Legislator Case Law & Legislation
805/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal for inadmissible claim, remands case to lower court for further proceedings.

Case Number 805/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision, finding a procedural error regarding an inadmissible claim. The appellants argued that the lower court failed to address their request for additional damages covering a specific period, which they contended was filed directly to the second instance despite violating jurisdictional rules. The court ruled that while the claim was inadmissible due to improper filing, the lower court's failure to explicitly reject it constituted a procedural defect warranting the appeal's partial success.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 para. 4 K.Pol.D.; Art. 581 para. 2 K.Pol.D.; Art. 12 K.Pol.D.; Art. 559 para. 9 K.Pol.D.: The Supreme Court's binding decision limits the remitted court to legal issues, but a failure to adjudicate an inadmissible claim constitutes a procedural error allowing partial annulment.

Keywords

AI generated
inadmissible claim procedural defect partial annulment jurisdictional violation binding precedent remittal proceedings legal binding force

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 4 K.Pol.D.
Art. 581 para. 2 K.Pol.D.
Art. 12 K.Pol.D.
Art. 559 para. 9 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 18/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 805 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 805/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: αναφέρονται 54 αναιρεσείοντες. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Στράνη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΠΕΙΡΑΙΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κιούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 1000/1995 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-1998 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 417/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1000/1995 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 488/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 11-1-2008 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλαβε θέση ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται ως προς την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ., δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου εκτείνεται στην έρευνα μόνο εκείνων των προς διάγνωση ζητημάτων τα οποία είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 21-12-1992 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. Τ.Ε.Ι. Πειραιώς οφείλει στον καθένα από αυτούς, οι οποίοι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο ως έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό και μετείχαν στα ερευνητικά προγράμματα, τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στην "ερευνητική χορηγία", την οποία το εναγόμενο κατέβαλε μόνο στους μονίμους συναδέλφους τους.

Με την υπ' αριθμ. 511/1993 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στην ως άνω με την αγωγή αιτούμενη "ερευνητική χορηγία" για το χρονικό διάστημα μέχρι την 1-10-1992. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 18-1-1994 έφεση του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1000/1995 απόφαση του, δέχτηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 2233/1994, σύμφωνα με την οποία: "Η αληθινή έννοια των διατάξεων της κυρωθείσας με νόμο Κ.Υ.Α.

είναι ότι η ερευνητική χορηγία που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές καταβάλλεται μόνο στις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται σ' αυτές και ότι τυχόν αξιώσεις κατά του Δημοσίου και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αφορούν την καταβολή της ερευνητικής χορηγίας και στο έκτακτο προσωπικό παραγράφονται, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί αμετάκλητες αποφάσεις.

Όλες οι σχετικές υπάρχουσες εκκρεμείς δίκες σε οποιοδήποτε βαθμό καταργούνται", κήρυξε καταργημένη τη δίκη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26-3-1998 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 417/2004 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι η πιο πάνω διάταξη του 2 παρ. 2 του ν. 2233/1994 αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παντός για δίκαιη δίκη, καθόσον χωρίς να προβάλλεται η ύπαρξη επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, εκδόθηκε ο νόμος αυτός στον οποίο προσδόθηκε αναδρομική ισχύς, ενώ ήταν εκκρεμής στο Εφετείο η δίκη για την ένδικη απαίτηση των αναιρεσειόντων.

Για το λόγο αυτό, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. Μετά ταύτα η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Πειραιώς, όπου οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσίβλητο- εκκαλόν-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, πέραν των στην αγωγή τους αιτουμένων ποσών και επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου και τα αναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-4-1992 μέχρι 1-10-1994, ήτοι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό των 2900 ευρώ στον καθένα από αυτούς ως δικαία ικανοποίηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ε.Σ.Δ.Α.

το οποίο ποσό κατά τους αναιρεσείοντες, είχε ήδη επιδικαστεί με την από 11-4-2002 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε άλλους συναδέλφους τους που είχαν προσφύγει σ' αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, συμμορφούμενο πλήρως με την υπ' αριθμ. 417/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 511/1993 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς.

Περαιτέρω, το Εφετείο σιωπηρώς αντηπαρήλθε, το υποβαλλόμενο για πρώτη φορά ενώπιον του, αίτημα περί επιδικάσεως στους αναιρεσείοντες των αναφερομένων στις προτάσεις τους ποσών της ερευνητικής χορηγίας για το πιο πάνω μεταγενέστερο του αναφερομένου στην αγωγή χρονικό διάστημα, ενώ το αίτημα αυτών για αναγνώριση της υποχρέωσης περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως, απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω ανεπίτρεπτης υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, κατ' άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απορρίπτοντας τις ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειόντων οι οποίες κατά τα ανωτέρω, το πρώτον υποβλήθηκαν ενώπιον του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 41 της ΕΣΔΑ, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδ.

με τις διατάξεις του ν. 1404/1983. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο απέρριψε το μεν αίτημα των αναιρεσειόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, ως απαράδεκτο λόγω υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας ενώ το έτερο για καταβολή της ερευνητικής χορηγίας για τον μεταγενέστερο χρόνο το αντιπαρήλθε σιωπηρώς και ουδόλως ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Εξάλλου, με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο συμμορφώθηκε πλήρως με την υπ' αριθμ. 417/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία δεν υπήρχε διάταξη σχετικά με τις πιο πάνω, απαραδέκτως προβληθείσες το πρώτον ενώπιον του, αξιώσεις των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ..

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι αντιπαρήλθε σιωπηρώς το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-4-1992 μέχρι 31-8-1994, που αντιστοιχεί σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη από το αναιρεσίβλητο απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αίτηση αυτή απαραδέκτως υποβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, καθ' υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 12 του Κ.Πολ.Δ.) και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν ήταν λειτουργικά αρμόδιο για την εκδίκαση της, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την εν λόγω αίτηση, δεδομένου ότι τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως γίνεται μνεία για το παραδεκτό η μη της πιο πάνω αυτοτελούς αιτήσεως των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που πλήττεται από τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως. Ακολούθως εφόσον ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η παραπάνω αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως, γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής και για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση. (Ολ.

ΑΠ 18/2003).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 488/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υποβληθείσα ενώπιον του Εφετείου αίτηση των αναιρεσειόντων-εφεσιβλήτων για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στην "επιστημονική χορηγία" για το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 31-8-1994.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ