Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to prove valid acceleration of hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment on procedural grounds. The appellant failed to demonstrate that the hearing was validly accelerated, as the court could not determine which party expedited the proceedings or if proper notice was given. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the costs to be shared between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 2 and 4, 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in the appeal hearing, the court must ascertain who expedited the proceedings; if no valid acceleration is proven, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 805 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 805/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tων αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Δ., 2) Ο. Ρ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μακρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.3) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.4) Κ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μακρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α.β’ βαθμού) με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" ως καθολικού διαδόχου κατ’ άρθρου 283 παρ. 2 του ν.3852/2010 του καταργηθέντος δυνάμει της ίδιας ως άνω διατάξεως Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Ράσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1108/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 940/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με το προσήκοντα τρόπο, σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση, την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ...10.11.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Α. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 940/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου … τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία το άνω αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ κλήθηκε να παραστεί (αρθρ. 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.
α, 128 παρ. 1-3, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ.
Κατά τη δικάσιμο αυτή όμως η τρίτη αναιρεσείουσα δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτά κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ο λ ΑΠ 4/2005).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζόμενου προς αυτές (ΑΠ 312/2011, ΑΠ 1689/2010, ΑΠ 1507/2004, ΑΠ 1618/2003).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το όποιο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση. Η εξουσία τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης υφίσταται και για τις σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικά πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 7/2011 και 18/2006).
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους συνταγματικούς κανόνες υπάγεται τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ που ανήκουν στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ’ της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες για πρώτη φορά, υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ’ αυτό, με το Δημόσιο και με τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου.
Συνακόλουθα δε, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές που συνάπτονται για πρώτη φορά, υπό την ισχύ των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν.
2112/1920 (Ολ ΑΠ 19/2007, ΑΠ 914/2013, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 1696/2012, ΑΠ 1577/2012, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 64/2010, ΑΠ 422/2010). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Είναι ψανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη (ΑΠ 18/2014, ΑΠ 852/2011 οπ). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΑ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ.164/2004 ορίζεται ότι α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, ενώ με το άρθρο 7 του ιδίου ΠΔ προβλέφθηκε, ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Συνακόλουθα σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες για πρώτη φορά, υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 21 12/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 6/2014, ΑΠ 1686/2012, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 590/2011.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 2639/1998 και υπό τον τίτλο Ρύθμιση Θεμάτων ΟΑΕΔ, ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο σε φορείς Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο των προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.
Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ’ εξαίρεση σε συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα [12] μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Περαιτέρω σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης, ειδικότερες μορφές της οποίας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας, όπου προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργασίας του ΑΚ και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές κλπ και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου στην οποία προέχον σκοπός είναι η παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου και στην οποία εφαρμόζονται οι γενικές και ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 865/2014).
Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΑΠολ 7/2011, ΑΠ 82/2012, ΑΠ 566/2010, ΑΠ 1689/2010).
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (ΑΠολ 7/2011, ΑΠολ 8/2011, ΑΠολ 18/2006, ΑΠ 15/2012, ΑΠ 82/2012, ΑΠ 1499/2012, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες με την από 16-9-2010 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", εξέθεσαν τα εξής: "ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο πρώτο εναγόμενο δυνάμει συμβάσεων που ονομάσθηκαν συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων μέσω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, ο πρώτος κατά την 21-1-2008 έως 10-7-2009 έως την 26-7-2010, η δεύτερη από 21-1 1-2007 έως 20-5-2009 και από 21-5-2009 έως 27-7-2019, η τρίτη από 15.10.2007 έως 14-4-2009 και από 7-5- 2009 έως 7-5-2010 και η τέταρτη από 22-1 1-2007 έως 21-5-2009 και από 22-5-2009 έως 28-6-2010, η σχέση δε που τους συνέδεε με το πρώτο εναγόμενο ήταν αυτής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταχρηστικώς δε οι συμβάσεις τους ονομάσθηκαν συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.
Ζήτησαν δε να αποδοθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός στις συμβάσεις τους ως εξαρχής συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ και να αναγνωριστεί και να κηρυχθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων τους, να υποχρεωθούν δε τα εναγόμενα να αποδέχονται τις προαναφερόμενες υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυση τους με την καταβολή των νομίμων αποδοχών ως υπαλλήλων.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ως προς το ήδη αναιρεσίβλητο, πρώτο εναγόμενο, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ’ αυτής από το ήδη αναιρεσίβλητο εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής:
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή κατά τα εκτιθέμενα είναι μη νόμιμη για το λόγο ότι οι δύο συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με τα συμφωνητικά που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος …, οι οποίες καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγοντες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική, και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης.
Ως εκ τούτου η σύμβασή τους αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1676/2011, ΑΠ 1592/2009 ) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009).
Μη νόμιμη, όμως τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, λόγω και του χρόνου απασχόλησής των, που υπερέβαινε τα δύο έτη, στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, στην προκειμένη περίπτωσή, η εν λόγω σύμβαση του καθενός εξ αυτών δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως σύμβαση αορίστου χρόνου, καθόσον έχει συναφθεί μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004Χ το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
α) και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της EE (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε μετά την έναρξη της ισχύος του κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωση, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.
Ούτε και ο αριθμός των συμβάσεων [δύο για κάθε εργαζόμενο] και η διάρκεια αυτών [18μηνη και 12μηνη αντίστοιχα] δικαιολογεί καταχρηστική συμπεριφορά, ώστε να επιβάλλονται συγκεκριμένες ρυθμίσεις λόγω της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων των, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες για την πρόληψη καταχρήσεων, αφού οι επίδικες συμβάσεις ήταν ορισμένου χρόνου εκ του νόμου.
Είχαν δε συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, η σύμβαση του καθενός εξ αυτών ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ., στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2639/ 1998 φορείς απασχόλησης και όχι μόνο το εκκαλούν εναγόμενο και συγκεκριμένα ότι αυτοί απασχολήθηκαν στα πλαίσια υλοποίησης του προγράμματος STAGE στη "Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης", την οποία διαδέχθηκε η "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" κατ" άρθρ. 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010, και η αρχική διάρκειά του παρατάθηκε όχι με πρωτοβουλία του εναγομένου, ενώ προϋπόθεση συνέχισης συμμετοχής στο πρόγραμμα (STAGE) από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγησή του από τον προϊστάμενο του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση εργασίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητη σύμβαση μαθητείας, στην οποία καθένας εκ των εναγόντων συμμετείχε με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ’ αυτή σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, για τη δυνατότητα υλοποίησης από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE), η οποία μετά το πέρας των χρονικών ορίων του προγράμματος, λύθηκε αυτοδικαίως.
Έτσι, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 [βλ. και ΟλΑΠ 7/2011], ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την αναγνώριση, περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αυτό προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώνει αυτό να αποδέχεται την εργασία τους εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο, γι αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η έφεση του εναγομένου τούτου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση να δικασθεί η αγωγή και ν’ απορριφθεί αυτή και ως προς το εναγόμενο τούτο".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ακολούθως απέρριψε την ως άνω αγωγή της μη νόμιμη, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών κατ’ άρθρο 179 εδαφ. τελ. σε συνδ. με άρθρο 183 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.7.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 940/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων των εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ