Legislator Case Law & Legislation
805/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim failing to meet Article 281 Civil Code threshold.

Case Number 805/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant company's appeal against the Second Instance Court's rejection of the municipality's lease termination claim. The tenant argued that the landlord abused its right by waiting twelve years to terminate the lease without prior notice, causing significant economic harm. The court held that mere inactivity and financial consequences do not constitute the abuse of right prohibited under Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; The court ruled that a delay in exercising a contractual right and resulting economic disadvantages alone do not satisfy the legal requirements for abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Keywords

AI generated
abuse of right Civil Code Article 281 lease termination procedural appeal good faith principle

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Lawyers Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 805 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 805/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. εταιρείας με την επωνυμία «Α. Φ. - Δ. Ν. Κ. Σ. Ο. - Σ. «Ο., που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ", που εδρεύει στη Φαρκαδόνα Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΟΙΧΑΛΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατσαφάρου - Χιντζίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 21-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../30-5-2019), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 142/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την από 10-3-2015 (αριθμ.

καταθ. ../2015)αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, για χρονικό διάστημα είκοσι πέντε ετών, το αναφερόμενο σε αυτήν ακίνητο [αγροτεμάχιο], με τα επ' αυτού σφαγεία, αντί ετήσιου μισθώματος 30,00 ευρώ ανά στρέμμα, καθώς και ποσοστό 9,21% επί των ακαθάριστων εσόδων των σφαγείων και ζήτησε, μεταξύ άλλων (που δεν ενδιαφέρουν τη παρούσα δίκη), να υποχρεωθεί η εναγομένη-μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία, να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, λόγω καταγγελίας της μίσθωσης, εξαιτίας καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος λόγω δυστροπίας, για το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως και 2014, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και να του καταβάλει, ως οφειλόμενα μισθώματα του ως άνω χρονικού διαστήματος, το ποσό των 630.963,85 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η με αριθμ. 27/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και ειδικότερα, κατά το σκέλος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε με την έγγραφη καταγγελία, λόγω δυστροπίας της εναγομένης ως προς την καταβολή του μισθώματος, υποχρεώνοντας την τελευταία να αποδώσει στον ενάγοντα Δήμο τη χρήση του μισθίου ακινήτου και να του καταβάλει, ως οφειλόμενα μισθώματα, τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν, η μεν εναγομένη την με αριθμ. 8/15-3-2017 έφεση, με την οποία αιτήθηκε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της, ο δε ενάγων την με αριθμ. 59/11-7-2017 έφεση, με την οποία αιτήθηκε, την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής του. Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμ. 142/2019 απόφαση, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την με αριθμ. 59/11-7-2017 έφεση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Δήμου και δέχθηκε κατ' ουσία (κατά ένα μέρος) την με αριθμ. 8/15-3-2017 έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την με αριθμ. 91/2015 αγωγή και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε την εναγόμενη-εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία να αποδώσει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο Δήμο τη χρήση του ένδικου μισθίου ακινήτου, με τα συστατικά και παραρτήματά του, καθώς και να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενα μισθώματα των ετών 2007 έως 2014.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 574 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, κατ' άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, με τη σύμβαση μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341, 342 και 596 του ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια, ότι η κύρια υποχρέωση του μισθωτή για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσης είναι η καταβολή του μισθώματος κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσης αυτού, διαφορετικά ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ορισμένης ημέρας και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητά του, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας τεκμαίρεται με μόνο την παρέλευση του χρόνου καταβολής, αίρεται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 του ΑΚ, μόνο αν ο μισθωτής επικαλεστεί και αποδείξει, (κατ` ένσταση), ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 597 του ΑΚ, που επίσης εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, προκύπτει ότι, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει και με αγωγή πριν από ένα μήνα τη μίσθωση, της οποίας η διάρκεια συμφωνήθηκε για ένα και πλέον έτος. Έτσι, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής επέρχεται η λύση της μίσθωσης εκτός αν ο μισθωτής μέσα στην ίδια προθεσμία κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα με συνέπεια να καταστήσει ανίσχυρη την καταγγελία (ΑΠ 852/2018, ΑΠ 1054/2017, ΑΠ 159/2015).

Τέλος, επιτρέπεται η καταβολή με δημόσια κατάθεση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού αυτής. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 597, 349, 427, 431, 432 του ΑΚ, προϋπόθεση του δικαιώματος του οφειλέτη να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλόμενου ποσού είναι, είτε η υπερημερία του δανειστή, περιερχομένου σ' αυτήν όταν αρνείται την προσηκόντως και πραγματικώς προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, είτε η αδυναμία της εκπλήρωσης της υποχρέωσης του οφειλέτη "εν ασφάλεια" ένεκα λόγου που αφορά στο πρόσωπο του δανειστή ή ένεκα εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή, κατ' άρθρο 434 του ΑΚ.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια. Η δυστροπία του μισθωτή όμως δεν αναιρείται με τη δημόσια κατάθεση εκ μέρους του των οφειλομένων μισθωμάτων, ούτε επέρχεται εξ αυτού απόσβεση της ενοχής, εφόσον η κατάθεση δεν γίνει στο χρόνο που έπρεπε, κατά την σύμβαση, να πληρωθούν τα μισθώματα (ΑΠ 921/1997).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Έτι περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 2/2022). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 130/2020).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1096/2021).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 262/2020).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος, όμως αυτός, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τη λύση της ένδικης μίσθωσης, ύστερα από καταγγελία που έγινε από τον εκμισθωτή, εξαιτίας της υπερημερίας της μισθώτριας για την πληρωμή των μισθωμάτων: "....ο εφεσίβλητος - εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) "Δήμος Φαρκαδόνας" είναι ο (Καλλικρατικός) καθολικός διάδοχος του προγενέστερου (Καποδιστριακού) Δήμου Οιχαλίας της Περιφέρειας Τρικάλων.

Ο Δήμος Οιχαλίας......δυνάμει του υπ'αριθμ. 25.355/28-11-2003 συμφωνητικού μίσθωσης της Συμβ/φου Φαρκαδόνας Α. Τ. - Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα, ενεργώντας σύμφωνα με το νόμο, παραδεκτά, εκμίσθωσε στην εκκαλούσα -εφεσίβλητη ΟΕ (ήδη αναιρεσείουσα) ένα αγρό ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στην αγροτική περιφέρειά του (του Δήμου Οιχαλίας).

Ο αγρός αυτός είναι εμβαδού 11.333,28 τμ, όπως λεπτομερώς εκεί περιγράφεται κατά θέση, πλευρικές διαστάσεις και όρια. Η μίσθωση ορίστηκε για 25 έτη, αρχής γενομένης από 28-11-2003, μίσθωμα τα 30€ ανά στρέμμα ετησίως, καταβαλλόμενο μέχρι τις 30 Σεπτ. κάθε έτους και αναπροσαρμοζόμενο κατά τον τιμάριθμο (βλ. μισθωτήριο).

Ρητά συμφωνήθηκε ότι στο μίσθιο ακίνητο, κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα, η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ έπρεπε να κατασκευάσει οίκημα, να εγκαταστήσει και η ίδια να προβεί σε λειτουργία και εκμετάλλευση εμπορικής επιχείρησης με αντικείμενο σφαγεία ζώων κλπ.. Οι εργασίες κατασκευής του οικήματος αποπερατώθηκαν το έτος 2004 και τον Δεκέμβριο 2004 άρχισε να λειτουργεί η επιχείρηση (σφαγείων).

Δυνάμει του από 28-6-2005 ιδιωτικού εγγράφου, μεταγενέστερου και συμπληρωματικού του παραπάνω συμβολαιογραφικού μισθωτηρίου, ο Δήμος Οιχαλίας εκμίσθωσε στην εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ και ένα άλλο αγρό εμβαδού 6.346,12 τμ, όμορο του παραπάνω, ομοίως ιδιοκτησίας του, επίσης για 25 έτη, με ίδιο μίσθωμα 30€ ανά στρέμμα ετησίως, αναπροσαρμοζόμενο κατά τον τιμάριθμο και καταβαλλόμενο μέχρι και τις 30 Σεπτ.

κάθε έτους. Και το ακίνητο αυτό θα χρησιμοποιούσε η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ για τις ανάγκες της επιχείρησης των σφαγείων. Συμφωνήθηκε επίσης (με το από 28-6-2005 ιδιωτικό έγγραφο) ότι η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ όφειλε να καταβάλλει ως μίσθωμα στον Δήμο Οιχαλίας, αθροιστικά με τα, ως άνω, 30€ ανά στρέμμα (που αφορούν και τους δύο πλέον αγρούς) και άλλα επιπλέον χρήματα ετησίως.

Τα επιπλέον αυτά χρήματα....συμφωνήθηκε να αντιστοιχούν στο ποσοστό 9,21% επί των ακαθαρίστων εσόδων της και τα οποία θα προέρχονται από τις αμοιβές της, μόνο όμως, από την σφαγή των ζώων και την παραμονή των σφαγίων στους ψυκτικούς της θαλάμους. Ήτοι ότι δεν προέρχονται από καταλογισμό στο σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων της.

Τα έσοδα αυτά (καταλογιστέα, συμφωνήθηκε εγγράφως ότι) θα προκύπτουν και θα εξατομικεύονται από τις φορολογικές δηλώσεις της, αντίγραφα των οποίων διαδοχικά αυτή θα χορηγεί στον εκμισθωτή. Ρητά συμφωνήθηκε επίσης, εγγράφως, (και) ότι τα καταβλητέα χρήματα που θα προέρχονται από το καταβληθησόμενο ποσοστιαίο μίσθωμα του 9,21% δεν θα υπολείπεται των 9.000€ ετησίως.

Ήτοι (εκτιμάται ότι) συμφωνήθηκε ότι το επιπρόσθετο αυτό μίσθωμα ποτέ δεν θα υπολείπεται των 9.000€ ετησίως, ακόμα και αν τα αντίστοιχα χρήματα, από την προκύπτουσα ως άνω ποσοστιαία χρηματική αναλογία (9,21%) επί των παραπάνω ακαθαρίστων εσόδων, θα υπολείπονται του ποσού αυτού. Μέσα στο έτος 2005 η εκκαλούσα-εφεσίβλητη ΟΕ κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εκμισθωτή Δήμο την αναλογία του 9,21% επί των ως άνω συμφωνηθέντων ακαθαρίστων εσόδων της και που αντιστοιχεί στην χρήση του μηνός Δεκεμβρίου 2004.

Δεν προέκυψε όμως αν καταβλήθηκε και το αντίστοιχο μίσθωμα των 30€ ανά στρέμμα, πλην όμως ο εφεσίβλητος - εκκαλών Δήμος ουδέποτε φέρεται να ήγειρε αντίστοιχες αξιώσεις. Ο εκμισθωτής Δήμος άσκησε στο Μ. Πρ. Τρικάλων την, άλλη - διάφορη και προγενέστερη της ήδη επίδικης, υπ'αριθμ. 496/23-4-2007 αγωγή, κατά της μισθώτριας ΟΕ.

Ιστορούσε εκεί ότι η μισθώτρια ΟΕ, και μόνον κατόπιν εξωδίκου οχλήσεώς του, αυθαίρετα του κατέβαλε το ποσό των 17.304,12€ ως μίσθωμα προκύπτον με βάση το ποσοστό 9,21% επί των ακαθαρίστων εσόδων της, για την χρήση του έτους 2005, πλην όμως ότι αυτό υπολείπεται του πραγματικά καταβλητέου (με βάση τα συνολικά ακαθάριστα εισοδήματά της), κατά τους εκεί ειδικότερα εκτιθέμενους υπολογισμούς και ισχυρισμούς.

Ζήτησε δε την καταψήφιση 50.909,58€ ως αναλογούντος και πέραν του ήδη καταβληθέντος ποσού ως μίσθωμα, για το έτος 2005, με βάση τα εκεί αναφερόμενα ως προκύψαντα έγγραφα πραγματικά στοιχεία. Ομοίως επισημαίνεται....ότι και για την μισθωτική χρήση του έτους 2005, ουδεμία αξίωση εγέρθηκε, με βάση το μίσθωμα των 30€ ανά στρέμμα.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 9-1-2008....ερήμην της μισθώτριας ΟΕ και έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη με την υπ'αριθμ. 119/11-4-2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Μετά την νομότυπη όμως άσκηση της υπ'αριθμ. 150/25-7-2008 εφέσεως, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 555/1-9-2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατ'αντιμωλία των διαδίκων, που,....εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Ειδικότερα, η τελεσίδικη αυτή απόφαση δέχθηκε ότι πράγματι το καταβληθέν ποσό των 17.304,12€ αντιστοιχεί στο συμφωνηθέν ποσοστό του 9,21% επί του ποσού των 187.884€ που - ακαθάριστα - εισέπραξε η μισθώτρια (μόνο) από την σφαγή και διατήρηση των σφαγίων στους ψυκτικούς της θαλάμους. Συγχρόνως δέχθηκε ότι τα πλέον αυτών ακαθάριστα έσοδά της, που σωρευτικά, στην κριθείσα αγωγή, είχε υπολογίσει και συνεκτιμήσει ο εκεί εφεσίβλητος Δήμος, εξαιρούνται του συμβατικά ποσοστιαίου μισθωτικού (συν)υπολογισμού.

Στην....ένδικη (υπ'αριθμ. 91/13-3-2015) αγωγή, κατ'εκτίμηση του δικογράφου, ο ενάγων Δήμος ιστορεί ότι εσφαλμένα συμφωνήθηκε με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό (άλλως ότι εκεί αναγράφτηκε) ότι το καταβλητέο μίσθωμα σε ποσοστό 9,21% θα υπολογίζεται μόνο με βάση τα ακαθάριστα έσοδα της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ που θα προκύπτουν από την σφαγή και διατήρηση των σφαγίων στους ψυκτικούς θαλάμους.

Επιδίωξε να αναγνωριστεί δικαστικά ότι η ποσοστιαία αυτή αναλογία πρέπει να επεκταθεί αφενός μεν σε όλα τα ακαθάριστα έσοδα της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ, αφετέρου και στα ακαθάριστα έσοδα άλλης (εδώ μη διαδίκου) ΟΕ, αλλά και του σωματείου εκδοροσφαγέων που φέρονται να εδρεύουν στο ίδιο μίσθιο ακίνητο (κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα και ισχυριζόμενα).

Στα πλαίσια αυτά ιστορεί....ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2005 πρέπει να καταβληθούν, πέραν των ήδη (ως άνω) καταβληθέντων, άλλες 50.909,58€, ενώ ότι έχει καταβληθεί η στρεμματική αναλογία των 30€. Ιστορεί επίσης ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2006 έχουν καταβληθεί μόνο 12.069,76€ και ότι πρέπει να καταβληθούν άλλες 54.232,1€, ενώ η στρεμματική αναλογία των 30€ έχει καταβληθεί.

Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2007 έχουν καταβληθεί μόνο 9.685,02€ και ότι πρέπει να καταβληθούν άλλες 54.947,13€, ενώ η στρεμματική αναλογία των 30€ δεν έχει καταβληθεί με αντίστοιχη υπερημερία της οφειλέτριας ΟΕ. Ότι για τη μισθωτική χρήση του έτους 2008 έχουν καταβληθεί μόνο 11.040,92€ και ότι πρέπει να καταβληθούν άλλες 62.241,12€, ενώ η στρεμματική αναλογία των 30€ δεν έχει καταβληθεί, οφείλεται ακόμα με αντίστοιχη υπερημερία της οφειλέτριας.

Ότι για τη μισθωτική χρήση του έτους 2009 δεν έχει καταβληθεί ολοσχερώς μίσθωμα και το οποίο (κατά το ποσοστό 9,21%) υπολογίζει στις 89.988,44€, κατά δε την συμβατικά αναπροσαρμοσθείσα στρεμματική αναλογία των 30€ στα 591,51€. Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2010 δεν έχει καταβληθεί μίσθωμα και το οποίο κατά το ποσοστό 9,21% υπολογίζει ότι ανέρχεται στις 76.350,85€, κατά δε την στρεμματική αναλογία των 30€ στα 624,63€.

Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2011 δεν έχει καταβληθεί μίσθωμα και το οποίο κατά το ποσοστό 9,21% υπολογίζει ότι ανέρχεται στις 72.990,18€, κατά δε την στρεμματική αναλογία των 30€ στα 643,99€. Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2012 δεν έχε καταβληθεί μίσθωμα και το οποίο κατά το ποσοστό των 9,21% υπολογίζει ότι ανέρχεται στις 63.955,12€, κατά δε την στρεμματική αναλογία των 30€ στα 649,78€.

Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2013 δεν έχει καταβληθεί μίσθωμα και το οποίο κατά το ποσοστό των 9,21% υπολογίζει ότι ανέρχεται στις 58.809,30€ ετησίως, κατά δε την στρεμματική αναλογία των 30€ στα 656,92€. Ότι για την μισθωτική χρήση του έτους 2014 δεν καταβλήθηκε μίσθωμα και το οποίο κατά το ποσοστό των 9,21% υπολογίζει ότι ανέρχεται στις 41.562,06€, κατά δε την στρεμματική αναλογία των 30€ στα 662,17€.

Ιστορεί τέλος ότι και για το έτος 2015 (εντός του οποίου εγέρθηκε η αγωγή) δεν καταβλήθηκε, ούτε μέλλεται να καταβληθεί μίσθωμα έως και την συμβατικά ορισθείσα 30 Σεπτ. 2015, που όμως δεν προσδιορίζει (το μίσθωμα) ούτε αριθμητικά ούτε αναλογικά. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος - εκκαλών Δήμος, με την αγωγή του αυτή, κατήγγειλε την μίσθωση λόγω δυστροπίας (άρθρο 597 εδ.1 ΑΚ), επικουρικά δε, κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα και επικαλούμενα ως παραβατικά της μισθωτικής σύμβασης πραγματικά περιστατικά, την κατήγγειλε (και ως) λόγω κακής χρήσης του μισθίου (άρθρο 594 ΑΚ).

Ζήτησε δε, ....α)......,β).......,γ)......,δ)......,ε) να υποχρεωθεί η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ, καθώς και κάθε τρίτος που έλκει έννομο όφελος να του αποδώσει το μίσθιο ακίνητο λόγω της καταγγελίας και συνάμα λήξης της μίσθωσης, στ) να υποχρεωθεί η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ να του καταβάλλει συνολικά και νομιμοτόκως από της υπερημερίας 630.963,85€ ως οφειλόμενα μισθώματα και ζ) να καταψηφιστούν σε βάρος της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ 68.992,15€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του εφεσίβλητου-εκκαλούντος Δήμου, κατά την εκεί επικαλούμενη αδικοπραξία.

Η αγωγή αυτή....συζητήθηκε....στις 2-11-2016, ερήμην της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ. Επακολούθησε δε η έκδοση της....εκκαλούμενης, υπ'αριθμ. 27/13-2-2017, οριστικής απόφασης του Μ. Πρ. Τρικάλων. Δυνάμει της απόφασης αυτής απορρίφθηκε το επιμέρους αίτημα της καταψήφισης 50.909,58€ ως υπόλοιπο οφειλόμενο μίσθωμα για την μισθωτική χρήση του έτους 2005, ως καταλαμβανόμενο από το δεδικασμένο που δημιούργησε η.....υπ' αριθμ. 555/2011 οριστική απόφαση του Εφ.

Λάρισας. Ομοίως ως καλυπτόμενο από το ίδιο δεδικασμένο απορρίφθηκε το αίτημα για εξαρχής νέο υπολογισμό του αναλογικού μισθώματος σε ποσοστό 9,21% επί των συνολικών ακαθαρίστων εσόδων της ΟΕ. Οριστικοποιήθηκε έτσι ότι το μέρος του ποσοστιαίου και καταβλητέου αυτού μισθώματος θα υπολογίζεται αποκλειστικά και μόνο από την σφαγή και διατήρηση των σφαγίων στους ψυκτικούς θαλάμους της ΟΕ.

Στα πλαίσια αυτά η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, με βάση τις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ, ορθά δέχθηκε ότι για το μισθωτικό έτος 2006 το ποσό των 12.069,76€, που η ΟΕ κατέβαλε ως ποσοστιαίο μίσθωμα 9,21% μόνο με βάση τα ακαθάριστα έσοδά της που προήλθαν από σφαγή και διατήρηση των σφαγίων στους ψυκτικούς θαλάμους, είναι το πράγματι συμβατικά καταβλητέο.

Δέχθηκε επίσης, ορθά κατά την αντίστοιχη ομολογία, ότι καταβλήθηκε και το αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα των 30€ ανά στρέμμα. Ομοίως ορθά και με τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, για το μισθωτικό έτος 2007, δέχθηκε ότι καλώς καταβλήθηκαν 9.685,02€ ως το ίδιο ποσοστιαίο μίσθωμα. Δέχθηκε όμως ότι οφείλονται και ότι δεν καταβλήθηκαν τα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα, συνολικού ύψους 561,57€.

Επίσης τα ίδια δέχθηκε, ορθά και με τον ίδιο τρόπο, για το μισθωτικό έτος 2008, ότι καλώς καταβλήθηκαν 11.040,64€ και μόνο ως προς το ποσοστιαίο μίσθωμα του 9,21%. Απεναντίας, πρωτόδικα, δεν προέκυψε η καταβολή των αναπροσαρμοσθέντων 30€ ανά στρέμμα και συνεπώς ορθώς κρίθηκε υπερήμερη η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ ως προς την καταβολή του μέρους αυτού του συμφωνηθέντος (αθροιστικά καταβλητέου) μισθώματος συνολικού ύψους 587,40€ (που αφορά την μισθωτική χρήση του έτους 2008).

Για τα έτη 2009 και επόμενα, ήτοι μέχρι και την έγερση της αγωγής,.....δεν προέκυψε η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ να έχει καταβάλλει την συμβατικά μερική μισθωτική της υποχρέωση των αναπροσαρμοσθέντων 30€ ανά στρέμμα. Επίσης ουδέποτε (και για λόγους που δεν προέκυψαν) αυτή προσκόμισε στον εφεσίβλητο Δήμο τα σχετικά φορολογικά της στοιχεία για να προσδιοριστεί η καταβλητέα ποσοστιαία αναλογία του 9,21% επί των ως άνω (επιμέρους) εισοδημάτων της και που αντιστοιχούν στο λοιπό μέρος του μισθώματος.

Τέλος και μέχρι την έγερση της αγωγής δεν προέκυψε αυτή να έχει καταβάλλει χρήματα ως μίσθωμα για τα έτη αυτά, τα οποία να καταλογίζει στο παραπάνω μισθωτικό ποσοστό (9,21%). Ορθώς λοιπόν, πρωτόδικα, η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ (παρά τα αντίθετα από την ίδια υποστηριζόμενα, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα) κρίθηκε υπερήμερη στην καταβολή των ως άνω μισθωμάτων (ήτοι των ετών 2007 και 2008 μόνο για το πάγιο μίσθωμα των 30€ ανά στρέμμα και από το 2009 μέχρι την έγερση της αγωγής και για το πάγιο και για το αναλογικό μίσθωμα).

Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, στα πλαίσια του εγχειρήματος για προσδιορισμό του καταβλητέου (κατά το αγωγικό αίτημα) ποσοστιαίου μισθώματος, προέβη σε επιμέρους....παραβάσεις και υπερβάσεις εκτιμήσεων, των πραγματικών και των συμβατικά καθορισθέντων στοιχείων, αλλά και επί των υπολογισμών του.

Ειδικότερα, για το έτος 2009, υπολόγισε την καταβλητέα μισθωτική ποσοστιαία αναλογία του 9,21% (α) με βάση το από 14-1-2010 Ετήσιο Δελτίο Κρεοσκοπικών Ελέγχων και Αποτελεσμάτων που εξέδωσε η Διεύθυνση Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Τρικάλων και προσκόμισε ενώπιον του ο εφεσίβλητος - εκκαλών Δήμος, σε συνδυασμό (β) με την υπ'αριθμ. 91/2006 απόφαση του Δ.

Σ. του Δήμου, (γ) τα εκεί αναφερόμενα δελτία παροχής υπηρεσιών και (δ) τις ομοίως εκεί αναφερόμενες αποδείξεις είσπραξης εισφορών. Προέβη δε στην ενέργεια αυτή γνωρίζοντας μεν το δεδικασμένο του υπολογισμού του ποσοστιαίου μισθώματος που απορρέει από την παραπάνω υπ'αριθμ. 555/2011 τελεσίδικη απόφαση πλην όμως (εσφαλμένα) δέχθηκε ότι και τα αμέσως παραπάνω παρατιθέμενα έγγραφα είναι αποδεικτικά μέσα, δηλωτικά του συμφωνηθέντος μισθώματος, καθώς επίσης ότι η καταρτισθείσα μισθωτική συμφωνία δυνάμει του από 28-6-2005 ανωτέρω ιδιωτικού εγγράφου είναι δεκτική ανταττόδειξης.

Αντ' αυτών των υπολογισμών και εκτιμήσεων όμως (στα πλαίσια των ισχυρισμών του εφεσίβλητου - εκκαλούντος Δήμου), το πρωτόδικο Δικαστήριο, ελλείψει προσκομιδής και επικλήσεως των συμφωνηθέντων παραστατικών για προσδιορισμό του ύψους του αντίστοιχου μισθώματος, θα έπρεπε είτε να είχε απορρίψει το κάθε ένα αντίστοιχο ένδικο αίτημα ως μη αποδειχθέν, είτε να είχε ενεργοποιήσει (καθόσον ισχυρή παραμένει ακόμα) την έγγραφη επικουρική μισθωτική βάση των 9.000€ ως ετήσιο ποσοστιαίο μίσθωμα, που, όπως προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε ως καταβλητέο για την περίπτωση που το μισθωτικό ποσοστό του 9,21%, με βάση τα παραπάνω ακαθάριστα έσοδα, υπολείπεται του ποσού αυτού.

Ήτοι και παρά τους διαφορετικούς ισχυρισμούς της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ, ευχερώς είχε την δυνατότητα να ενεργοποιήσει αυτό το συμβατικό όρο (κατά τα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα) διότι εφόσον δεν προέκυπταν τα συμβατικώς συνεκτιμώμενα ακαθάριστα έσοδα της ΟΕ, για προσδιορισμό του ποσοστιαίου μισθώματος, ήταν αδύνατο να εντοπιστεί αν το αντίστοιχα καταβλητέο ετήσιο ποσοστιαίο μίσθωμα θα υπερέβαινε ή μη τις 9.000€.

Ειδικότερα και για λόγους που δεν ερευνά το παρόν Δικαστήριο, τα συμβληθέντα μέρη συμφώνησαν το καταβλητέο ποσοστιαίο μίσθωμα κατά τα ως άνω. Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε να τοποθετηθεί στο αγωγικό αίτημα περί προσδιορισμού και καθορισμού των επίδικων ποσοστιαίων και αναλογικών μισθωμάτων.

Κατά την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και της προγενέστερης υπ'αριθμ. 555/2011, ως άνω, τελεσίδικης απόφασης, το ποσοστιαίο μίσθωμα εξάγεται με συμβατικό κριτήριο μόνο τα παραπάνω ακαθάριστα έσοδα και δη αυτά που αναγράφονται στις πραγματικά υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις. Το παρόν Δικαστήριο όμως εκτιμά ως ελλιπή αυτόν τον συμβατικά ορισθέντα όρο περί υπολογισμού του ποσοστιαίου μισθώματος.

Συγκεκριμένα δεν ορίστηκε τρόπος υπολογισμού του ποσοστιαίου μισθώματος στην περίπτωση που η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ εκούσια ή και ακούσια δεν υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις στην αρμόδια ΔΟΥ, παραβαίνοντας έτσι και ειδικές ποινικές διατάξεις. Ήτοι, εκτιμάται ότι, στην περίπτωση αυτή θα παρέμενε ισχυρή η συμβατική υποχρέωσή της για καταβολή του ποσοστιαίου μισθώματος, άλλως ποσού που αντιστοιχεί στο μέρος αυτό του μισθώματος.

Για τον προσδιορισμό όμως αυτού, το Δικαστήριο ....., πρέπει να ανατρέξει στην πραγματική βούληση των μερών και να προχωρήσει έτσι σε ερμηνεία....της έγγραφης μισθωτικής σύμβασης. Δεδομένου......ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμβατικά όρισαν πλαφόν στο κατώτατο καταβλητέο ποσοστιαίο μίσθωμα, ευχερώς και αβίαστα εκτιμάται....ότι η συμφωνία αυτή πρέπει να αναπληρώσει το ως άνω κενό, όπως αυτό ήδη εντοπίστηκε και προεκτέθηκε.

Κατ'ακολουθίαν λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έπρεπε να είχε ορίσει, τα οφειλόμενα και μη καταβληθέντα ποσοστιαία μισθώματα, στα 9.000€ το καθένα ετησίως, αντί να τα υπολογίσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Έσφαλε λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο που όρισε διαφορετικά τα ποσοστιαία αυτά μισθώματα και ως προς το οικείο σκέλος η πρωτόδικη απόφαση πρέπει κατά ένα μέρος να εξαφανιστεί, κατά το συνολικό αίτημα, της υπ'αριθμ. 8/2017 έφεσης, για εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.

Ορθώς όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσδιόρισε το λοιπό πάγιο μίσθωμα, για το έτος 2009, στα 591,51€, με βάση τα, κατά τον τρέχοντα τιμάριθμο, αναπροαρμοσθέντα, 30€ ανά στρέμμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ομοίως, με βάση το από 2010 δελτίο κρεοσκοπικών ελέγχων, τα λοιπά ίδια ως άνω έγγραφα και το ίδιο, όπως παραπάνω, σκεπτικό του περί δυνατότητας ανταπόδειξης της μισθωτικής σύμβασης, για δεύτερη φορά εσφαλμένα μεν υπολόγισε το ποσοστιαίο μίσθωμα με βάση το 9,21%, ορθά δε τα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα, στα συνολικά 624,63€.

Ομοίως, με βάση το από 2011 δελτίο κρεοσκοπικών ελέγχων, τα λοιπά ως άνω έγγραφα και το ίδιο σκεπτικό περί δυνατότητας ανταπόδειξης της μισθωτικής σύμβασης, πάλι εσφαλμένα, για το έτος 2011, υπολόγισε το μίσθωμα κατά το ποσοστό του 9,21%, ορθά όμως τα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα στα συνολικά 643,99€. Και για το έτος 2012, με βάση το από 2012 δελτίο κρεοσκοπικών ελέγχων, τα ίδια λοιπά έγγραφα και το ίδιο σκεπτικό περί ανταπόδειξης, επίσης εσφαλμένα υπολόγισε το μίσθωμα κατά το ποσοστό του 9,21%, ορθά όμως τα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα στα συνολικά 649,78€.

Για το έτος 2013, με βάση το από 2013 δελτίο κρεοσκοπικών ελέγχων, τα ίδια λοιπά έγγραφα και το ίδιο σκεπτικό περί ανταπόδειξης, ομοίως εσφαλμένα μεν υπολόγισε το αναλογούν μίσθωμα κατά το ποσοστό 9,21%, ορθά δε τα καταβλητέα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα, στα συνολικά 656,92€. Για δε το έτος 2014, με βάση το από 2014 δελτίο κρεοσκοπικών ελέγχων, τα ίδια λοιπά έγγραφα και το ίδιο σκεπτικό περί δυνατότητας ανταπόδειξης, εσφαλμένα υπολόγισε το αναλογούν μίσθωμα κατά το ποσοστό του 9,21%, ορθά όμως τα αναπροσαρμοσθέντα 30€ ανά στρέμμα στο συνολικό ποσό των 662,17€.

Ορθώς, τέλος, δεν αναφέρθηκε στα οφειλόμενα μισθώματα του έτους 2015, λόγω της παντελώς αόριστης, εν γένει, αναφοράς τους στην ένδικη αγωγή. Παρά τους, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένους ένδικους υπολογισμούς προς προσδιορισμό μέρους του καταβλητέου ποσοστιαίου (9,21%) μισθώματος, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ, πράγματι παντελώς δεν κατέβαλλε χρήματα που να αφορούν τα μισθώματα των ανωτέρω ετών (από το 2007 έως το 2014).

Ορθώς λοιπόν, ελλείψει αντίλογου, άλλως αντίκρουσης, λόγω της ερημοδικίας, αυτή κρίθηκε ως, αντίστοιχα, υπερήμερη οφειλέτρια. Στα πλαίσια αυτά, ορθώς, κρίθηκε πρωτόδικα ως ισχυρή (και επιφέρουσα τα αποτελέσματά της) η, δυνάμει της αγωγής, καταγγελία της μίσθωσης λόγω δυστροπίας, τα αποτελέσματα της οποίας (χάριν ασφαλείας εκτιμάται ότι) ενεργοποιήθηκαν στις 18-4-2015 (καθόσον αντίγραφο της αγωγής νομότυπα είχε επιδοθεί στις 17-3-2015), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πρωτόδικη απόφαση.

Ορθώς λοιπόν, κατ'επέκταση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διέταξε την εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ (και κάθε τρίτο που έλκει έννομο όφελος) να αποδώσει στον εφεσίβλητο - εκκαλούντα Δήμο το μίσθιο ακίνητο. Παρά το ότι κρίθηκε ως λυθείσα η επίδικη μισθωτική σύμβαση και ρητά διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου ακινήτου στον εκμισθωτή, ως εκ περισσού, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς μάλιστα και να υπάρχει πλέον αντίστοιχο νομικό και εδαφικό έρεισμα (καθόσον πλέον η μίσθωση δεν υπάρχει), η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, έκρινε (α) άκυρο τον έγγραφο συμβατικό όρο περί δυνατότητας υπεκμίσθωσης μέρους του μισθίου, από μέρους της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ΟΕ, καθώς επίσης (β) κήρυξε ως άκυρες.....τις εκεί αναφερόμενες δύο (2) συμβάσεις υπομίσθωσης.....Η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ, νομότυπα υποβάλλει την ένσταση της υπερημερίας του δανειστή (ήτοι του εφεσίβλητου - εκκαλούντα Δήμου) σχετικά με την είσπραξη των επίδικων μισθωμάτων.

Επικουρικά δε, ομοίως νομότυπα, υποβάλλει την ένσταση της εξόφλησης των μισθωμάτων αυτών με Δημόσια Παρακατάθεση. Ειδικότερα.....ιστορεί ότι με την υπ'αριθ,. 91/19-6-2006 απόφαση του Δημ. Συμβ. (αρχικά) ο τότε Δήμος Οιχαλίας απέκρουσε την από μέρους της πραγματική προσφορά του μισθώματος του έτους 2006, χωρίς όμως και να διαχωρίζει αν αναφέρεται στο ποσοστιαίο ή στο αναλογικό ή και στα δύο.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, που άλλωστε δεν επιρρωνύεται και με κάποιο νόμιμο αποδεικτικό μέσο,.....ελέγχεται ως αβάσιμος κατ'ουσίαν. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή του Δ. Σ. και με βάση τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία, ο τότε Δήμος Οιχαλίας, κατήρτισε μόνο (α) χρηματικό κατάλογο με τον οποίο προσδιόρισε.....τις αμοιβές που δικαιούται άλλως υποχρεούται να εισπράττει η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ από την σφαγή ζώων και (β) αποφάσισε να προσφύγει.....στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για να επιτύχει μεγαλύτερο του ήδη συμφωνηθέντος χρηματικό μισθωτικό αντικατάλλαγμα.

Ήτοι, με την απόφαση αυτή.....ο τότε Δήμος Οιχαλίας και παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ, δεν εξωτερικεύει άρνηση στην παραλαβή, αφενός, του συμφωνηθέντος αναλογικού μισθώματος, αφετέρου, του αμετάβλητα παγίου μισθώματος. Περαιτέρω,.....η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ ιστορεί, αόριστα, ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της ένδικης (υπ'αριθμ. 91/13-3-2015) αγωγής,....προσέφερε πραγματικά....τα μισθώματα που αντιστοιχούν στη χρήση των ετών 2008, 2009 και 2010 στον ήδη εφεσίβλητο - εκκαλούντα Δήμο, όπως αυτά υπολογίστηκαν με βάση τα ακαθάριστα έσοδά της προερχόμενα από την σφαγή ζώων και διατήρηση των σφαγίων στους ψυκτικούς θαλάμους, κατά το ποσοστό 9,21% και ότι....αυτός απέκρουσε την προσφορά αυτή.

Ούτε ο ισχυρισμός αυτός όμως αποδείχτηκε....συνεπώς η ένσταση περί υπερημερίας του δανειστή πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καθόσον άλλωστε, από την εν γένει δικονομική του στάση και ο Δήμος συνάγεται ότι την αρνείται....αναφορικά με την (σ.σ.επικουρική ένσταση περί εξόφλησης των μισθωμάτων) ιστορεί η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ....ότι στις 16-6-2015 - καίτοι η ένδικη αγωγή της είχε επιδοθεί ήδη από τις 17-3-2015,....- παρακατέθεσε νόμιμα...τα ποσοστιαία μισθώματα των ετών 2008, 2009 και 2010.

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, κατά την πρωτόδικη απόφαση, το ποσοστιαίο μίσθωμα που αφορά τη χρήση του μισθωτικού έτους 2008 (ύψους 11.040,64€) είχε ήδη νομότυπα καταβληθεί.....συνεπώς αυτό δεν φερόταν να οφείλεται ήδη από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής. Εκτιμάται....ότι η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ ως εκ περισσού και ως μη οφείλουσα προέβη, για δεύτερη φορά, στην παρακατάθεση 13.006,12€ με πρόθεση την εξόφληση του ποσοστιαίου μισθώματος του έτους 2008.

Ομοίως,....ιστορεί η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ότι στις 2-9-2015.....παρακατέθεσε Δημόσια μόνο τα ποσοστιαία μισθώματα που αφορούν τα μισθωτικά έτη 2011, 2012 και 2013. Ιστορεί τέλος ότι στις 1-12-2015 παρακατέθεσε Δημόσια (α) το ποσοστιαίο μίσθωμα του έτους 2014 και (β) όλα τα πάγια αναπροσαρμοσθέντα αναλογικά μισθώματα, από το έτος 2007 έως και το έτος 2014, των 30€ ανά στρέμμα (ήτοι πάγια - αναλογικά μισθώματα συνολικού ύψους 4.977,97€).

Ως εκ περισσού δε ιστορεί ότι στις 8-3-2017 παρακατέθεσε και το, μη εδώ επίδικο, ποσοστιαίο μίσθωμα του έτους 2015, χωρίς όμως αναφορά και σε τυχόν εξόφληση του αντίστοιχου πάγιου των 30€ ανά στρέμμα. Οι αμέσως παραπάνω όμως επικαλούμενες εξοφλητικής φύσεως καταβολές έλαβαν χώρα μετά τις 18-4-2015. Κατά την....ημερομηνία όμως αυτή ήδη είχαν επέλθει και είχαν οριστικοποιηθεί τα αποτελέσματα της καταγγελίας της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, η ένδικη αγωγή με την οποία καταγγέλθηκε η επίδικη μίσθωση λόγω δυστροπίας, επιδόθηκε στην εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ νομότυπα στις 17-3-2015.....Από τις 18-5-2015 έχει ήδη λυθεί η επίδικη μισθωτική σύμβαση, συνεπώς έκτοτε η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ΟΕ δεν δικαιούται να κατέχει το μίσθιο ακίνητο, που πλέον πρέπει να αποδώσει στον εφεσίβλητο - εκκαλούντα Δήμο.

Ως προς το σκέλος λοιπόν της απόδοσης του μισθίου, λόγω λύσεως της μίσθωσης, δεν έσφαλε η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση......". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη υποχρεούται να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα Δήμο τη χρήση του ένδικου μισθίου ακινήτου, με τα συστατικά και παραρτήματά του, καθώς και να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενα μισθώματα των ετών 2007 έως 2014, ως προς την καταβολή των οποίων κατέστη υπερήμερη.

Κρίνοντας, έτσι, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 597, 340, 342, 349, 350, 427, 431 και 434 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο ζήτημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας εταιρίας περί την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, εξαιτίας της οποίας χώρησε η καταγγελία, με την με αριθμ. 91/13-3-2015 αγωγή, της μισθωτικής σύμβασης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Δήμου και ως προς απόρριψη της ένστασης εξόφλησης της αναιρεσείουσας [ισχυρισμοί που προβλήθηκαν με την με αριθμ. 8/2017 έφεσή της] που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά ότι αποδείχθηκαν, δηλαδή α] ότι είναι ισχυρή και επέφερε τα αποτελέσματά της, η, με την 91/13-3-2015 αγωγή, καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης λόγω δυστροπίας, τα αποτελέσματα της οποίας ενεργοποιήθηκαν από 18-4-2015 (καθόσον αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε νομότυπα στην αναιρεσείουσα στις 17-3-2015), β] ότι για το μισθωτικό έτος 2007, καταβλήθηκε ποσό 9.685,02 ευρώ ως ποσοστιαίο μίσθωμα, πλην όμως, καθόσον δεν καταβλήθηκε, το αναπροσαρμοσθέντο ποσό των 30,00 ευρώ ανά στρέμμα, και συνολικού ύψους 561,57 ευρώ και ότι για το μισθωτικό έτος 2008, καταβλήθηκε ποσό 11.040,64 ευρώ, ως προς το ποσοστιαίο μίσθωμα του 9,21%, οφείλετο όμως, καθόσον δεν καταβλήθηκε, το αναπροσαρμοσθέν ποσό των 30,00 ευρώ ανά στρέμμα και συνολικού ύψους 587,40 ευρώ (που αφορά την μισθωτική χρήση του έτους 2008), ενώ για τα έτη 2009 και μέχρι και την έγερση της αγωγής, δεν κατέβαλλε η αναιρεσείουσα εταιρία την συμβατικά μερική μισθωτική της υποχρέωση του αναπροσαρμοσθέντος ποσού των 30,00 ευρώ ανά στρέμμα, ούτε προσκόμισε στον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α.

τα σχετικά φορολογικά της στοιχεία για να προσδιοριστεί η καταβλητέα ποσοστιαία αναλογία του 9,21% επί των επιμέρους εισοδημάτων της, που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο μέρος του μισθώματος, μη καταβάλλοντας μίσθωμα για τα έτη αυτά, το οποίο να καταλογίζεται στο μισθωτικό ποσοστό (9,21%), καθισταμένη υπερήμερη στην καταβολή των ως άνω μισθωμάτων (δηλ.

των ετών 2007 και 2008 μόνο για το πάγιο μίσθωμα των 30,00 ευρώ ανά στρέμμα και από το έτος 2009 μέχρι την έγερση της αγωγής τόσο για το πάγιο όσο και για το αναλογικό μίσθωμα), γ] ότι ο Δήμος δεν αρνήθηκε την παραλαβή, ούτε του συμφωνηθέντος αναλογικού μισθώματος, ούτε του αμετάβλητα παγίου μισθώματος και δ) ότι οι, επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, εξοφλητικές καταβολές για τα μισθωτικά έτη 2011, 2012 και 2013, έλαβαν χώρα μετά την 18-4-2015, οπότε είχαν ήδη επέλθει τα αποτελέσματα της καταγγελίας της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, αφού η ένδικη αγωγή με την οποία καταγγέλθηκε η μισθωτική σύμβαση λόγω δυστροπίας, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρία στις 17-3-2015, πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή, στην ερευνώμενη υπόθεση, των ως άνω διατάξεων, κατά τα προεκτεθέντα.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα εταιρία, ως προς την υπερημερία της (αναιρεσείουσας εταιρίας) και την εξόφληση μέρους των οφειλόμενων μισθωμάτων στον αναιρεσίβλητο, πέραν, της ουσιαστικής τους αβασιμότητας, όπως προαναφέρθηκε, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα για την απόδοση του μισθίου ακινήτου, λόγω δυστροπίας.

Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται και ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το επικουρικό σκέλος αυτού), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.

β` του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα με την έφεσή της ένσταση εξόφλησης των ένδικων μισθωμάτων, καθόσον, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο ερεύνησε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, την οποία, με επαρκή αιτιολογία, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε κατ`ουσίαν, καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που αυτή θεωρούσε ορθό.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτωση γ` του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Ειδικότερα δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ορισμένα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όταν γίνεται ειδική μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η ομολογία ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.

Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία (ΑΠ 131/2019, ΑΠ 1307/2019). Δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ εξώδικη είναι η ομολογία του διαδίκου που γίνεται εκτός του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη και εκτιμάται ελεύθερα, όπως εξώδικη ομολογία αποτελεί και η περιεχόμενη σε αγωγή προηγούμενης δίκης (ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 1398/2010), ή που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής) (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 571/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 496/16-4-2007αγωγή (προγενέστερη) του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, 2)την 119/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, 3) την 150/2008 έφεσή της στο Εφετείο Λάρισας, 4) τις από 24-5-2011 προτάσεις της, 5) την 555/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, 5) τα με αριθμ. 47881/6-9-2006, 48754/2007, 51554/2010, 59678/2015, 59679/2015, 59680/2015, 59991/2015, 59992/2015, 59993/2015, 60495/1-12-2015, 60496/2015 και 2091/2017 γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης του Γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων Τρικάλων.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα, που παραδεκτά προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις ομολογίες που ευθέως συνάγονται από το σώμα της με αριθμ. 91/2015 αγωγής και της με αριθμ. 8/2017 έφεσης [της ΟΕ] ...'' και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά στην με αριθμ. 496/16-4-2007 (προγενέστερη) αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, όπως και στην με αριθμ. 150/2008 έφεση της αναιρεσείουσας στο Εφετείο Λάρισας επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 555/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης στις σελίδες 7-8), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία προκύπτει, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο (αιτιάσεις της αναιρεσείουσας), εξώδικη ομολογία και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτών, αλλά και των λοιπών αποδείξεων, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν εξάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(ΑΠ 1307/2019). Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 95/2020).

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα (Ολ.ΑΠ 7/2002, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 2181/2014).Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ 747/2022).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Επίσης δεν αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 165/2021, ΑΠ 109/2019) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 869/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο (ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι, (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα πρωτοδίκως με τις προτάσεις της, επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με την έφεσή της, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου να ζητήσει με την ένδικη αγωγή του την απόδοση του μισθίου ακινήτου λόγω δυστροπίας.

Συγκεκριμένα για τη θεμελίωση της ένστασής της αυτής, κατά παραδοχή της οποίας ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος Δήμος καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του μετά την πάροδο δώδεκα ετών (2003 έως 2015) από τη λειτουργία της μισθωτικής σύμβασης και χωρίς όχληση εκ μέρους του, ενεργώντας παραπειστικά και αντίθετα στη καλή πίστη, με τη δημιουργία επαχθών και δυσμενών συνεπειών για την ίδια, η οποία έχει αναπτύξει πελατεία στην ευρύτερη περιοχή του μισθίου ακινήτου και θα μειωθεί από την εγκατάλειψη του μισθίου μέχρι την ανεύρεσή άλλου για μίσθωση.

Τον ισχυρισμό της αυτόν σιγή απέρριψε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά, δηλ. μόνο η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και οι δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις, δεν αρκούν για την θεμελίωση κατά νόμο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, ώστε να εμπίπτουν στην θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ απαγόρευση και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης - αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμος.

Εφόσον, όμως, ο ισχυρισμός της αυτός ήταν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, νομικά αβάσιμος και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί ειδικά επ` αυτού, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 139/2022).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως έως 50% των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 10/2022, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 927/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 21-5-2019 (αριθμ. καταθ. ../30-5-2019), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 142/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ