Legislator Case Law & Legislation
806/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal for inadmissible claim due to appellate court's failure to address it.

Case Number 806/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision, finding the court failed to rule on a specific claim for additional damages. The appellants argued the lower court ignored their request for funds covering the period from April 1992 to August 1994, while the respondent maintained the claim was procedurally barred. The court ruled that because the appellate court omitted any decision on this specific request, the appeal was valid, but since the Supreme Court previously declared the claim inadmissible, the case was remitted for dismissal rather than further trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 4 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court of appeal left a request undecided, but if the Supreme Court previously ruled the request inadmissible, the case must be dismissed without remittal.

Keywords

AI generated
inadmissible claim omission of request partial appeal procedural bar remittal dismissal Code of Civil Procedure appellate omission

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 12 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 18/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 806 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 31 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... (15ο αναιρεσείοντα), ο οποίος παραστάθηκε και για τον εαυτό του, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΠΕΙΡΑΙΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κιούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 739/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 1002/1995 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-1998 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 416/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1002/1995 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 491/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 11-1-2008 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο 15ος αναιρεσείων για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος των άλλων αναιρεσειόντων, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλαβε θέση ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται ως προς την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ., δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου εκτείνεται στην έρευνα μόνο εκείνων των προς διάγνωση ζητημάτων τα οποία είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 29-4-1992 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ΤΕΙ Πειραιώς οφείλει στον καθένα από αυτούς, οι οποίοι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο ως έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό και μετείχαν στα ερευνητικά προγράμματα, τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στην "ερευνητική χορηγία", για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31-3-2002, την οποία το εναγόμενο κατέβαλε μόνο στους μονίμους συναδέλφους τους.

Με την υπ' αριθμ. 739/1993 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στην ως άνω με την αγωγή αιτούμενη "ερευνητική χορηγία" για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 14-2-1994 έφεση του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1002/1995 απόφαση του, δέχτηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 2233/1994, σύμφωνα με την οποία: "Η αληθινή έννοια των διατάξεων της κυρωθείσας με νόμο Κ.Υ.Α.

είναι ότι η ερευνητική χορηγία που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές καταβάλλεται μόνο στις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται σ' αυτές και ότι τυχόν αξιώσεις κατά του Δημοσίου και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αφορούν την καταβολή της ερευνητικής χορηγίας και στο έκτακτο προσωπικό παραγράφονται, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί αμετάκλητες αποφάσεις.

Όλες οι σχετικές υπάρχουσες εκκρεμείς δίκες σε οποιοδήποτε βαθμό καταργούνται", κήρυξε καταργημένη τη δίκη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26-3-1998 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 416/2004 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι η πιο πάνω διάταξη του 2 παρ. 2 του ν. 2233/1994 αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παντός για δίκαιη δίκη, καθόσον χωρίς να προβάλλεται η ύπαρξη επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, εκδόθηκε ο νόμος αυτός στον οποίο προσδόθηκε αναδρομική ισχύς, ενώ ήταν εκκρεμής στο Εφετείο η δίκη για την ένδικη απαίτηση των αναιρεσειόντων.

Για το λόγο αυτό, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. Μετά ταύτα η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Πειραιώς, όπου οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσίβλητο- εκκαλόν-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, πέραν των στην αγωγή τους αιτουμένων ποσών και επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου και τα αναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-4-1992 μέχρι 1-10-1994, ήτοι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό των 2900 ευρώ στον καθένα από αυτούς ως δικαία ικανοποίηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ε.Σ.Δ.Α.

το οποίο ποσό που κατά τους αναιρεσείοντες, είχε ήδη επιδικαστεί με την από 11-4-2002 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε άλλους συναδέλφους τους που είχαν προσφύγει σ' αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, συμμορφούμενο πλήρως με την υπ' αριθμ. 416/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 739/1993 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς.

Περαιτέρω, το Εφετείο σιωπηρώς αντιπαρήλθε το, για πρώτη φορά προβαλλόμενο ενώπιον του, αίτημα περί επιδικάσεως στους αναιρεσείοντες των αναφερομένων στις προτάσεις τους ενώπιον του ποσών της ερευνητικής χορηγίας, για το πιο πάνω μεταγενέστερο του αναφερομένου στην αγωγή χρονικό διάστημα, ενώ το αίτημα αυτών για αναγνώριση της υποχρέωσης περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως, απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω ανεπίτρεπτης υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, κατ' άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απορρίπτοντας τις ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που το πρώτον υποβλήθηκαν ενώπιον του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 41 της ΕΣΔΑ, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδ.

με τις διατάξεις του ν. 1404/1983. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο απέρριψε το μεν αίτημα των αναιρεσειόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, ως απαράδεκτο λόγω υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ενώ το έτερο για καταβολή της ερευνητικής χορηγίας για τον μεταγενέστερο χρόνο το αντιπαρήλθε σιωπηρώς και ουδόλως ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Εξάλλου, με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο συμμορφώθηκε πλήρως με την υπ' αριθμ. 416/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία δεν υπήρχε διάταξη σχετικά με τις πιο πάνω, απαραδέκτως προβληθείσες το πρώτον ενώπιον του, αξιώσεις των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι αντιπαρήλθε σιωπηρώς το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-4-1992 μέχρι 31-8-1994, που αντιστοιχεί σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη από το αναιρεσίβλητο απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αίτηση αυτή απαραδέκτως υποβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, καθ' υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ.) και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν ήταν λειτουργικά αρμόδιο για την εκδίκαση της, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την εν λόγω αίτηση, δεδομένου ότι τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως γίνεται μνεία για το παραδεκτό η μη της πιο πάνω αυτοτελούς αιτήσεως των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που πλήττεται από τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως. Ακολούθως, εφόσον ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η παραπάνω αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως, γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής και για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση. (Ολ.

ΑΠ 18/2003).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 491/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υποβληθείσα ενώπιον του Εφετείου αίτηση των αναιρεσειόντων-εφεσιβλήτων για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στην "επιστημονική χορηγία" για το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 31-8-1994.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ