Supreme Court dismisses appeal on rent adjustment, upholding lower court's application of good faith principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Serres' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding rent adjustment. The lower court found that the agreed rent exceeded market rates due to a significant change in local rental conditions and applied Article 288 of the Civil Code to reduce the rent based on the principle of good faith. The Court of Appeal correctly applied this substantive law rule, and the Supreme Court found no grounds for cassation, thereby rejecting the appeal and ordering the Municipality to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 and 559(1) of the Civil Code; The principle of good faith under Article 288 allows for rent reduction when market conditions have changed significantly, and an appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied this rule to the proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 806 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Σερρών" που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Χ. Τ., το γένος Π. Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Τακουρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:13/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 22-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1375/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την μετ' αυτής συμπροσβαλλομένων δύο άλλων αποφάσεων του ιδίου δικαστηρίου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών αντίστοιχα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης του αντιδίκου της με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και κλήση της για εμφάνιση κατά την ως άνω δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε σ' αυτήν ο αναιρεσείων δήμος. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο τούτο στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσείων δήμος (άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ), που επέσπευσε τη συζήτηση.
Ο από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Η έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1686/1997). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2145/1993, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας.
Στην έννοια της ανωτέρας βίας συμπεριλαμβάνεται οποιοδήποτε γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατό να προβλεφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου. Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί, μεταξύ άλλων και ή αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου ή και, υπό ορισμένες περιστάσεις, η αιφνίδια ασθένεια του ίδιου του διαδίκου και η από αυτή αδυναμία παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Η έννοια της ανώτερης βίας ως λόγος ανακοπής συμπίπτει με εκείνην του άρθρου 152 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή περιλαμβάνει οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός όπως αναφέρεται παραπάνω, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εξωτερικό ή όχι (ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1587-8/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1375/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο ανακόπτων-αναιρεσείων δήμος, κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσης υπ' αριθμ. 38/2009 αποφάσεως, αφού δέχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 509 ΚΠολΔ, δηλαδή με πιθανολόγηση του βάσιμου ή μη του λόγου της ανακοπής, ότι η μη παράσταση του εκκαλούντος αναιρεσείοντος στο ίδιο Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 15.12.2008, κατά την οποία συζητήθηκε η από 13.2.2008 έφεση του κατά της υπ' αρ. 13/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, δεν οφειλόταν σε ανώτερη βία, γιατί η επικληθείσα από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Ηλία Αμαξόπουλο αδυναμία του να εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου και να τον εκπροσωπήσει εξαιτίας αιφνίδιας αδιαθεσίας του δεν κρίθηκε βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι Κατά το μέρος που ο προβαλλόμενος με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Απορριπτέος, επίσης ως απαράδεκτος είναι και ο από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως καθόσον γίνεται μόνο αριθμητικώς επίκληση του λόγου αυτού χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 654 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, σε υπόθεση που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προσβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, οι διατάξεις του ν.813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν.813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ.
Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περίπτ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ.4 του ν.δ. 496/1974, με τις οποίες διατάξεις (των άρθρων 40 παρ.1 περ.
ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979) ορίζονται, ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ώφειλεν να λάβει γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως".
Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν.813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1744/1991). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει η διάταξη αυτή στον δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια στο μέτρο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΠ 1487/2005, 1135/2005).
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του ν.818/1978, η οποία προβλέπει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, δεν προκύπτει ειδικώς, αν στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (ΑΚ 388), επιτρέπεται αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, εκ τούτου όμως δεν έπεται, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της.
Η αναφορά στο νόμο του άρθρου 388 ΑΚ, οφείλεται στο ότι η διάταξη αυτή αποτελεί τυπική περίπτωση εφαρμογής της καλής πίστης επί των αμφοτεροβαρών, όπως η μίσθωση, συμβάσεων, καθώς και στη θέληση του νομοθέτη να άρει τις αμφισβητήσεις, που είχαν ανακύψει υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς εμπορικών μισθώσεων, ως προς την έκταση της εφαρμογής της και δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή, διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ.
Αν τέτοια βούληση υπήρχε, θα έπρεπε, ενόψει του χαρακτήρα της διάταξης αυτής ως γενικής και αναγκαίας για την περιστολή ή αποφυγή των ακυροτήτων, στις οποίες θα μπορούσε να καταλήξει το ανωτέρω σύστημα αναπροσαρμογής του μισθώματος, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, να δηλωθεί ρητώς (Ολ.ΑΠ 9/1997).
Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς η εφαρμογή της καλής πίστης στην εκπλήρωση των ενοχικών σχέσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά εκ των προτέρων με παραίτηση του ενός ούτε με συμφωνία και των δύο μερών και, επομένως, τέτοια παραίτηση ή συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω, βασική εκδήλωση της καλής πίστης με αντίκτυπο στην κύρια παροχή είναι η αναπροσαρμογή του ύψους αυτής.
Έτσι, με βάση την ΑΚ 288, μπορεί να επιβάλλεται μείωση του ύψους της παροχής, όταν αυτή έγινε δυσβάστακτη για τον οφειλέτη εξαιτίας π.χ. μεταγενέστερης μεταβολής συνθηκών.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και για τις αποφάσεις του Εφετείου που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατά αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου οι οποίες εκδόθηκαν επί διαφορών που εκδικάσθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 έως 662 ΚΠολΔ), εκτός των λοιπών περιπτώσεων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα υπ' αριθμ. 38/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που ενσωμάτωσε κατά τα παραπάνω την απόφαση του πρωτοβάθμιου (υπ' αριθμ. 13/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το από 21-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ο εναγόμενος εκμίσθωσε στην ενάγουσα ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 40,53 τ.μ., που βρίσκεται επί της πλατείας Ελευθερίας στις Σέρρες, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα μπουγάτσας.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε εννιαετής, αρχόμενη την 1-7-1999 και λήγουσα την 30-6-2008, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα, προκαταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, καθορίστηκε στο ποσό των 950.000 δραχμών, για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, και συμφωνήθηκε αυτό να αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής κατ' έτος για όλη τη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης (βλ.
άρθρο 14 πρακτικού 4/5-3-1999 της δημαρχιακής επιτροπής του εναγόμενου) και ήδη το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την 30-6-2007 στο ποσό των 3.261,54 ευρώ. Η μισθώτρια δαπάνησε για την αναμόρφωση, εξωραϊσμό και διακόσμηση του μισθίου το ποσό των 30.000 ευρώ περίπου, έτσι ώστε αυτό να παρουσιάζει πρέπουσα όψη.
Παράλληλα, το μίσθιο είναι κατάστημα κείμενο στο εμπορικό κέντρο της πόλης, ενώ κατά τους θερινούς μήνες αυξάνεται σημαντικά ο κύκλος των εργασιών του, στην εκμετάλλευση δε των θερινών μηνών με την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων στην πλατεία προσδοκούσε και η ενάγουσα κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως ενώ το 1999, με την με αρ. πρωτ. 18365/29-7-1999 άδεια χρήσης πεζοδρομίων κλπ του Δημάρχου Σερρών επιτράπηκε στην ενάγουσα να αναπτύξει εξήντα (60) καρέκλες μπροστά από το κατάστημα της επί της πλατείας Ελευθερίας, με την με αρ. πρωτ. 57732/30-12-2004 πράξη του εναγόμενου ο αριθμός των καθισμάτων περιορίσθηκε σε πενήντα (50) και επομένως η κίνηση των πελατών του καταστήματος, κατά τον τρόπο αυτό, μειώθηκε σε ποσοστό περίπου 20% και ανάλογα μειώθηκαν και οι εισπράξεις του.
Η μισθωτική αξία του είναι αρκετά μικρότερη από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, όπως άλλωστε εμμέσως πλην όμως σαφώς κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Η ενάγουσα, ενόψει του μισθώματος που καταβάλει σήμερα ασκεί την επιχείρηση της αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες με κίνδυνο να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης της.
Σχετικά με το δυνάμενο να πραγματοποιηθεί, συμβατικώς, ελεύθερο μίσθωμα του μισθίου καταστήματος, κατά την άσκηση (18-5-2007) της κρινομένης αγωγής, η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται ως συγκριτικά στοιχεία έναν πίνακα στον οποίο εμφαίνονται οι μισθωτές των όμορων καταστημάτων, όλα ιδιοκτησίας του εναγομένου, από τον οποίο προκύπτει ότι οι μισθωτές Ε.
Χ., Α. Γ. και ΣΙΑ ΟΕ, Χ. και Δ. Β. ΟΕ για μίσθια εμβαδού περί τα 40 τμ (όσο δηλαδή και το επίδικο μίσθιο) καταβάλουν μισθώματα ποσού 530.20, 458.30, 577,90 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται περαιτέρω για ποιο σκοπό χρησιμοποιούνται τα εν λόγω καταστήματα ούτε πότε συνάφθηκαν οι συμβάσεις μίσθωσης. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα στοιχεία όσον αφορά τις κρατούσες μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, το ελευθέρως, συμβατικώς, διαμορφούμενο για το επίδικο μίσθιο κατάστησα μηνιαίο μίσθωμα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 2.000 ευρώ.
Η πιο πάνω διαφορά μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος (3.261) του εν λόγω μισθίου, κατά το κρινόμενο διάστημα, και ελευθέρου (2.000) είναι προφανής και έκδηλη, οφειλόμενη στην αποδειχθείσα ουσιώδη μεταβολή της μισθωτικής αξίας του μισθίου από την οποία επήλθε κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην ενάγουσα-μισθώτρια ζημία υπερβαίνουσα τον αναληφθέντα απ' αυτήν κίνδυνο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, ώστε πρέπει η ζημία αυτή να περιορισθεί, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ στο επιβαλλόμενο από την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, με την αναπροσαρμογή-μείωση του καταβαλλομένου μισθώματος των 3.261,54 ευρώ στο ποσό των 2.000 ευρώ, που αποτελεί το θεμιτό, ενόψει των κρατουσών κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, μισθωτικών συνθηκών στην περιοχή, που βρίσκεται το μίσθιο".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και καθόρισε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα από την ενάγουσα στον εναγόμενο δήμο για το από 18.5.2007 και εφεξής χρονικό διάστημα, στο ποσό των 2.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την ενσωματωμένη σ' αυτό πρωτόδικη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, που ισχύει και επί των εμπορικών μισθώσεων με εκμισθωτή ν.π.δ.δ., όπως είναι και ο αναιρεσείων δήμος Σερρών, την οποία ορθά εφάρμοσε, υπάγοντας τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στα θεμελιούντα το δικαίωμα του μισθωτή να ζητήσει σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος προς τα κάτω, ήτοι τη μείωση αυτού λόγω μεταβολής των μισθωτικών συνθηκών. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η συμπροσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών για εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων δήμος ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2010 αίτηση του ν.ν.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Σερρών" για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1375/2010 και 38/2009 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αρ. 13/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα δήμο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ