Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility and evidence distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court distorted an out-of-court declaration and failed to examine a specific claim, but the court found these arguments inadmissible or unsupported. The court ruled that the lower court correctly interpreted the declaration as not constituting a formal demand and that the appellant's complaint regarding evidence evaluation was an unreviewable substantive judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 527, 559, 559(1)(3), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the content distortion of a document, and a court's evaluation of evidence regarding a declaration's nature is unreviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 806 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 806/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Καραγιαννακίδη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (με διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ"), ως καθολικής διαδόχου της εναγόμενης και εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφησή της, η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ727/2017, 781/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όφη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που(αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΟλΑΠ22/2005, ΑΠ207/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στο νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους τού δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η ποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βούλησης και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματα της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενο της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του (ΑΠ376/2008).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης(αρθρ. 561 παρ. 2ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 30-12-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει: Ότι από το έτος 1987 έχει ως σκοπό της την εμπορία καυσίμων, εκμεταλλευόμενη μέχρι και το έτος 2008 πρατήριο καυσίμων με το σήμα και τα προϊόντα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Ότι κατά το έτος 2007 η τελευταία, της ζήτησε να της πωλήσει την ανωτέρω επιχείρηση, προκειμένου να την εντάξει σε υπό υλοποίηση ειδικό πρόγραμμα εκμετάλλευσης πρατηρίων. Ότι, στις αρχές Οκτωβρίου 2008 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να εκμισθωθεί το επίδικο πρατήριο από τους τέσσερις ιδιοκτήτες του (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) στην εναγομένη για δεκαοκτώ έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000,00 ευρώ καθώς και να καταβληθεί από την εναγομένη στην ενάγουσα, ως αποζημίωση για την αποχώρησή της από το πρατήριο και τη δημιουργηθείσα από αυτήν φήμη και πελατεία, το χρηματικό ποσό των 750.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος φόρου μεταβίβασης, ποσού 187.500,00 ευρώ και του αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 178.125,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.115.625,00 ευρώ.
Ότι σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας υπεγράφησαν στις 28-12-2008 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, το ένα μεταξύ των τεσσάρων συνιδιοκτητών του πρατηρίου και της εναγομένης με εκ τρίτου συμβαλλόμενη την ενάγουσα (ως εγγυήτρια υπέρ των συνιδιοκτητών),το οποίο αφορούσε στην εκμίσθωση του πρατηρίου με το προαναφερθέν μίσθωμα ,στο οποίο περιέχονταν και ειδικότερος όρος αναφορικά με την καταβολή της αποζημίωσης στην ενάγουσα και το άλλο, μεταξύ των διαδίκων (με εκ τρίτους συμβαλλόμενους ως εγγυητές υπέρ της ενάγουσας τους συνιδιοκτήτες του πρατηρίου) με το οποίο προβλέφθηκε η καταβολή του προαναφερθέντος ποσού του 1.115.625,00 ευρώ ως αποζημίωση στην ενάγουσα και καθορίστηκε ο τρόπος καταβολής του.
Ότι η εναγομένη κωλυσιεργούσε στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και τελικά ζήτησε από την ενάγουσα να εμφανιστεί το ανωτέρω συμφωνηθέν ως αποζημίωση ποσό των 750.000 ευρώ ,ως προκαταβαλλόμενο μίσθωμα, προκειμένου να αποφύγει τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Ότι πράγματι υπεγράφη και τρίτο, ήτοι το από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των συνιδιοκτητών του πρατηρίου και της εναγομένης με εκ τρίτου συμβαλλόμενη την ενάγουσα, με το οποίο τροποποιήθηκε η από 28-12-2008 σύμβαση μίσθωσης αναφορικά με την διάρκειά της και με το ύψος του μηνιαίου μισθώματος που καθορίστηκε πλέον στο ποσό των 4.972,22 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 750.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στους εκμισθωτές "ως προκαταβολή μισθώματος" εντός τριάντα ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού και αφού είχε εγγραφεί επί του ακινήτου προς εξασφάλιση της εναγομένης προσημείωση υποθήκης, ενώ καταργήθηκε η αναληφθείσα και με τα δύο προηγούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει αποζημίωση στην ενάγουσα.
Ότι η εναγομένη και πάλι δεν εκπλήρωσε την ανωτέρω υποχρέωσή της καταβολής του ποσού των 750.000 ευρώ, καίτοι είχε τηρηθεί η, αναληφθείσα εκ μέρους των εκμισθωτών, υποχρέωση εγγραφής της προσημείωσης, ενώ κώφευσε και στην από 14-4-2011 εξώδικη δήλωση που της απηύθηναν οι τέσσερις συνιδιοκτήτες (εκμισθωτές) και η ενάγουσα, με την οποία αφού της ανέφεραν την ανωτέρω ιστορούμενη πορεία της υπόθεσης, την καλούσαν να τους καταβάλει εντός πέντε εργασίμων ημερών από την παραλαβή της ,το ποσό των 750.000 ευρώ πλέον τόκων από 20-11-2009,ημέρα εγγραφής της προσημείωσης.
Ότι το ανωτέρω τρίτο από 17-8-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο, κυρίως ως εικονικό και επικουρικώς, λόγω αντίθεσής του στη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ.Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 1.115.625,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 29-4-2011, ήτοι από την ημερομηνία παρέλευσης της ταχθείσας με το προαναφερθείσα από 14-4-2011 εξώδικη όχληση, προθεσμίας εκπλήρωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επικουρικά εξάλλου ζήτησε η ενάγουσα να της καταβάλει η εναγομένη λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 1.000.000 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 750.000 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, με το νόμιμο τόκο από 29-4-2011 για το ποσό των 750.000 ευρώ, άλλως από την επίδοση της αγωγής για το συνολικό ποσό των 1.000.000 ευρώ.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 23/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας) Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, αφού απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα επικουρικά αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας του από 17-8-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού ως αντίθετου στη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ και καταβολής ποσού 1000.000 ευρώ λόγω αδικοπραξίας, έγινε εν όλω δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και το κύριο αίτημά της και αφού αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, του από 17-8-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.115.625,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κάνοντας δεκτό το επικουρικό αίτημα του παρεπόμενου αιτήματος της καταβολής τόκων.
Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησε την από 7-7-2015 έφεσή της η εναγομένη, με την οποία ζητούσε την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και την από 15-7-2015 έφεσή της η ενάγουσα, με την οποία ζητούσε κυρίως να γίνει δεκτό το απορριφθέν αίτημά της καταβολής τόκων από την προηγηθείσα όχληση και όχι μόνο από την επίδοση της αγωγής και επικουρικώς ,για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η έφεση της αντιδίκου της(όπως ρητώς αναφέρει στο εφετήριο) να γίνουν δεκτά τα απορριφθέντα ως μη νόμιμα, επικουρικά αιτήματα της αγωγής της.
Επί των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 23/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία αφού τις συνεκδίκασε και αφού τις έκρινε παραδεκτές, την έφεση της ενάγουσας και ως προς τα επικουρικά αιτήματά της, τις απέρριψε αμφότερες(την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον μοναδικό κύριο λόγο της που αφορούσε την τοκοδοσία), επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με τους δύο πρώτους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ότι άφησε αδίκαστους τους σχετικούς λόγους έφεσής της οι οποίοι αφορούσαν τα επικουρικώς ασκηθέντα και απορριφθέντα ως μη νόμιμα αιτήματά της, της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης λόγω αντίθεσής της στην διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ και της επιδίκασης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας δηλαδή, αντίστοιχα. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον η υπόθεση, ως προς τα απορριφθέντα αυτά αιτήματα, είχε μεταβιβασθεί, με την έφεση της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, υπό την αίρεση της αποδοχής της έφεσης της εναγομένης- αναιρεσίβλητης και, εφόσον η αίρεση αυτή δεν πληρώθηκε ,με την απόρριψη της έφεσης της τελευταίας, το Εφετείο δεν ενομιμοποιείτο να τα εξετάσει και επομένως, μη έχοντας σχετική παραδοχή, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 (και όχι και 9) ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Το Εφετείο, εξάλλου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω και στην από 14-4-2011 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτών, η οποία προέρχεται από αυτούς από κοινού με την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) την 18-4-2011 υποβάλλεται αίτημα καταβολής του ποσού των 750.000 ευρώ στους δηλούντες εντός 5 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της δηλώσεως.
Στην δήλωση αυτή διαλαμβάνεται εκτενής αναφορά στην πρόταση της εναγομένης να εμφανίζεται το ποσό των 750.000 ευρώ ως προκαταβολή μισθωμάτων, ενώ η συμφωνία των μερών να καταργηθεί η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής που συμφωνήθηκε ότι οφείλεται στην ενάγουσα περιγράφεται ως τυπική, ώστε να επιτευχθεί η απαλλαγή της εναγομένης από τις φορολογικές επιβαρύνσεις ...
Εξάλλου, από το παραπάνω περιγραφόμενο περιεχόμενο της από 14-4-2011 εξώδικης δήλωσης των εκμισθωτών και της εναγομένης προκύπτει, ότι με αυτήν υποβλήθηκε αίτημα καταβολής του ποσού, ύψους 750.000 ευρώ προς όλους τους αιτούντες από κοινού. Κατά τον τρόπο όμως αυτό επιχειρούμενη η ανωτέρω εξώδικη δήλωση δεν περιέχει όχληση...., δεδομένου ότι καταλείπεται αμφιβολία από το περιεχόμενο αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο ύψος της οφειλόμενης προς την ενάγουσα χρηματικής παροχής.".
Με βάση την ανωτέρω παραδοχή το Εφετείο, απέρριψε τον μοναδικό κύριο λόγο της προαναφερθείσας έφεσης της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει το κύριο αίτημα επιδίκασης τόκων από την προηγηθείσα της επίδοσης της αγωγής ανωτέρω όχληση της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η εξώδικη δήλωση που απέστειλαν εκτός από την αναιρεσείουσα και οι άλλοι τέσσερις συνιδιοκτήτες του πρατηρίου, με την οποία ζητούσαν την καταβολή σε αυτούς από την αναιρεσίβλητη του συνολικού ποσού των 750.000 ευρώ, δεν προκύπτει αναμφίβολα το ποσό που ζητούσε να της καταβληθεί ατομικά η αναιρεσείουσα, αν δηλαδή ζητούσε μόνο αυτή το ποσό των 750.000 ευρώ, ή αν το ποσό αυτό το ζητούσαν διαιρετά όλοι οι συνυπογράφοντες την εξώδικη δήλωση(πέραν του ότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της η επίμαχη εξώδικη δήλωση δεν είναι σαφής και ως προς την ταυτότητα του αιτούμενου ποσού, αν δηλαδή αποτελεί αιτούμενο μίσθωμα ή αποζημίωση),ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 341 ΑΚ, δεχόμενο ότι η προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση δεν συνιστά όχληση, με αποτέλεσμα να μην καταστήσει την αναιρεσίβλητη υπερήμερη.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατά το οικείο μέρος του κατ'επίκληση πλημμέλειας και από το άρθρο 559 αριθμ.20ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεχόμενο ότι η ίδια εξώδικη δήλωση δεν αποτελεί νομότυπη όχληση, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης εξώδικης δήλωσης δεχόμενο γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται σε αυτή.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα, προκειμένου να τον στοιχειοθετήσει, δεν εκθέτει ότι η επίμαχη εξώδικη δήλωση έχει, ως έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, αλλά ότι το ίδιο με αυτό που δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας περιεχόμενο, το εκτίμησε λανθασμένα, κάτι που όμως πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την ουσία κρίση του.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" για αναίρεση της 23/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ