Supreme Court dismisses appeal against sentence for illegal construction, ruling sentencing justification sufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a second-instance conviction for illegal construction. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding the value of the structure and environmental damage when sentencing. The court held that the first-instance judgment contained sufficient detailed justification for the penalty based on the crime's gravity and the defendant's culpability, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 466, 473, 474, 504, 510 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's sentencing reasoning sufficiently addresses the statutory aggravating and mitigating factors without requiring additional specific elaboration on every factual element.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 805 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 805/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασιλάκη, για αναίρεση της απόφασης 2525/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.3.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 276/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-3-2024 αίτηση της Α. Β. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2525/2023 καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της αιτούσας στον γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση αυτής καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, που έλαβε χώρα στις 22-2-2024 (άρθρα 464, 466 παρ.2, 473,474 και 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως και δη αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και παραβίαση δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ,Ε' και ΣΤ' του ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρ. 5 του Ν. 3212/2003, "Οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Με την ίδια ποινή τιμωρούνται και οι μηχανικοί που εκπόνησαν τις μελέτες ή έχουν την επίβλεψη του έργου, αν διαπιστωθεί ότι οι μελέτες δεν εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την εκπόνησή τους ή σύμφωνα με τα εγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης ή αν διαπιστωθεί ότι οι εργασίες δόμησης δεν εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις μελέτες που υποβλήθηκαν ή σύμφωνα με τα εγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Για απλές υπερβάσεις άδειας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη".
Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ενώ κατά την παράγραφο 3 της ιδίας διατάξεως κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς άδεια της παρ.1 ή β) καθ'υπέρβαση της αδείας ή γ)με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ)κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανέγερσης από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη ή εντολέως ή εργολάβου και β) ανέγερση απ` αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγουμένη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή καθ'υπέρβαση αυτής ή με βάση άδεια που ανακλήθηκε(ΑΠ 564/2023).
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία δεν είναι επαρκής, όταν είναι εντελώς τυπική και δεν πρόκειται περί αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό, που προϋποθέτει παράθεση περιστατικών της πράξης στο σκεπτικό, αλλά περιέχει ολική αναφορά και παραπομπή του αιτιολογικού στο διατακτικό της απόφασης.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ` αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 192/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αρ. 2525/2023 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα : "η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη που της αποδίδεται, ήτοι της Παράβασης άρθρου 17§§1,8 α' Ν.1337/83 και ειδικότερα του ότι:
την 12.05.2016 στο δ.δ. ..., στο ξενοδοχείο PANORAMA, ως ιδιοκτήτρια του ανωτέρω ξενοδοχείου, που βρίσκεται στην πιο πάνω περιοχή, με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Ειδικότερα, κατελήφθη να έχει προβεί σε συνέχιση οικοδομικών εργασιών για την ολοκλήρωση κατασκευής κτίσματος, αποτελούμενου από ισόγειο, διαστάσεων είκοσι εννέα (29) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων, πρώτο όροφο διαστάσεων είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων περίπου από οπλισμένο σκυρόδεμα, παρότι είχε κοινοποιηθεί στον Διευθυντή του ως άνω ξενοδοχείου, Ι.
Ν., η υπ' αριθμ. ...-2016 "Άμεση διακοπή Εργασιών Άδειας Δόμησης υπ' αριθμ. .../2016". Στο ίδιο κτίσμα και πάνω από τον πρώτο όροφο είχαν τοποθετήσει κυλοδοκούς (σιδερένιες μεταλλικές κολώνες) και είχε προβεί στην κατασκευή διώροφου κτίσματος διαστάσεων δώδεκα (12) μέτρων επί (16) μέτρων, περίπου, ο κάθε όροφος. Συνολικά, επρόκειτο για ένα κτίσμα, αποτελούμενο από ισόγειο και τρεις ορόφους συνολικών τετραγωνικών, χιλίων διακοσίων τριάντα δύο τετραγωνικών μέτρων (1232 m) περίπου.
Στον αύλειο χώρο του κτίσματος, είχαν γίνει?επιχωματώσεις, σε έκταση πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (500m) περίπου. Οι εν λόγω κατασκευές βρίσκονταν σε ημιτελές στάδιο. Επίσης, είχε προβεί στην ανακαίνιση δεκαέξι (16) ισογείων δωματίων εικοσιπέντε (25) τετραγωνικών περίπου έκαστο, τα οποία βρίσκονται εντός κεντρικού κτηρίου, διαμορφώνοντας εσωτερικά χώρους, αλλάζοντας την διαρρύθμιση αυτών.
Οι εν λόγω κατασκευές βρίσκονταν στο στάδιο της αποπεράτωσης χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα υπεράσπισης, Γ. Ζ. του Α., ότι η ανακαίνιση αφορούσε σε αλλαγή επίπλωσης, για την οποία δεν απαιτούνταν οικοδομική άδεια δε κρίνεται πειστική, αφενός μεν επειδή δεν ήταν παρών κατά την ανακαίνιση αλλά έλαβε γνώση μετά από την ολοκλήρωσή της και δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις εργασίες που έγιναν, αφετέρου δε επειδή αντικρούεται από την έκθεση σύλληψης και βεβαίωσης πλημμελήματος του Υ/Β' Ζ.
Ι. του AT Περιφέρειας Ηρακλείου, στην οποία αναφέρεται ότι σε έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι η ανακαίνιση αφορούσε σε εσωτερική διαμόρφωση των χώρων και αλλαγή της διαρρύθμισης αυτών, εργασίες, δηλαδή, για τις οποίες απαιτείται οικοδομική άδεια. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι στην υπ' αριθμ.
πρωτοκ. ...-2016 απόφαση άμεσης διακοπής εργασιών άδειας δόμησης υπ' αριθμ. .../2016 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη έχει παραδεχτεί ότι προέβη αυτοβούλως σε υπερβάσεις οικοδομικών κατασκευών χωρίς ενημέρωση των επιβλεπόντων μηχανικών και ότι δεν έχουν τηρηθεί εκ μέρους της οι όροι της υπ' αριθμ. .../2016 άδειας δόμησης (βλ.
υπ' αριθμ. 6249/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου).
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως αυτής, υπό τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2α' Π.Κ, όπως και πρωτοδίκως, καθόσον αυτή έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη της για ελαφρό πλημμέλημα".
Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' του Π.Κ. και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό :
"Κηρύσσει την κατηγορουμένη εκκαλούσα ένοχη για την πράξη που της αποδίδεται, ήτοι της Παράβασης άρθρου 17§§1,8 α' Ν.1337/83 και, ειδικότερα, του ότι: την 12.05.2016 στο δ.δ. ..., στο ξενοδοχείο PANORAMA, ως ιδιοκτήτρια στο ανωτέρω ξενοδοχείο που βρίσκεται στην πιο πάνω περιοχή με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής.
Ειδικότερα, κατελήφθη να έχει προβεί σε συνέχιση οικοδομικών εργασιών για την ολοκλήρωση κατασκευής κτίσματος αποτελούμενο από ισόγειο διαστάσεων είκοσι εννέα (29) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων, πρώτο όροφο διαστάσεων είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων περίπου από οπλισμένο σκυρόδεμα, παρότι είχε κοινοποιηθεί στον Διευθυντή του ως άνω ξενοδοχείου, Ι.
Ν., η υπ' αριθμ. ...-2016 "Άμεση διακοπή Εργασιών Άδειας Δόμησης υπ' αριθμ. .../2016". Στο ίδιο κτίσμα και πάνω από τον πρώτο όροφο είχαν τοποθετήσει κυλοδοκούς (σιδερένιες μεταλλικές κολώνες) και είχε προβεί στην κατασκευή διώροφου κτίσματος διαστάσεων δώδεκα (12) μέτρων επί (16) μέτρων περίπου ο κάθε όροφος. Συνολικά, επρόκειτο για ένα χτίσμα αποτελούμενο από ισόγειο και τρεις ορόφους συνολικών τετραγωνικών, χιλίων διακοσίων τριάντα δύο τετραγωνικών μέτρων (1232 m) περίπου.
Στον αύλειο χώρο του κτίσματος, είχαν γίνει επιχωματώσεις, σε έκταση πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (500m) περίπου. Οι εν λόγω κατασκευές βρισκόντουσαν σε ημιτελές στάδιο. Επίσης είχε προβεί στην ανακαίνιση δεκαέξι (16) ισογείων δωματίων εικοσιπέντε (25) τετραγωνικών περίπου έκαστο, τα οποία βρίσκονται εντός κεντρικού κτηρίου, διαμορφώνοντας εσωτερικά τους χώρους αλλάζοντας την διαρρύθμιση αυτών.
Οι εν λόγω κατασκευές βρισκόντουσαν στο στάδιο της αποπεράτωσης, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 17 ν. 1337/1983 , για την οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,2, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 51,53,79 του Π.Κ. και άρθρο 17 παρ. 1, 8 του Νόμου 1337/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται: α) η ιδιότητα με την οποία ενήργησε η αναιρεσείουσα που κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν αυτή της ιδιοκτήτριας του ακινήτου , β)η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών παρότι είχε κοινοποιηθεί σχετικό έγγραφο διακοπής των εργασιών, γεγονός που προσδίδει κατά νόμο τον χαρακτηρισμό του αυθαιρέτου και γ)ο δόλος της αναιρεσείουσας που πηγάζει από την ηθελημένη πραγματοποίηση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που της αποδόθηκε.
Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η εσωτερική διαμόρφωση των χώρων σε δέκα έξι ισόγεια δωμάτια δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανέγερσης αυθαιρέτου κτίσματος, αφού δεν απαιτείται γι'αυτά η λήψη οικοδομικής αδείας, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού εν προκειμένου η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, όπως προεκτέθηκε γιατί συνέχισε τις αναφερόμενες ανωτέρω οικοδομικές εργασίες παρά την κοινοποίηση του υπ'αριθμ. ....2016 εγγράφου διακοπής εργασιών της σχετικής με αρ. .../2016 άδειας δόμησης και όχι γιατί προέβη σε οικοδομικές εργασίες χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής.
Συνακόλουθα ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθέτνων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Έτσι, ταυτότητα πράξης υφίσταται, όταν το αντικείμενο της νέας δίωξης είναι η ίδια αξιόποινη πράξη κατά τα συγκροτούντα εξ αντικειμένου αυτήν πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την από την προγενέστερη απόφαση κριθείσα ή, με άλλους λόγους, όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι των ιδίων κατά το χρόνο και τόπο τέλεσης ιστορικών γεγονότων, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγούμενη, που έχει ήδη κριθεί.
Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 37, 43, 51, 53, 125, 132, 311, 368 εδ. γ' ΚΠοινΔ και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου συνάγεται, ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διάταξης, αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής δίωξης και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη.
Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής δίωξης, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής δίωξης, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen.
Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξης, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά (ΑΠ 721/2022, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 1955/2019, ΑΠ 2022/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως ισχυρίζεται, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου άλλως εκκρεμοδικίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ.), διότι δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό 6249/2022 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την ίδια ακριβώς πράξη, για την οποία, καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της ως άνω με αριθμό 6249/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ως προς την κατωτέρω καταδικαστική της διάταξη, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, κηρύχθηκε ένοχη του ότι: " στις 7.05.2016 στο δ.δ. ..., με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής.
Ειδικότερα, κατελήφθη να έχει προβεί στην κατασκευή κτίσματος αποτελούμενο από ισόγειο διαστάσεων είκοσι εννέα (29) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων, πρώτο όροφο διαστάσεων είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων επί δεκαέξι (16) μέτρων περίπου από οπλισμένο σκυρόδεμα. Στο ίδιο κτίσμα και πάνω από τον πρώτο όροφο είχαν τοποθετήσει κυλοδοκούς (σιδερένιες μεταλλικές κολώνες) και είχε προβεί στην κατασκευή διώροφου κτίσματος διαστάσεων δώδεκα (12) μέτρων επί (16) μέτρων περίπου ο κάθε όροφος.
Συνολικά, επρόκειτο για ένα χτίσμα αποτελούμενο από ισόγειο και τρεις ορόφους συνολικών τετραγωνικών, χιλίων διακοσίων τριάντα δύο τετραγωνικών μέτρων (1232 m) περίπου. Στον αύλειο χώρο του κτίσματος, είχαν γίνει επιχωματώσεις, σε έκταση πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (500m) περίπου, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας".
Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των ανωτέρω δύο αποφάσεων, (6249/2022 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και προσβαλλόμενης), δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της ταυτότητας πράξεως στις δύο περιπτώσεις, επί των οποίων έκριναν τα δύο Δικαστήρια , αφού στην μεν περίπτωση της 6249/2022 απόφασης, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, που έλαβαν χώρα στις 7-5-2016, στην δε προσβαλλόμενη απόφαση για συνέχιση, σε διαφορετικό χρόνο, ήτοι στις 12-5-2016, στο ίδιο ακίνητο, των οικοδομικών εργασιών παρότι η σχετική άδεια είχε ανακληθεί.
Οι δύο αυτές πράξεις αποτελούν αυτοτελή και διακεκριμένα αδικήματα, κατά την έννοια του άρθρου 94 του Π.Κ., τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται έκαστο αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μην απορρέει δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία από την καταδίκη της αναιρεσείουσας με την προαναφερθείσα 6249/2022 απόφαση.
Συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου για αυτή, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξη του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται(ΑΠ 41/2023, ΑΠ 564/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφαση του, προέβη στην επιμέτρηση της ποινής με το ακόλουθο αιτιολογικό κατά πιστή μεταφορά: "Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι` αυτό.
Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ.2).
Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του(παρ.3).
Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ.4).
Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ.5).
Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ.6). Στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής πρέπει που επέβαλε(παρ.7).
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στην κηρυχθείσα ένοχη κατηγορούμενη εκκαλούσα, η ποινή που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη πέραν όλων των προαναφερθέντων στοιχείων και τη μεγάλη αξία του αυθαιρέτου έργου και τον μεγάλο βαθμό υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος".
Από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που επέβαλε στην ως άνω αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, με βάση τη βαρύτητα του αδικήματος και το βαθμό ενοχής της, έλαβε δε υπόψη και εκτίμησε όλους τους προαναφερόμενους κανόνες, που ορίζονται στο άρθρο 79 του Π.Κ., αλλά και τα απαιτούμενα από την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, επιπλέον στοιχεία της αξίας του αυθαιρέτου κτίσματος και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος από την κατασκευή αυτή, με ειδική αναφορά στα τελευταία αυτά στοιχεία, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των ειδικών και εμπεριστατωμένων αιτιολογιών της απόφασης, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.
Συνακόλουθα ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, για την επιμέτρηση της ποινής δεν διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ.)κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2024 αίτηση της Α. Β. του Γ. , κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αρ. 2525/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Επιβάλλει σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ