Legislator Case Law & Legislation
806/2015 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against commercial agency contract termination, dismissing KRONES AG's appeal on inadmissibility grounds.

Case Number 806/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by Meccanica EPE against the termination of a commercial agency contract, while dismissing the counter-appeal filed by KRONES AG. The court found that Meccanica's claims regarding commission and lost profits were substantiated, whereas KRONES's argument regarding the court's factual assessment was deemed inadmissible as it challenged the court's substantive judgment. Consequently, the case was remanded for further proceedings to determine the specific amounts due to Meccanica.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's judgment is flawed on specific points, while dismissing counter-appeals that improperly challenge the court's substantive assessment of evidence.

Keywords

AI generated
commercial agency contract termination of contract appeal admissibility substantive judgment review commercial agency law lost profits calculation legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Law 219/1991 on Commercial Representatives

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 4/2005
Supreme Court Judgment 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 806 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Meccanica ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης- αναιρεσείουσας: Γερμανικού δικαίου εταιρείας με την επωνυμία "ΚRONES AG" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φουντέα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2007 και 27-3-2008 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1558/2009, 6273/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3703/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από α) 15-6-2013 και β) 25-6-2013 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε τις από 29-1-2014 και 1-10-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε με την πρώτη την παραδοχή του 1ου λόγου της κρινόμενης αίτησης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναίρεσης και με την δεύτερη την απόρριψη της κρινόμενης δεύτερης αίτησης, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 15/6/2013 αίτηση της εταιρείας Meccanica ΕΠΕ και η από 25/6/2013 αίτηση της εταιρείας KRONES AG, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία Meccanica ΕΠΕ Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993,88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του, ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Με βάση αυτό τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεων του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή.

Σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως η ανωτέρω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 π.δ. 312/1995" προβλέπει: "Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:

α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα".

Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 της παραπάνω Οδηγίας: "1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του, ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη. 2.

Για πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δικαιούται επίσης προμήθεια: είτε εάν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, είτε εάν έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων, και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν στο δίκαιο τους μία από τις εναλλακτικές λύσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων". Μάλιστα, το ΔΕΚ, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, έχει δεχτεί ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν έχει αναλάβει ένα γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελάτες που ανήκουν στον τομέα αυτό δικαιοπραξίες, ακόμη κι αν καταρτίστηκαν χωρίς την παρέμβαση του (απόφαση της 12.12.1996, C-104/1995 Κ.

κατά Κάρτονπακ ΑΕ). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ του π.δ 219/91 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβαση του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων.

Τέτοια προϋπόθεση (αποκλειστικότητας) δεν έθεσε ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στην Ελληνική έννομη τάξη, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 της επίμαχης Οδηγίας, όφειλε να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο μία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις της Οδηγίας και επέλεξε εκείνη της θέσπισης του εν λόγω δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, με βάση το κριτήριο της ιδιότητάς του ως αρμόδιου απλώς σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων και όχι της ιδιότητας του ως αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου στο γεωγραφικό τομέα ή στην ομάδα προσώπων.

Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) έχει αντικείμενο την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού. Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και πώλησης μηχανών (πλήρων γραμμών εμφιαλώσεως) και εγκαταστάσεων για εργοστάσια ζυθοποιίας, παραγωγής ποτών, αναψυκτικών κτλ.

Τον Μάρτιο 1996 μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των παραπάνω εταιρειών συνήφθη προφορικά σύμβαση εμπορικής συνεργασίας αορίστου διάρκειας και αρχόμενη την 1-4-1996. Με την σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καθοριζόμενης αμοιβής (προμήθειας) να προωθεί τα προϊόντα της εναγομένης δηλαδή να διαπραγματεύεται για λογαριασμό της την πώληση των μηχανημάτων παραγωγής της στην ελληνική επικράτεια.

Έκτοτε και στα πλαίσια της σύμβασης αυτής που είναι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, για την σύναψη της οποίας σύμφωνα με τα παραπάνω δεν απαιτείται έγγραφος τύπος συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Η παραπάνω όμως σύμβαση ουδέποτε συμφωνήθηκε επί αποκλειστικής βάσης έστω και αν για αρκετό χρονικό διάστημα η ενάγουσα ήταν η μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά.

Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η ενάγουσα συνεργάζετο ως εμπορικός αντιπρόσωπος και με άλλες εταιρείες πλην της εναγομένης, η οποία ουδέποτε της απαγόρευσε την αντιπροσώπευση άλλων προϊόντων ανταγωνιστικών ή μη επιβάλλοντας την αντιπροσώπευση μόνο δικών της προϊόντων. Έτσι από το έτος 2003 και έκτοτε συνεργάζετο ως εμπορικός αντιπρόσωπος με την εταιρεία ΚΟΣΜΕ, συμφερόντων της εναγομένης η οποία κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της, και προωθούσε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα αυτής δηλαδή μηχανήματα γραμμών εμφιάλωσης μικρής δυναμικότητας αλλά και με άλλες εταιρείες (ACMA, IMA, DIEMME) μη ανταγωνιστικές.

Η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι "η όλη προσπάθεια μας υπέρ της προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης έφθασε να καλύπτει το 60 % της συνολικής δραστηριότητας μας". Εξάλλου από το έτος 2002 την εναγόμενη στην ελληνική αγορά αντιπροσώπευε και η εταιρεία με την επωνυμία "Solutions V. Χ.". Τούτο δε προκύπτει και από την από 8-3-05 επιστολή της ίδιας της ενάγουσας προς την εναγόμενη στην οποία ρητά γίνεται λόγος για την παραπάνω εταιρεία ως εμπορικού αντιπροσώπου της εναγομένης και μάλιστα των ίδιων προϊόντων με αυτά της ενάγουσας.

Η ενάγουσα από την αρχή δεν διαμαρτυρήθηκε προς την εναγόμενη για τυχόν παράβαση από αυτήν, με την καθιέρωση και της εταιρείας αυτής ως αντιπροσώπου της στην ελληνική αγορά, (έστω και προς εξεύρεση νέων πελατών με τους οποίους δεν είχε επαφή η ενάγουσα), των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας που αφορούν τυχόν αποκλειστικότητα της ενάγουσας στην ελληνική επικράτεια ως αντιπροσώπου της εναγομένης.

Αντίθετα για μεγάλο διάστημα αποδέχτηκε την δραστηριότητα της εταιρείας Solutions V. Χ., κάποιες δε διαμαρτυρίες της προς την εναγόμενη αφορούν κυρίως τις συνθήκες και τον τρόπο συνεργασίας της εναγόμενης με αυτήν (ενάγουσα) αλλά και την εταιρεία Solutions. To γεγονός ότι μέχρι το έτος 2002 η ενάγουσα υπήρξε μόνη αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά ουδόλως αποδεικνύει ότι η μεταξύ τους σύμβαση περιείχε όρο αποκλειστικότητας.

Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την παραπάνω συμπεριφορά της ενάγουσας και τη μη εναντίωσή της στην είσοδο στην ελληνική αγορά και της πιο πάνω εταιρείας. Εξάλλου το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης στην από 1-3-05 επιστολή του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι "δεν δικαιούνται (οι εκπροσωπούντες την Solutions) ωστόσο να αποκαλούν τους εαυτούς τους αντιπροσώπους της Krones" ουδόλως συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος της εναγόμενης στην ελληνική αγορά.

Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ήταν αποκλειστική εμπορική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ελληνική αγορά.

Συνεπώς το αίτημα της ενάγουσας περί καταβολής σ’ αυτήν προμηθειών ύψους 937.000 ευρώ πρέπει ν απορριφθεί αφού αυτή δεν ήταν η μόνη αρμόδια για όλη την ελληνική επικράτεια ώστε να δικαιούται προμήθειες για τις αναφερόμενες στην αγωγή της πράξεις που έχουν συναφθεί με πελάτες ευρισκόμενους στην Ελλάδα ούτε αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα προμήθειες από συμφωνίες που καταρτίστηκαν με την μεσολάβηση της.......>> Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1γ του π.δ 219/91 σε συνδυασμό με άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, εφόσον, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, οι εμπορικές πράξεις για τις οποίες η αναιρεσείουσα εμπορική αντιπρόσωπος άσκησε το δικαίωμα της για προμήθειες, είχαν συναφθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, με πελάτες που ανήκαν στο γεωγραφικό τομέα (Ελλάδα) για τον οποίο αυτή ήταν αρμόδια, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το αν ήταν μοναδική ή αποκλειστική εμπορική αντιπρόσωπος για τον εν λόγω τομέα.

Έτσι, η κατά τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές, μετά το 2002, δραστηριοποίηση και της εταιρείας "Solutions V. Χ.", ως εμπορικής αντιπροσώπου της αναιρεσίβλητης, στον ίδιο γεωγραφικό τομέα, δεν ήταν αναιρετική του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, πολύ δε περισσότερο εφόσον δεν υπάρχουν παραδοχές στην αναιρεσιβαλλομένη ότι οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί με παρέμβαση της εταιρείας Solutions, κατά δε το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής, στην οποία παραπέμπει το Εφετείο αναφορικά με τις εν λόγω συμβάσεις, φέρονται να καταρτίστηκαν, κατόπιν παραγγελιών των πελατών, που ανήκαν στο γεωγραφικό τομέα αρμοδιότητας της αναιρεσείουσας (Ελλάδα), στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη, η οποία και εισέπραξε την αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του (στοιχ. V αρ. 1, 5, και 6α), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αιτήσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αρ. 1, 19, 8, 11 γ’ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις κατά των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης που σχετίζονται με την απόρριψη του κονδυλίου των δικαιούμενων προμηθειών κατά το άρθρο 6 παρ. 1γ’ του π.δ. 219/1991 είναι χωρίς αντικείμενο και παρέλκει η έρευνα του, εφόσον η παραδοχή του λόγου αυτού κατά το μέρος του που κρίθηκε βάσιμος, επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το σχετικό της κεφάλαιο.

Στο άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ 219/91 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ.

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, δ. Το δικαίωμα αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας γεννάται επίσης και όταν η σύμβαση λύεται λόγω θανάτου του εμπορικού αντιπροσώπου".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατά το παραπάνω άρθρο δικαιούμενη από τον εμπορικό αντιπρόσωπο "αποζημίωση πελατείας" προσδιορίζεται με συγκεκριμένα κριτήρια, σχετιζόμενα με τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αναφορικά με την εκ μέρους του εισφορά νέων πελατών ή τη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από την εν λόγω δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των προμηθειών πού χάνει ο τελευταίος με τη λύση της σύμβασης από τους πελάτες αυτούς.

Εκ τούτων συνάγεται, ότι με τον υιοθετούμενο από το ως άνω άρθρο δίκαιο χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας δεν συμβιβάζεται, κατά τον προσδιορισμό της, ο συνυπολογισμός στις αμοιβές που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη από τη δραστηριότητα του αυτή και των αμοιβών που εισέπραξε ή δικαιούται, για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί, χωρίς τη δική του παρέμβαση, αλλά με πελάτες που ανήκουν στο γεωγραφικό τομέα της αρμοδιότητας του, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 γ του π.δ. 219/91 Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του π.δ 219/1991, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας (παρ. 3) Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τετάρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των μερών (παρ. 4) Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός (παρ.6). Η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο, και, χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων (παρ. 8).

Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 8 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 9 παρ.1 εδ. γ’ του ίδιου π.δ, σύμφωνα με την οποία η χορήγηση της αποζημίωσης πελατείας δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης, δικαιούται να ζητήσει και αποζημίωση για την ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας.

Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξιώσεως του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευόμενου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας, η οφειλόμενη δε στην περίπτωση αυτή αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο την θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Η αποθετική ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθοριζόμενος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διαρκείας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, επίσης, τα ακόλουθα: "Την 19/4/2006 η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που διατηρούσε με την ενάγουσα με άμεση ισχύ χωρίς την τήρηση της προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος. Δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η καταγγελία αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας....

Συνεπώς, η καταγγελία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας. Ασκήθηκε όμως από την εναγόμενη ως είχε δικαίωμα και δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε απρόθεσμα, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και υπήρξε ζημιογόνος για την ενάγουσα. Η εναγόμενη αποφάσισε να αλλάξει την δομή των πωλήσεων στην Ελλάδα. Κρίνοντας αποδοτικότερη την συνεργασία της με την εταιρεία Solutions V. Χ. και σταθμίζοντας το καλώς εννοούμενο συμφέρον της προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας. Άλλωστε όπως ήδη αναφέρθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν ήταν επί αποκλειστικής βάσεως η δε εναγόμενη είχε την δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να ορίσει και άλλους εμπορικούς αντιπροσώπους στην ελληνική επικράτεια όπως και έπραξε και μάλιστα εν γνώση της ενάγουσας η οποία αν και γνώριζε ότι η εταιρεία Solutions V. Χ. είναι εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγόμενης από το έτος 2002 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ότι με τις ενέργειες αυτές της εναγομένης που είχαν σκοπό την υφαρπαγή της πελατείας που η ίδια δημιούργησε επιτεύχτηκε ο εκτοπισμός της από την ελληνική αγορά.

Συνεπώς, η αγωγή κατά την βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού πρέπει να απορριφθεί. Για τον ίδιο λόγο και εν όψει του ότι δεν αποδεικνύει η εκ προθέσεως ζημία στην ενάγουσα εκ μέρους της εναγομένης και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη πρέπει να απορριφθεί η αγωγή και κατά την βάση της που στηρίζεται στην διάταξη άρθρου 919 ΑΚ.

Δοθέντος δε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης δεν συνιστά άδικη και παράνομη πράξη πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το αίτημα της περί αναγνώρισης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγοι ηθικής βλάβης όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού δεν αποδείχτηκε ότι πλήγηκε το όνομα και η φήμη της ενάγουσας στον εμπορικό κόσμο.

Λόγω όμως της μη τήρησης της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας για την καταγγελία της σύμβασης η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα ως διαφυγόντα κέρδη 6 μηνών το ποσό των 53.604 ευρώ (107.207,25 ευρώ ποσό στο οποίο ανέρχεται το σύνολο των προμηθειών που εισέπραξε η ενάγουσα το τελευταίο πριν την καταγγελία έτος και το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγόμενη δια 12 = 8.934 ευρώ μηνιαία Χ 6 μήνες).

Το ποσό αυτό θα κέρδιζε ως προμήθειες κατά πάσα πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία το χρονικό διάστημα έξι μηνών μετά την καταγγελία αν αυτή δεν ελάμβανε μέρος. Τέλος, ως προς την αποζημίωση πελατείας αποδείχτηκε ότι το χρονικό διάστημα συνεργασίας των διαδίκων υπήρξε εισφορά τουλάχιστον δώδεκα νέων πελατών εκ μέρους της ενάγουσας εμπορικής αντιπροσώπου στο δίκτυο της εναγομένης αλλά και προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με ήδη υφιστάμενους πελάτες.

Μετά την λύση της ένδικης σύμβασης υπήρξε διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από την εναγόμενη που προκύπτουν από τη διαχείριση των υποθέσεων της εν όψει και του ότι παρέμειναν στο δίκτυο αυτής οι παραπάνω νέοι πελάτες. Η καταβολή αποζημίωσης πελατείας είναι δίκαιη λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της απώλειας των προμηθειών της ενάγουσας.

Τα ποσά των αμοιβών (προμηθειών) της ενάγουσας που δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγόμενη έχουν ως ακολούθως: Καταβληθείσες προμήθειες από 19-4-2001 έως 18-4-2002 105.052,08 ευρώ, από 19-4-2002 έως 18-4-2003 140.873,23 ευρώ, από 19-4-2003 έως 18-4-2004 81.695,07 ευρώ, από 19-4-2004 έως 18-4-2005 107.181,91 ευρώ και από 19-4-2005 έως 18-4-2006 107205,25 ευρώ.

Συνεπώς το σύνολο των αμοιβών της ενάγουσας το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 έως 18-4-2006 ανέρχεται στο ποσό των 542.007,54 ευρώ και συνακόλουθα η αποζημίωση πελατείας αντιστοιχεί στο ποσό των 108.401,50 ευρώ (542.007,54:5) Το ποσό αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλει η εναγόμενη καταβάλει στην ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθμό κατάθεσης 7129/2006 αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης και όχι από την επομένη ημέρα από την καταγγελία της σύμβασης (20-4-2006), αίτημα μη νόμιμο, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με άλλη αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται συμβατική δέσμευση της εναγομένης για καταβολή της εν λόγοι αποζημίωσης από την λύση της σύμβασης ούτε σχετική όχληση της εναγομένης ούτε η λύση της σύμβαση αποτελεί δήλη ημέρα για την εκπλήρωση της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης πελατείας δηλαδή δεν τίθεται από το νόμο ως υποχρεωτικός χρόνος καταβολής αυτής. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο έφεσης της πρέπει να απορριφθούν...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει τη δικαιούμενη από την αναιρεσείουσα εμπορική αντιπρόσωπο αποζημίωση πελατείας, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις αμοιβές (προμήθειες) που είχε εισπράξει αυτή για τις εμπορικές πράξεις που είχαν συναφθεί με δική της παρέμβαση, κατά τη διάρκεια της επίμαχης σύμβασης, όχι δε και τις διεκδικούμενες για εμπορικές πράξεις που είχαν συναφθεί, χωρίς τη δική της παρέμβαση, αλλά με πελάτες που ανήκαν στο γεωγραφικό τομέα της αρμοδιότητας της (σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 γ του π.δ. 219/91) δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 β σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 219/91. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του (στοιχ. V αρ. 1 α), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ψευδώς ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση (πελατείας), εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις, χωρίς να ορίζεται στο νόμο δήλη ημέρα καταβολής της. Στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, η επίδικη σύμβαση δεν ήταν ορισμένου, αλλά αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν υπήρχε δήλη ημέρα λήξεως της, λύθηκε δε με την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν δέχθηκε την οφειλή τόκων επί του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης πελατείας από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του π.δ. 219/91 και 341 AK. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του (στοιχ. V αρ.1 β), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ψευδώς ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος.

Με μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως (στοιχ. V αρ. 2) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με το να επιδικάσει μόνο το ποσό των 53.604 ευρώ και όχι το αιτούμενο των 424.603,62 ευρώ (εάν δηλαδή δεχόταν στα διαφυγόντα κέρδη και εκείνα που αντιστοιχούν στις οφειλόμενες και διεκδικούμενες από την αναιρεσείουσα προμήθειες για εμπορικές πράξεις που είχαν συναφθεί, χωρίς τη δική της παρέμβαση, αλλά με πελάτες που ανήκουν στο γεωγραφικό τομέα της αρμοδιότητας της), ψευδώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 γ του π.δ 219/91.

Ο λόγος είναι βάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε η αναιρεσείουσα από προμήθειες, κατά το εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της συμβάσεως, αντιστοιχούν στις προμήθειες της κατά το τελευταίο πριν την καταγγελία έτος (δια 12X6) και εντεύθεν, με βάση τα αναπτυχθέντα κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως, σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι δικαιούμενες σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ’ π.δ. 219/1991.

Παράνομη συμπεριφορά, που κατά την ΑΚ 914 δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά και κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσεως. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπεια της, δηλαδή η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως του.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ’ άρθρο 288 ΑΚ (Ολ ΑΠ 12 και 13/2004) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, αναφορικώς με την καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως και τα συνδεόμενα με αυτήν αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, εφόσον τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων, το δε σχετικό περί τούτων αποδεικτικό του πόρισμα εκτίθεται με επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα στην αναιρεσιβαλλομένη.

Ειδικότερα, μόνον το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης εξάμηνης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τον αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Και τούτο, διότι η αναιρεσίβλητη, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ευλόγως, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές, χρησιμοποίησε δικά της κριτήρια διαρθρώσεως της επιχειρήσεως της και ανέπτυξε ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για να αλλάξει την δομή των πωλήσεων της στην Ελλάδα, κρίνοντας δε αποδοτικότερη την συνεργασία της με την εταιρεία Solutions και σταθμίζοντας το καλώς εννοούμενο συμφέρον της προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως της αναιρεσείουσας, δηλαδή η λύση της επίδικης συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την αναιρεσείουσα δυνατότητες της αναιρεσίβλητης και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως της στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης από αυτή δομικής αλλαγής των πωλήσεων της στην Ελλάδα.

Ούτε, άλλωστε, το Εφετείο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 919 ΑΚ και 1 ν. 146/1914, διότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται η εκ προθέσεως ζημία στην αναιρεσείουσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ούτε ότι οι ενέργειες της αναιρεσίβλητης είχαν σκοπό την υφαρπαγή της πελατείας που η τελευταία δημιούργησε, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκτοπισμός της από την ελληνική αγορά.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 914, 932 ΑΚ, 8 παρ. 3, 4 π.δ. 219/91 και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 919 ΑΚ, 8 παρ. 4 π.δ.219/91 1 ν. 146/1914 είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν, κατά παραδοχή των λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό.

Β. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία KRONES AG Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι κατά πλημμελή στάθμιση των προσκομισθέντων από αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της, ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, η οποία ουδεμία ενέργεια πραγματοποίησε, ούτε καν προγραμμάτισε επίσκεψη για τους πελάτες της στο κέντρο επιχείρησης της αναιρεσείουσας και όλο το διάστημα δεν υπέδειξε ούτε έναν πελάτη, τελικώς δε αιφνιδίως της ανακοίνωσε ότι δεν συμφωνεί σε συνεργασία με την αναιρεσείουσα χωρίς το δικαίωμα αποκλειστικότητας, προτείνοντας να δώσουν τέλος στη συνεργασία τους. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση της KRONES AG πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τέλος, μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία Meccanica ΕΠΕ, για την ενιαίως διεξαχθείσα δίκη επί των συνεκδικασθεισών ανωτέρω αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως θα επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία KRONES AG, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178,183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 3703/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά τα κεφάλαια της, που αφορούν: 1) τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Meccanica ΕΠΕ από προμήθειες κατά το άρθρο 6 παρ. 1γ’ του π.δ. 219/1991 και 2) το μη συνυπολογισμό των αμέσως ανωτέρω προμηθειών κατά τον προσδιορισμό των αποζημιωτικών αξιώσεων αυτής από διαφυγόντα κέρδη στο εξάμηνο χρονικό διάστημα της προθεσμίας για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της από 15 Ιουνίου 2013 αίτησης αναιρέσεως της εταιρείας Meccanica ΕΠΕ , στον καταθέσαντα τούτο.

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2013 αίτηση της εταιρείας KRONES AG.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα εταιρεία KRONES AG μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας Meccanica ΕΠΕ, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ