Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider evidence on loan repayment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that the lower court failed to consider specific evidence regarding the repayment of a loan. The appellants argued that the appellate court ignored documents proving the debt was paid, despite the appellee's failure to prove otherwise. Consequently, the Supreme Court quashed the final judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(g) and 335-340 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court of first instance failed to consider evidence adduced by the parties, requiring a retrial to ascertain the truth of the claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 805 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 805/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Δ. Δ., το γένος Α. Κ., 2) Γ. Δ. του Δ., 3) Α. Δ. του Δ., 4) Α. Δ. του Δ., 5) Ο. Δ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ναταλία Θεοδωρίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ζ. Κ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2013 μη οριστική και 2874/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1302/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/12/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη από 28-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1302/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε τις ασκηθείσες από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθμό 2874/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, από σύμβαση πωλήσεως και αδικοπραξία, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά του αρχικώς εναγομένου, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του μετά την άσκηση της αγωγής, οι ήδη αναιρεσείοντες, και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, στην αναιρεσίβλητη, το συνολικό ποσό των 73.310 ευρώ. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 447/2015).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης συμψηφισμού που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς εναγομένου, και επανέφεραν με την έφεσή τους, δεν έλαβε υπόψη του, αφενός μεν τα προσκομισθέντα από αυτούς με επίκληση έγγραφα, ήτοι 1)αντίγραφο του υπ'αριθμ....2010 πρώτου απογράφου εκτελεστού του με αριθμ....2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ε.
Τ.-Μ., 2)αντίγραφο της με αριθμ....2010 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Α. Σ. της από 29-4-2010 επιταγής προς πληρωμή του υπ'αριθμ....2020 πρώτου απογράφου εκτελεστού του με αριθμ.... συμβολαίου αγοραπωλησίας και 3) αντίγραφο της με αριθμ....2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Γ.
Δ. της από 6-10-2014 νέας επιταγής προς πληρωμή, από τα οποία(έγγραφα) προκύπτει ότι ενεργοποίησαν την εκτελεστότητα του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, εκδίδοντας απόγραφο και προβαίνοντας στην πρώτη πράξη εκτέλεσης κατ'άρθρο 924 ΚΠολΔ, αφετέρου δε την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία περιέχεται 1) στην από 29-3-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της,2) στην από 5-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης ...
αίτησή της αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης,3) στην από 4-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης ... ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και 4) στην από 4-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την διαδικασία των υπερχρεωμένων του ν.3869/2010,όπου ομολογεί ότι το οφειλόμενο τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 122.104,83 ευρώ βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού, ότι ανέλαβε να το καταβάλει από προϊόν δανείου, ότι δεν το κατέβαλε με το χορηγηθέν εκ του στεγαστικού δανείου ποσό και ότι υποσχέθηκε να το καταβάλει εφόσον εκτιμηθεί εκ νέου η αξία του πωληθέντος ακινήτου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επανέφεραν με την έφεσή τους, τον ισχυρισμό(ένσταση) κατά της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης από την σύμβαση πωλήσεως, περί συμψηφισμού της ληξιπρόθεσμης αξίωσής τους(ανταπαίτησης) λόγω μη έγκαιρης αποπληρωμής του αναγραφόμενου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος ύψους 122.104,83 ευρώ, και 175.850 ευρώ με τους τόκους και τα έξοδα, η οποία(ένσταση) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος κατά το οποίο κρίθηκε ορισμένη ήτοι για το ποσό των 122.104,83 ευρώ, από το Εφετείο, με τις ακόλουθες παραδοχές: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) έλαβε στις 20.1.2006 τραπεζικό δάνειο για την αγορά της οικίας της από την ...
ύψους 122.104,83 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό ... δανειακής σύμβασης το οποίο, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι δεν κατέβαλε στον αρχικώς εναγόμενο, εργολάβο ή τους κληρονόμους αυτού (αναιρεσείοντες), καθόσον οι εναγόμενοι, παρότι ισχυρίζονται ότι δεν καταβλήθηκε το ως άνω ποσόν, για το οποίο προέβαλαν την ένσταση συμψηφισμού με την τυχόν επιδικασθησομένη αγωγική απαίτηση της ενάγουσας, δεν απέδειξαν, ως έχοντες το βάρος απόδειξης, τη μη καταβολή, αφού και οι ίδιοι δεν προέβησαν επί σειρά ετών σε καμία ενέργεια για τη διεκδίκησή του, ενέργεια στην οποία μετά βεβαιότητας θα προέβαιναν αυτοί ή ο δικαιοπάροχός τους, αν είχαν απαιτήσεις σε βάρος της .Επιπλέον είχαν και όλα τα δικαιώματα, που προέκυπταν από τους όρους του συμβολαίου αγοράς του επίδικου ακινήτου, που σε περίπτωση μη καταβολής του προϊόντος δανείου, ήταν εκτελεστός τίτλος που όμως οι ίδιοι δεν ενεργοποίησαν, με επιταγή προς εκτέλεση γεγονός που αποδεικνύει έμμεσα την καταβολή, ως ορθά εκτιμήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτομένου του μόνου λόγου της πρώτης έφεσης ως αβάσιμου...".
Από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειόντων δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού καμία αναφορά δεν γίνεται γι' αυτά στο προπαρατεθέν οικείο μέρος της προσβαλλόμενης, ούτε άλλωστε προκύπτει οποιαδήποτε μνεία αυτών από το λοιπό περιεχόμενο αυτής.
Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (πρώτος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτούς, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ` αριθ. 1302/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενηαπόφαση.
-Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς, για την άσκηση της αναίρεσης.
-Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ