Legislator Case Law & Legislation
806/2010 AI generated

Supreme Court allows bank employee's appeal on equal treatment principle violation regarding pension adjustments after termination.

Case Number 806/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the bank's appeal against the lower court's decision regarding a terminated employee's pension. The employee argued that the bank violated the principle of equal treatment by adjusting pensions only for those who left after a specific date, excluding him. The court found the lower court's reasoning insufficient because the pension adjustment took effect after the employee's employment had ended, meaning the equal treatment principle could not apply retroactively to his tenure. Consequently, the Supreme Court overturned the lower court's dismissal and remanded the case for further examination by different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(2) of the Constitution; Article 119 of the Treaty of Rome; Article 288 of the Civil Code: The employer's voluntary obligation to treat employees equally does not apply retroactively to the period preceding the employment contract's commencement or following its termination, unless the benefit was granted in anticipation of or at the time of the contract's end.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment employment contract termination pension adjustment retroactive application voluntary employer provision labor law equality remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 22(2) of the Constitution
Article 119 of the Treaty of Rome
Article 288 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 806 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 829/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6503/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός (εν μέρει) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (ν.945/1979) και 288 Α.Κ., ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένο ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.

Αλλά για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο μισθωτός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή αυτή, εκτός αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση δεν υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο που προηγείται της ενάρξεως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας όσο και κατ' αυτόν που ακολουθεί μετά την λήξη της εργασιακής σχέσης, διάστημα κατά το οποίο δεν υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Για να εφαρμοσθεί η αρχή αυτή υπέρ του ενάγοντος εργαζόμενου, πρέπει η σύγκριση να γίνεται μεταξύ εκείνων των συναδέλφων του που παρέχουν την ίδια εργασία και με τις αυτές προϋποθέσεις στην αυτή επιχείρηση κατά την ίδια χρονική περίοδο, εκτός αν πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για παροχή που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Δηλαδή στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει και μετά την λύση της σύμβασης εργασίας, οικειοθελή παροχή που ο πρώην εργοδότης του έδωσε αναδρομικά , αναγόμενη σε χρόνο που υπήρχε ενεργός μετ' αυτού σύμβαση εργασίας, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις της παραβίασης της αρχής ίσης μεταχειρίσεως.

Χαρακτήρα δε μισθολογικής εργοδοτικής παροχής έχει και η απλή μετονομασία ενός επιδόματος, έστω και αν δεν μεταβάλεται το ύψος του χορηγούμενου με αυτό ποσού , εφόσον το επίδομα αυτό, σε αντίθεση με το προηγούμενο, συνυπολογίζεται στο ύψος της συντάξεως του εργαζόμενου. Η μισθολογική αυτή εργοδοτική παροχή συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος για την είσπραξη μεγαλύτερης σύνταξης και, συνεπώς, επί της παροχής αυτής, εφόσον έχει χαρακτήρα οικειοθελή, έχει εφαρμογή η παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης ο ενάγων προσλήφθηκε και απασχολήθηκε ως υπάλληλος στην εναγόμενη από την 5-5-1973 έως την 14-5-2001, ημερομηνία κατά την οποία, όντας στο βαθμό του τμηματάρχη, παραιτήθηκε. Από το έτος 1989, δυνάμει της υπ.

αρ. 13/5-9-1989 απόφασης γενικού συμβουλίου της εναγόμενης, ο ενάγων ελάμβανε το επίδομα κεντρικής τράπεζας, που υπολογίζεται ποσοστιαίως επί των αποδοχών, καθώς προκύπτει από τον τύπο (Σ χ Β χ Π) : Σ', όπου Σ το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας των μεταβλητών "θέση ευθύνης" και "βαθμός" (50 και 37 αντιστοίχως για τον ενάγοντα, κατά το χρόνο παραίτησης του, βάσει της τότε θέσης του), Β το σύνολο βασικού μισθού και λοιπών επιδομάτων επί των οποίων υπολογίζεται το επίδομα, Π το ποσοστό υπολογισμού επιδόματος 20% επί των ως άνω αποδοχών και Σ' ο συντελεστής 100 (βλ.

παρ. 1 και 2 της διευκρινιστικής υπ. αρ. 578/19-9-1989 πράξης διοικητή της εναγόμενης). Επίσης, από το έτος 1996, δυνάμει των υπ' αρ. 8/24-5-1995 και 4/26-4-1996 αποφάσεων γενικού συμβουλίου της εναγόμενης, επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της εναγόμενης, επομένως και στον ενάγοντα, το δραχμικό επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, δια της προσθήκης του στο επίδομα κεντρικής τράπεζας.

Έτσι, το επίδομα κεντρικής τράπεζας αποτελείτο από δύο κονδύλια, το ποσοστιαίο (υπολογιζόμενο με τον τύπο [Σ χ Β χ Π]: Σ'), και το δραχμικό (ήτοι το πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας). Παρ' ότι όμως εγίνετο υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της εναγόμενης παρακράτηση ποσοστού 4% από τα παραπάνω επιδόματα, εν τούτοις τα τελευταία, βάσει του άρθρου 10 παρ. 4 του κανονισμού του παραπάνω ταμείου, δεν συνυπολογίζονταν στις συντάξιμες αποδοχές, με συνέπεια τη καταβολή μειωμένης σύνταξης στο προσωπικό της εναγόμενης.

Έτσι μεταγενέστερα η εναγόμενη, με την υπ' αρ. 12/6-11-2001 απόφαση του γενικού συμβουλίου της, μετέφερε το πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, ήτοι μόνο το δραχμικό μέρος του επιδόματος κεντρικής τράπεζας (και όχι το σύνολο - ποσοστιαίο και δραχμικό - του επιδόματος κεντρικής τράπεζας, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο ενάγων) στο επίδομα θέσης (βαθμού), που συμπεριλαμβάνονταν στις συντάξιμες αποδοχές κατ' άρθρο 10 παρ. 4 α' του κανονισμού Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της εναγόμενης.

Η ως άνω μεταφορά επιδόματος έγινε σταδιακά, ήτοι κατά ποσοστά 25 % από την 1/11/2001, 25% από την 1/11/2002 και 50% από την 1/7/2003 (βλ. τις υπ. αρ. 12/6-11-2001 και 7/23-6-2003 αποφάσεις γενικού συμβουλίου και την υπ. αρ. 772/8-10-2002 πράξη διοικητή της εναγόμενης). Η παραπάνω ρύθμιση, που συνεπάγονταν αύξηση των συντάξεων, μόνο για τους αποχωρούντες μετά την 1/11/2001 υπαλλήλους της εναγόμενης, και όχι για τους αποχωρήσαντες - όπως ο ενάγων- προ της παραπάνω ημερομηνίας.

Τούτο, όμως, συνιστά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση, διότι οι εργαζόμενοι που αποχώρησαν μέχρι την 30/10/2001, λόγω του μη συνυπολογισμού, στις συντάξιμες αποδοχές τους, του δραχμικού μέρους (πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας) του επιδόματος κεντρικής τράπεζας, ελάμβαναν μειωμένη σύνταξη, σε σχέση με τους αποχωρήσαντες μετά την 1/11/2001, παρ' ότι και πρώτοι και δεύτεροι είχαν υποβληθεί σε κράτηση ποσοστού 4% από το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της εναγόμενης.

Επομένως, κατ' εφαρμογή της παραπάνω αρχής της ίσης μεταχείρισης, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 288 Α.Κ., πρέπει να επεκταθεί και στον ενάγοντα η σταδιακή μεταφορά του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης, σύμφωνα με τους όρους των παραπάνω αποφάσεων γενικού συμβουλίου.

Το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας ανέρχονταν για τον ενάγοντα, κατά το χρόνο παραίτησης του, σε 278,20 ευρώ ή 94.800 δραχμές, ήτοι 4 δόσεις των 23.700 δραχμών για τη θέση τμηματάρχη που κατείχε ο ενάγων (όπως προκύπτει από την 12/6-11-2001 απόφαση γενικού συμβουλίου της εναγόμενης) ποσόν το οποίον παραδεκτά κατ' άρθρον 526 ΚΠολΔ, αιτείται ο ενάγων κατά την παρούσα δίκη, αντί του αρχικά αιτηθέντος 421,20 ευρώ.

Η δε μεταφορά του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης πρέπει να γίνει για τον ενάγοντα κατά ποσοστό 25%, ήτοι 69,55 ευρώ, από την 1/11/2001, κατά ποσοστό 25%, ήτοι 69,55 ευρώ από την 1/11/2002 και κατά ποσοστό 50%, ήτοι 139,10 ευρώ από την 1/7/2003. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι για την επέκταση της παραπάνω ρύθμισης στον ενάγοντα απαιτείται ενεργή μεταξύ αυτών σύμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι η απόφαση της εναγόμενης για μεταφορά επιδόματος έχει για τον ενάγοντα αναδρομικές συνέπειες, αναγόμενες στο χρόνο υπηρεσίας του, καθ' όλη τη διάρκεια του οποίου παρακρατούνταν ποσοστό 4% από το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, χωρίς να του καταβληθεί σύνταξη αυξημένη κατά το αντίστοιχο επίδομα, όπως θα ήταν εύλογο, με βάση το σκοπό αυτών των κρατήσεων, ήτοι την απόδοση τους στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της εναγόμενης .......

Συνεπεία δε των παραπάνω (α) η ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης, που επικαλείται ότι δεν υφίσταται ενεργή σύμβαση της με τον ενάγοντα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι η εναγόμενη (και όχι το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού αυτής) είναι υπόχρεη, ως εργοδότρια του ενάγοντος κατά τον χρόνο αναδρομικής ισχύος της ρύθμισης, άρα και μόνη δυνάμενη να πράξει τούτο, να μεταφέρει το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης και για τον ενάγοντα, (β) ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι η παραπάνω μεταφορά επιδόματος, ως μη επιφέρουσα οποιαδήποτε αύξηση αποδοχών ή άλλη ωφέλεια για κάποια κατηγορία εργαζομένων, δεν αποτελεί εργοδοτική παροχή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι με την μη επέκταση της ρύθμισης, περί μεταφοράς επιδόματος, στον ενάγοντα, αυτός επιβαρύνθηκε με κρατήσεις χωρίς αντίστοιχη αύξηση σύνταξης, σε αντίθεση με τους συναδέλφους του, που αποχώρησαν μετά την 1/11/2001, των οποίων η σύνταξη αυξήθηκε, άρα υπήρξε ανταπόδοση των κρατήσεων τους.......".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, ακολούθως, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη αναιρεσείουσα "οφείλει να αποφασίσει για τον ενάγοντα τη σταδιακή μεταφορά του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας (ήτοι του δραχμικού μέρους του επιδόματος κεντρικής τράπεζας) ποσού 278,20 ευρώ, κατά ποσοστό 25%, ήτοι 69,55 ευρώ, από την 1/11/2001, κατά ποσοστό 25%, ήτοι 69,55 ευρώ από την 1/11/2002 και κατά ποσοστό 50%, 139,10 ευρώ από την 1/7/2003, στο επίδομα θέσης....".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές, αλλά και ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα αν υπήρχε ενεργής σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων κατά την χορήγηση της πιο πάνω οικειοθελούς παροχής από την αναιρεσείουσα Τράπεζα ή, έστω, αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους αυτής που ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργής, οι οποίες δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή πραγματικά περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις που να στηρίζουν την κρίση περί συνδρομής των αναγκαίων για την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχεται ότι η επίμαχη "ρύθμιση", που αποτελεί οικειοθελή παροχή της αναιρεσείουσας, έγινε με την από 6/11/2001 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, με την σταδιακή μεταφορά, του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης (κατά ποσοστό 25% από 1-11-01 και από 1-11-02 και κατά ποσοστό 50% από 1-7-2003, ενώ παράλληλα δέχεται ότι η μετά του αναιρεσιβλήτου σύμβαση εργασίας είχε ήδη λυθεί στις 14-5-2001 .

Δηλαδή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η παροχή αυτή δεν φέρεται να έγινε κατά τη λύση της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου ή ενόψει αυτής, αλλά αντίθετα φέρεται να έγινε μετά τη λύση της σύμβασης και άρχισε ισχύουσα από 1/11/2001. Εντούτοις το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι για την επέκταση της παραπάνω ρύθμισης στον αναιρεσίβλητο απαιτείται, η μη συντρέχουσα στην προκείμενη περίπτωση, προϋπόθεση της ύπαρξης ενεργούς μεταξύ αυτών σύμβασης εργασίας, με την αιτιολογία ότι "η απόφαση της εναγόμενης για μεταφορά επιδόματος έχει για τον ενάγοντα αναδρομικές συνέπειες, αναγόμενες στο χρόνο υπηρεσίας του" και ότι, "η ύπαρξη ενεργής σύμβασης του ενάγοντος δεν συνιστά προϋπόθεση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν η οικειοθελής παροχή του εργοδότη έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργή".

Ως αναδρομικές συνέπειες προσδιορίζονται στην απόφαση ότι καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου "παρακρατούνταν ποσοστό 4% από το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, χωρίς να του καταβληθεί σύνταξη αυξημένη κατά το αντίστοιχο επίδομα, όπως θα ήταν εύλογο, με βάση το σκοπό αυτών των κρατήσεων, ήτοι την απόδοση τους στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της εναγόμενης".

Έτσι, όμως, δεν καθίσταται σαφές αν το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη οικειοθελής παροχή του εργοδότη "έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργής", η αν απλώς έχει τις αναφερόμενες στην απόφαση "αναδρομικές συνέπειες". Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι "συνέπειες" αυτές και αληθινές υποτιθέμενες, δεν συνεπάγονται παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, κατά το χρόνο που η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν ενεργής, η παρακράτηση του ποσοστού 4% γινόταν από όλους τους εργαζόμενους, χωρίς το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας (δραχμικό μέρος του επιδόματος κεντρικής τράπεζας) να συνυπολογίζεται στις αποδοχές τους.

Η γενόμενη μεταβολή υπέρ εκείνων που απεχώρησαν μετά την 30/10/2001, έλαβε χώρα στις 6/11/2001 και άρχισε να ισχύει από 1/11/2001, δηλαδή κατά το χρόνο που η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν ενεργής. Για παραβίασης της αρχής ισότητας θα μπορούσε να γίνει λόγος, αν η εν λόγω ρύθμιση ίσχυε αναδρομικά και για το πριν από 14/5/2001 διάστημα (χρόνος απολύσεως του αναιρεσιβλήτου) και ο αναιρεσίβλητος εξαιρούνταν από τη ρύθμιση αυτή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Ο δεύτερος, από το άρθρο 559.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την επαναπροβληθείσα ένστασή της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, και δέχθηκε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, από της εξόδου κάποιου υπαλλήλου, από την υπηρεσία "να αναπροσαρμόσει τη σύνταξη πρώην μισθωτού της, μεταφέροντας σε αυτήν το ένδικο επίδομα", είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ζήτησε με την αγωγή του αναπροσαρμογή της συντάξεώς του, ούτε το Εφετείο δέχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά, επικαλούμενος την παραβίαση σε βάρος του της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ζήτησε -ανεξαρτήτως της βασιμότητας του αιτήματος- να μεταφέρει η αναιρεσείουσα το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης.

Επομένως, μετά την παραδοχή ως βασίμου, του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά το πιο πάνω μέρος του, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6503/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ