνικής κρίσεως του Ανεξάρτητου Μηχανικού για το ποιες δαπάνες και έξοδα είναι επιλέξιμες προς αποζημίωση) η επίλυση της οποίας άγεται υποχρεωτικώς ενώπιον της μόνης αρμόδιας εκ της Συμβάσεως Παραχωρήσεως, Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών.

Σε τέτοια περίπτωση, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 33.2.6 της ΣΠ, τα μέρη δικαιούνται να προσφύγουν στη Διαιτησία για αυτή τη Διαφορά, μόνον μετά την έκδοση του Πορίσματος της ΕΕΤΔ και στο μέτρο που τούτο προβλέπεται στο άρθρο 33.2.8. Η εξουσία επομένως, Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς, σχετικής με αποζημιωτικό αίτημα εξαιτίας Γεγονότος Καθυστερήσεως, γεννάται μόνον στην περίπτωση που το κατά τα ανωτέρω Πόρισμα της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών αμφισβητείται σύμφωνα με το άρθρο 33.2.8 της Συμβάσεως Παραχωρήσεως και έχει ως αντικείμενο μόνο τη μεταρρύθμιση του οικονομικού μέρους ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών του Πορίσματος της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών", ήτοι προβάλλεται σαφέστατα εκ μέρους του ενάγοντος Ε.

Δ. η έλλειψη εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς .... Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη ισχυρίζεται επικουρικώς ότι η αγωγή περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης ασκείται καταχρηστικώς, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ, διότι το ενάγον Ε.

Δ. με τη συμπεριφορά του, κατά τη διάρκεια της Διαιτητικής δίκης, δημιούργησε σε αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα ακύρωσης της Διαιτητικής απόφασης για το συγκεκριμένο λόγο ήτοι της αμφισβήτησης της εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το ενάγον Ε.

Δ. καθ' όλη τη διάρκεια της επίμαχης Διαιτητικής δίκης πρόβαλε τον ισχυρισμό της παραβίασης των σχετικών διατάξεων του άρθρου 26.2 της Σύμβασης Παραχώρησης ήτοι ουδέποτε αναγνώρισε την εξουσία του επιληφθέντος της ένδικης Διαιτησίας Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως άλλωστε υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της ένδικης ακυρωτικής αγωγής του".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ανελέγκτως ότι: α) στα κατατεθέντα από το αναιρεσίβλητο Ε. Δ., ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, υπομνήματα, όπου γινόταν αναφορά επανειλημμένως στην έλλειψη της απαιτούμενης Πιστοποίησης του Ανεξάρτητου Μηχανικού, επισημαίνεται σαφέστατα η μη τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 26.2 προϋποθέσεων και της προβλεπόμενης κατά τα ανωτέρω διαδικασίας για την εισαγωγή της ένδικης διαφοράς σε Διαιτησία, β) στο από 30-6-2015 Υπόμνημα του Ε.

Δ. προς το Διαιτητικό Δικαστήριο, αναφερόταν ότι επρόκειτο περί Τεχνικής Διαφοράς (εξαιτίας της περιεχόμενης στην Πιστοποίηση τεχνικής κρίσης του Ανεξάρτητου Μηχανικού για το ποιες δαπάνες και έξοδα είναι επιλέξιμες προς αποζημίωση) η επίλυση της οποίας άγεται υποχρεωτικός ενώπιον της μόνης αρμόδιας από τη Σύμβαση Παραχώρησης, Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, γ) το αναιρεσίβλητο καθ' όλη τη διάρκεια της επίμαχης διαιτητικής δίκης πρόβαλε τον ισχυρισμό της παραβίασης των σχετικών διατάξεων του άρθρου 26.2 της Σύμβασης Παραχώρησης ήτοι ουδέποτε αναγνώρισε την εξουσία του επιληφθέντος της ένδικης διαιτησίας Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές κατέληξε στο ορθό αποδεικτικό του πόρισμά ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο για επίλυση της ένδικης διαφοράς, εφόσον για την επίλυσή της απαιτείτο η προαναφερθείσα διαδικασία, η οποία όμως δεν είχε τηρηθεί, και ότι ο σχετικός λόγος ακύρωσης που πρόβαλε το αναιρεσίβλητο δεν ήταν ούτε απαράδεκτος ούτε καταχρηστικός.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17/6/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας παραχώρησης με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθμό 1835/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ