Legislator Case Law & Legislation
806/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal on abuse of right claim regarding termination of independent services contract.

Case Number 806/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Ioannina Court of Appeal's dismissal of her claim. The lower court rejected the suit as illegal and contrary to Article 281 of the Civil Code, arguing the contract was an indefinite-term independent services agreement terminable without cause. The Court found the appeal admissible regarding the abuse of right argument, ruling the lower court's rejection of the Article 281 claim was erroneous. Consequently, the decision was annulled in part and the case remitted for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) and 281 of the Civil Code; The court held that while an independent services contract may be terminated unilaterally without cause, a claim alleging abuse of right under Article 281 is not inadmissible and must be examined on its merits.

Keywords

AI generated
independent services contract abuse of right termination without cause Civil Code Article 281 indefinite term contract remittal for retrial good faith principle

Cited Legislation

AI generated
Article 672 of the Civil Code
Article 669(2) of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 806 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 806/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρτσέκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 10-11-2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚπολΔ και από τον Εισηγητή προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως. Άλλως να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ν΄ απορριφθεί ο δεύτερος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 16 του ν. 4169/1961, που προστέθηκαν με το άρθρο 21 του Ν. 1140/1981 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 4169/1961 περί Γεωργικών Ασφαλίσεων", "Εις τους Δήμους και τας Κοινότητας εις τους οποίους δεν εδρεύουν τοπικαί υπηρεσίαι του ΟΓΑ, αι δια κανονισμών οριζόμεναι βοηθητικαί εργασίαι χορηγήσεως των παροχών του Οργανισμού τούτου ανατίθενται υποχρεωτικώς εις υπαλλήλους του οικείου δήμου ή κοινότητος, οι οποίοι ορίζονται υπό του ΟΓΑ, μετά γνώμην του οικείου δημάρχου ή προέδρου, ασκούνται δε παραλλήλως προς τα κύρια αυτών καθήκοντα....

Τα κατά την παρούσαν παράγραφον όργανα, ως και οι κατά τας ειδικάς διατάξεις της περί ΟΓΑ νομοθεσίας προσφέροντες υπηρεσίας κατ' εντολήν και δια λογαριασμόν του ΟΓΑ, μη υπάλληλοι αυτού, συνδέονται μετά του οργανισμού τούτου δια σχέσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δικαιούμενοι εξ αυτού μόνον εις απόληψιν αποζημιώσεως ή και εξόδων κινήσεως κατά τα εκάστοτε υπό της ισχυούσης περί ΟΓΑ νομοθεσίας οριζόμενα"(παρ.12). "Γραμματείς Κοινοτήτων δύνανται να αντικατασταθούν εις την άσκησιν των κατά την προηγουμένην παράγραφον καθηκόντων των, είτε λόγω παραπτώματος είτε τη αιτήσει των, δι' ητιολογημένης αποφάσεως του νομάρχου και μόνον εφ' όσον η άσκησις των καθηκόντων τούτων είναι δυνατή υπό δημοτικών ή κοινοτικών συνταξιούχων ή εν ενεργεία ή συνταξιούχων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ." (παρ.13).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2539/1997 "Συγκρότηση της Πρωτοβάθμιας τοπικής Αυτοδιοίκησης", "το προσωπικό των Δήμων και Λοινοτήτων, που συνενώνονται κατά το άρθρο 1, καθίσταται αυτοδικαίως προσωπικό του νέου Ο.Τ.Α. που προκύπτει από τη συνένωση και διέπεται από τις διατάξεις του πρώτου και του τρίτου μέρους (βιβλίου) του ν. 1188/1981, ανάλογα με την εργασιακή σχέση που κατέχει".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2539/1997, σε Δήμους ή Κοινότητες, όπου δεν λειτουργούν υπηρεσίες του ΟΓΑ, καθήκοντα ανταποκριτή ανατίθενται σε δημοτικό ή κοινοτικό υπάλληλο με απόφαση του οικείου οργάνου του ΟΓΑ, ύστερα από γνώμη του οικείου δημάρχου ή προέδρου, ότι οι υπάλληλοι αυτοί συνδέονται με τον ΟΓΑ με σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι ο οικείος Νομάρχης μπορούσε να αντικαταστήσει στην άσκηση των καθηκόντων του μόνο Γραμματέα Κοινότητας, λόγω παραπτώματός του ή με αίτησή του και όχι να καταγγείλει τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που τον συνέδεε με τον ΟΓΑ και ότι, μετά τη συνένωση των Κοινοτήτων και των Δήμων με το ν. 2539/1997 και την κατάργηση των Κοινοτήτων εξέλιπε η αρμοδιότητα αυτή του Νομάρχη, αφού οι Γραμματείς Κοινοτήτων έγιναν προσωπικό του νέου δήμου, που προέκυψε από τη συνένωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ισχυρίσθηκε ότι από το έτος 1989 είναι νόμιμα διορισμένη Γραμματέας της Κοινότητας .... του νομού .... και από το έτος 1993 εργαζόταν παράλληλα και ως Γραμματέας της Κοινότητας .... του ίδιου νομού, ότι λόγω της ιδιότητάς της αυτής ο αναιρεσίβλητος της ανέθεσε να του παρέχει τις υπηρεσίες ανταποκριτού αντί αποζημιώσεως και εξόδων κινήσεως, ότι τις υπηρεσίες αυτές παρείχε στον αναιρεσίβλητο ως Γραμματέας των παραπάνω Κοινοτήτων μέχρι τις 31-12-1998, ότι από 1-1-1999 με τη συνένωση των Κοινοτήτων σε Δήμους, με βάση το ν. 2539/1997, οι παραπάνω Κοινότητες υπήχθησαν στο Δήμο .... , του οποίου απετέλεσαν δημοτικά διαμερίσματα και η αναιρεσείουσα υπήχθη στο Δήμο αυτό ως μόνιμη υπάλληλός του, ότι παράλληλα με την προεκτεθείσα ιδιότητά της παρείχε και τις υπηρεσίες ανταποκριτού στον αναιρεσίβλητο, ότι ο τελευταίος με το .....

έγγραφό του Διοικητή του απάλλαξε την αναιρεσείουσα από τα καθήκοντα του ανταποκριτού και τα ανέθεσε σε άλλη υπάλληλο του πιο πάνω Δήμου και ότι η απόφαση αυτή του Διοικητή του ΟΓΑ είναι άκυρη α) γιατί ο Διοικητής δεν είχε την αρμοδιότητα αυτή, η οποία ανήκε στο Νομάρχη, β) γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 παρ. 13 του ν. 4169/1961, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του ν. 1140/1981 για την αντικατάστασή της, γ) γιατί δεν συνέτρεχε ο επικαλούμενος από τον αναιρεσίβλητο σπουδαίος λόγος και η απόφαση είναι αναιτιολόγητη και δ) γιατί η καταγγελία της συμβάσεώς της είναι καταχρηστική, επειδή έγινε λόγω της αρνήσεώς της να υποκύψει στις πιέσεις του Δημάρχου του πιο πάνω Δήμου να παραβεί το νόμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ως ανταποκρίτρια του ΟΓΑ κλπ.

Ζήτησε με την αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι, η πιο πάνω καταγγελία της συμβάσεώς της με τον αναιρεσίβλητο είναι άκυρη και καταχρηστική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η αγωγή αυτή ως προς το αίτημά της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως της αναιρεσείουσας, λόγω αναρμοδιότητας του Διοικητή του ΟΓΑ και γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ν. 4169/1961, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του ν. 1140/1981, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού αρμόδιος για την καταγγελία της συμβάσεως αυτής ήταν ο Διοικητής του ΟΓΑ και όχι ο Νομάρχης και αφού δεν ήταν απαραίτητο να συντρέχουν για την καταγγελία οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 παρ. 13 του ν.4169/1961.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημά της αυτό, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 12 και 13 του ν. 4169/1961, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του ν.1140/1981 και 1 και 18 του ν. 2539/1997 και οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων διατάξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Η σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε είναι ορισμένου χρόνου είτε αορίστου, μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο (άρθρο 672 ΑΚ). Επίσης, αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η ίδια σύμβαση, όταν έχει αόριστη διάρκεια, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ, να καταγγελθεί οποτεδήποτε από καθένα από τα μέρη, με καταγγελία που πρέπει να γίνει πριν από δεκαπέντε ημέρες, οπότε επιφέρει τη λύση της συμβάσεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής.

Η άσκηση του προς καταγγελία δικαιώματος αυτού του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τα αιτήματά της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως της αναιρεσείουσας, λόγω ελλείψεως σπουδαίου λόγου και λόγω αντίθεσής της στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενό της "συνακόλουθα δε και ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη διότι δεν απητείτο η συνδρομή ούτε η επίκληση σπουδαίου λόγου, καθόσον η ενάγουσα συνδεόταν με τον εναγόμενο με σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία ελλείψει αντιθέτου ρητής προβλέψεως είναι αορίστου χρόνου καταγγέλλεται μονομερώς οποτεδήποτε και δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται, λόγω της πιο πάνω κρίσης του Εφετείου, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ, η οποία κατά την αναιρεσείουσα δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, αφού η ένδικη σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί κατά το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (τρίτο) σε συνδυασμό με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται και η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω της πιο πάνω κρίσης του Εφετείου, της απόρριψης δηλαδή της αγωγής και ως προς τη νομική της βάση από τη διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, γιατί η αγωγή ως προς τη νομική αυτή βάση της δεν ήταν αντίθετη στο νόμο, λόγω της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως κατά το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ, όπως δέχθηκε το Εφετείο.

Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απορρίφθηκε με αυτήν η αγωγή, ως προς τη νομική της βάση από το άρθρου 281 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 51/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ