Legislator Case Law & Legislation
805/2006 AI generated

Supreme Court overturns appeal court ruling on wrongful dismissal severance pay calculation errors regarding overtime. The court remands the case for retrial due to incorrect overtime inclusion in base salary. The court remands the case for retrial due to incorrect overtime inclusion in base salary.

Case Number 805/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding the calculation of severance pay for a wrongful dismissal. The appellate court had erroneously included weekly overtime compensation in the employee's regular monthly salary when determining the severance amount. The court ruled that this inclusion violated statutory provisions requiring regular salary to exclude irregular overtime payments, leading to an underpayment of the severance. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remanded to a newly constituted court for a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 679, 653 of the Civil Code; Article 2 of the International Convention on the Protection of Wages; Articles 3(1) and 3(16) of AN 539/45; Article 5(2) of Law 4504/66; Article 1(1) of Law 435/76; Article 1(2) of Law 1082/80; Article 2 of Ministerial Decisions on Christmas and Easter Gifts; Regular salary for severance calculation excludes overtime pay; Overtime compensation is not part of the base salary used to determine statutory severance amounts.

Keywords

AI generated
wrongful dismissal severance pay calculation regular salary definition overtime compensation exclusion statutory severance remand for retrial labor law dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 8(4) of Law 4020/59
Articles 648, 679, 653 of the Civil Code
International Convention on the Protection of Wages (Law 3248/55)
Article 3(1) and 3(16) of AN 539/45
Article 5(2) of Law 4504/66
Article 1(1) of Law 435/76
Article 1(2) of Law 1082/80
Article 2 of Ministerial Decisions on Christmas and Easter Gifts
και εκπροσωπείται νόμιμα, Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 805 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 805/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου εκ του νόμου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΜΚΕ Α.Τ.Ε." που έγινε με συγχώνευση δι' απορροφήσεως της τελευταίας και 3) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2479/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9339/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και ως προς τα δύο μέρη του και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/59 κάθε συμφωνία, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει από τις αποδοχές που καταβάλλονται στους μισθωτούς πέρα από τα ισχύοντα εκάστοτε για κάθε κατηγορία όρια, είναι άκυρη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/55 υπ' αριθ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539/45, 3 παρ. 16 και 17 του Ν. 4504/66, 5 παρ.2 του Ν. 133/75, 1 παρ. 1 του Ν. 435/76, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/80 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.

Περαιτέρω, ως τακτικές αποδοχές κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 31981955 για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, θεωρούνται ο μισθός η το ημερομίσθιο και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές υπολογίζεται, τέλος, και η κύρια αμοιβή για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες (8900/1946 ΥΑ, άρθρ. 2 Ν. 435/1976).

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη την 23-3-1999 με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών, την οποία απαρτίζουν οι λοιπές αναιρεσίβλητες τεχνικές εταιρείες ως μηχανοτεχνίτης προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο έργο κατασκευής οδού, που είχε αναλάβει η κοινοπραξία να εκτελέσει στη Ρουμανία, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του από την 23-3-1999 έως την 15-1-2001, οπότε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας Ο μισθός του αναιρεσείοντος ορίστηκε σε 350.000 δρχ.

μηνιαίως, συμφωνήθηκε δε επίσης ότι οι αξιώσεις του για τυχόν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τα Σάββατα θα καλύπτεται με την επιπλέον καταβολή του ποσού 390.000 δρχ. μηνιαίως. Η συμφωνία όμως αυτή, κατά το μέρος που αφορά την κάλυψη της αμοιβής από τις προαναφερόμενες αιτίες είναι άκυρη, ως προς μεν την αμοιβή για υπερωριακή εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959, ως προς δε την αμοιβή για την υπερεργασία και την αμοιβή για την εργασία του Σαββάτου, λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται το καταλογιζόμενο στην πρώτη και στη δεύτερη από τις αμοιβές αυτές τμήμα του ως άνω ποσού.

Αντιθέτως, η εν λόγω συμφωνία, κατά το μέρος που αφορά την καταβολή του ποσού τούτου (390.000 δρχ.) επιπλέον του μισθού του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη. Παρά τα συμφωνηθέντα όμως δεν προέκυψε η καταβολή του εν λόγω ποσού κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τακτική αποδοχή προσαυξάνουσα το μισθό του αναιρεσείοντος για την εργασία του εντός του νομίμου ωραρίου του.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο που δεν υπολόγισε το ανωτέρω ποσό για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας και υπερωρίας, της αμοιβής για την εργασία σε ημέρα Κυριακής ή αργίας, των αποδοχών και επιδομάτων αδείας, των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, των μισθών υπερημερίας και της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/59, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.

Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ 515/1970. Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το Ν.133/1975, και της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'81/1984), για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες, ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως, έστω και αν με την απασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής απασχολήσεως με τις ολιγότερες ώρες απασχολήσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομάδος.

Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/71 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, αναφορικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: Κατά τους όρους της σύμβασης ο αναιρεσείων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και για 40 ώρες εβδομαδιαίως, αλλά παρά τα συμφωνηθέντα εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και Σάββατο και επί δύο Κυριακές κάθε μήνα, ειδικότερα δε κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Σάββατο από ώρα 07.00' έως 19.00', δηλαδή επί 12 ώρες ημερησίως, τις δε Κυριακές από ώρα 07.00'έως 15.00', δηλαδή επί 8 ώρες.

Ακολούθως το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη μόνο την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις εργάσιμες ημέρες, έκρινε ότι αυτός πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα 60 ώρες εργασίας (5Χ12), από τις οποίες 8 ώρες υπερεργασίας (από την 41η μέχρι και την 48η) και 12 ώρες νόμιμης υπερωρίας (από τη 49η μέχρι και την 60η), στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο των υπερωριών για το ποσό των 3.836.700 δρχ. (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 87 εβδομάδες εργασίας = 1.044 ώρες Χ 3.675 ωρομίσθιο).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου αναφορικά με τον καθορισμό των ωρών υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος, οι οποίες ανέρχονται σε 19 την εβδομάδα και συγκεκριμένα σε 15 κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή (5 Χ 3) και σε 4 για το Σάββατο.

Επιπλέον, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, αφού ενώ δέχτηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων εργασία πέντε ημερών την εβδομάδα, στη συνέχεια υπολόγισε τον αριθμό των ωρών της υπερεργασίας που πραγματοποίησε ο αναιρεσείων σύμφωνα με το σύστημα της εργασίας των έξι ημερών εβδομαδιαίως (από τη 41η έως την 48η ώρα).

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, ο δεύτερος και ως προς τα δύο μέρη του λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Επειδή ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη από το Εφετείο ουσιωδών πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν νομίμως, ήτοι της ένστασης εξοφλήσεως των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του έτους 2000,που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου οι αναιρεσίβλητες, ισχυρίστηκαν αυτές ότι ο αναιρεσείων, για όλο το χρονικό διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες του, εδικαιούτο το συνολικό ποσό των 14.854.948 δρχ. για μισθό, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριών, εργασίας κατά το Σάββατο και την Κυριακή, Δώρα εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και επίδομα αδείας και ότι αυτές του κατέβαλαν για τις ανωτέρω αιτίες συνολικά ποσό 16.820.629 δρχ., όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα, αφενός με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς του και αφετέρου με μετρητά στο ρουμανικό νόμισμα Lei.

Μεταξύ των χρηματικών ποσών, που ανέφεραν οι αναιρεσίβλητες στις ανωτέρω προτάσεις τους ότι κατέβαλαν στον αναιρείοντα με σχετική τραπεζική κατάθεση στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό του, περιλαμβάνεται και ποσό 755.502 δρχ., που φέρεται ότι καταβλήθηκε στις 14-7-2000. Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως των αναιρεσίβλητων από το άρθρο 416 ΑΚ περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος για αποδοχές και επίδομα αδείας του έτους 2000 και το Εφετείο που δέχτηκε, ότι πράγματι καταβλήθηκε το ποσό αυτό την ως άνω ημερομηνία σε μερική εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων, ανερχομένων συνολικά σε 975.780 δρχ., δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση έγγραφο, ήτοι την από 14-7-2000 τραπεζική κατάθεση είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητες στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο, ρητώς επικαλέστηκαν την καταβολή του ποσού των 755.502 δρχ.

με την κατάθεσή του σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος την ανωτέρω ημερομηνία.

Επειδή κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.

του ΚΠολΔ (ΑΠ 1338/1991). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι περιέχει λογιστικό λάθος ως προς τον υπολογισμό του συνολικού ποσού που δικαιούται ο αναιρεσείων από όλες τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση αιτίες και συγκεκριμένα, ότι κατά την άθροιση των επί μέρους ποσών το Εφετείο παρέλειψε να προσθέσει το ποσό των 2.778.685 δρχ., που δέχτηκε ότι δικαιούται αυτός από οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, ενώ αντιθέτως προσέθεσε το ποσό των 1.581.132 δρχ.

που του είχε ήδη καταβληθεί ως αποζημίωση απολύσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930, επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη οφείλει αυτός, - εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω-, να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται σε ποσό ίσο με το σύνολο των τακτικών αποδοχών, τις οποίες θα ελάμβανε αυτός κατά το χρόνο πριν από τον οποίο έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή, με τις προσαυξήσεις της, για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία.

Η μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως καθιστά άκυρη την καταγγελία και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τους μισθούς υπερημερίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι οι τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο, πριν από την απόλυσή του μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 677.628 δρχ., συμπεριλαμβανομένης και της μηνιαίας αμοιβής και προσαύξησης των υπερωριών, ανερχόμενης σε 188.748 δρχ, με βάση δε το ποσό αυτό υπολόγισε την οφειλόμενη, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως, αποζημίωση στο ποσό των 1.581.132 δρχ.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε ότι από το ποσό αυτό καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα κατά την καταγγελία της συμβάσεως (15-1-2001) 811.768 δρχ. και στις 22-5-2001 769.364 δρχ. και ότι από την τελευταία αυτή ημερομηνία επήλθαν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας, επιδίκασε δε μισθούς υπερημερίας στον αναιρεσείοντα για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (από 15-1-2001 έως 22-5-2001).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δέχτηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή του μήνα περιλαμβάνεται και η αμοιβή του για υπερωριακή εργασία 12 ωρών την εβδομάδα, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτός πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία 19 ωρών την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να υπολογίσει εσφαλμένα σε μικρότερο ποσό και την αποζημίωση που έπρεπε να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητες.

Λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, η καταγγελία της συμβάσεώς του είναι άκυρη και οι αναιρεσίβλητες οφείλουν να του καταβάλουν τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-1-2001 έως 16-12-2001, που ζήτησε με την αγωγή του κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο της αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9.339/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ