Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply mandatory contract interpretation rules regarding tax liabilities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a compensation contract dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to apply mandatory interpretation rules (Articles 173 and 200 of the Civil Code) to clarify ambiguous terms about tax liabilities. The court found the lower court violated substantive law by not using these rules to determine the parties' true intent, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a contract term is ambiguous or creates a legal vacuum, the court must apply mandatory interpretation rules to ascertain the true intent of the parties rather than relying on arbitrary conclusions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 806 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάσθηκε εκ νέου η εταιρεία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαργετίνα Στεφανάτου .
Του αναιρεσίβλητου-καθ'ου η κλήση: Ε. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γερογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1226/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 1400/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2007 αίτησή της που προσδιορίστηκε για να δικασθεί στις 23-3-2010 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2010 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11-03-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του πρώτου.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία στη συνέχεια, με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2837/2000 μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Ξενοδοχείο Καζίνο Πάρνηθας, το οποίο ακολούθως έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Από την ημερομηνία ενάρξεως του νόμου 2837/2000 (από 3-8-2000 κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. αυτού) καταργήθηκαν οι υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ με την παρ. 4 περ.
β' του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000, ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ" Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...".
Με την παράγραφο η περ. β' του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.
Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας..." αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003 μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκτός από τους εργαζομένους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Οι εργαζόμενοι δε που υπέβαλαν εμπροθέσμως (μέχρι τις 31-5-2003) τη δήλωση προς την Ε.Τ.Α. ΑΕ" και ως εκ τούτου δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 15-8-1986 από τον ΕΟΤ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην επιχείρηση "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας" ως τεχνικός παιγνίων και έκτοτε παρείχε την εργασία αυτή στην εν λόγω επιχείρηση.
Πριν από την ψήφιση του ν. 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", στις 28-3-2003 υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα Πάρνηθας.
Με το όρο 3 παρ. γ' της εν λόγω συμφωνίας, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του Ι2μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως.
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Ο αναιρεσίβλητος, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 28-5-2003 αίτηση, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα αυτής περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία.
Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικιοθελώς από την εργασία του την 31-7-2003, λαμβάνοντας την προβλεπόμενη από την παραπάνω συμφωνία αποζημίωση, από την οποία και παρακρατήθηκε ο φόρος που αναλογούσε σ' αυτήν. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι στην προκείμενη περίπτωση υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο, λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτού από την εργασία του, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σ' αυτήν και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (30-4-2003) αίτηση εντάξεως του στο ως άνω πρόγραμμα της αναιρεσείουσας (Ε.Τ.Α.
ΑΕ), περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία, που εμπεριείχε και δήλωση παραμονής της σ' αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δεν μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (όχι δε και από το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων, με την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζονται όταν, παρά τη διάγνωση, έστω και εμμέσως, ατέλειας στη διατύπωση της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοια της, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει, είτε να προσφύγει σ' αυτούς, για να διατυπώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, είτε να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, και όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (Ολ.Α.Π. 26/ 2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατ' εκείνης, με την οποία επικαλούμενος, ότι για την αποχώρηση του, λόγω εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία της, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 και 7 του ν. 3139/2003, η εναγομένη του κατέβαλε την αποζημίωση απολύσεως μειωμένη όμως κατά το ποσό του φόρου εισοδήματος, μολονότι είχε οριστεί ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής, ζήτησε το ποσό των 12.768,42 ευρώ, που αντιστοιχούν στον παρακρατηθέντα από την αποζημίωση του ως άνω φόρο, δέχτηκε ανελέγκτως και τα εξής: "Με τον 3ο όρο της από 28-3-2003 έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." (που μετονομάσθηκε κατ' άρθρο 2 του ν. 3270/2004 με την επωνυμία της αναιρεσείουσας), αφενός και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ...
και της ... "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ Α.Ε. "... συμφωνήθηκε ότι, "Οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην ΕΚΠ α.ε. ... αλλά την εθελούσια αποχώρηση τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους ... να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου ... υπό τους πιο κάτω όρους: α)Δήλωση του εργαζόμενου, ...
β) ... γ) Ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης διπλάσια από την οφειλόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και 3198/1955. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Η φορολόγηση της αποζημίωσης, κατ' άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 συνιστά πλέον τη μοναδική νόμιμη επιβάρυνση επί της αποζημίωσης ...
ότι με την πιο πάνω συμφωνία στην έννοια των νομίμων επιβαρύνσεων περιλαμβάνονταν, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ο φόρος που αναλογεί στην αποζημίωση του ενάγοντος, αφού διαφορετικά, λόγω της μη ύπαρξης άλλων επιβαρύνσεων, δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει σχετική μνεία και συμφωνία για νόμιμες επιβαρύνσεις ...
και ότι η προβλεπόμενη αποζημίωση έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν χωρίς την αφαίρεση από αυτήν του φόρου που αναλογούσε σ' αυτήν ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχεται την ύπαρξη κενού ή τουλάχιστον αμφιβολίας, ως προς το ακριβές περιεχόμενο της δικαιοπρακτικής δήλωσης των μερών και συγκεκριμένα ως προς το τι ακριβώς ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη με τον 3ο όρο της ως άνω από 28-3-2003 συμβάσεως και τι εννοούσαν με τη φράση που περιέχονταν σ' αυτή, "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως", αν δηλαδή εννοούσαν και το φόρο μισθωτών υπηρεσιών ή όχι, καθόσον το τελευταίο δεν αναφέρεται ρητά στην ως άνω συμφωνία, ενώ το Εφετείο οδηγείται συμπερασματικά στην κρίση αυτή, αναφέροντας ότι "...
η φορολόγηση της αποζημίωσης κατ' άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 συνιστά πλέον τη μοναδική νόμιμη επιβάρυνση επί της αποζημίωσης ... ότι με την πιο πάνω συμφωνία στην έννοια των νομίμων επιβαρύνσεων περιλαμβάνονταν, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ο φόρος που αναλογεί στην αποζημίωση του ενάγοντος, αφού διαφορετικά λόγω της μη ύπαρξης άλλων επιβαρύνσεων, δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει σχετική μνεία ...".
Όμως, ενώ το Εφετείο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" που περιλαμβάνονταν στην από 28-7-2003 συμφωνία (όρος 3ος τελευταίο εδάφιο), δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αλλ' ούτε από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι χρησιμοποίησε τους κανόνες αυτούς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τη διαπίστωση κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση των ως άνω συμβαλλομένων και τη μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων αυτών, αλλά και εκ πλαγίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της έννοιας του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" και της υπάρχουσας ασάφειας και κενού στη δήλωση αυτή που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1400/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ