Supreme Court dismisses appeal on contempt of court, citing lack of procedural defects and insufficient grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for contempt of court, finding the procedural grounds invalid. The appellant argued that the trial violated the presumption of innocence and lacked specific reasoning, but the court held these claims were legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 474, 510, 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Articles 361, 171 of the Penal Code; Article 6 of the ECHR; The appeal must be based on specific procedural defects or lack of reasoning; mere disagreement with the court's evaluation of evidence or general assertions of procedural irregularity do not constitute valid grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 804/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Πανάγο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 63/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 1/17-5-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 1/2023 από 17.05.2023 αίτηση του κατηγορουμένου Η. Α. του Κ. και της Δ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 63/2023 απόφασης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στον Γραμματέα του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρα 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ), συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α' του ΚΠΔ βιβλίο στις 09.05.2023), σύμφωνα με τα άρθρα 462 παρ.2, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, κατ'εκτίμηση του δικογράφου της, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα, επειδή παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητος αυτού, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ) και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 του ΠΚ "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή....". Έτσι, για την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται:
α) προσβολή της τιμής, δηλαδή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, εκτιμωμένων των σχετικών εκφράσεων "κατά την κοινή αντίληψη", β) η προσβολή να αφορά ζώντα φυσικά πρόσωπα, ασχέτως με την κατάστασή τους ή την ηλικία τους, γ) εξωτερίκευση της εξυβριστικής εκδήλωσης γραπτώς ή προφορικώς με λέξεις ή φράσεις ή με άλλο τρόπο, που κατ' αντικειμενική κρίση περιέχουν προσβολή της τιμής, δ) δόλος του δράστη (αρκεί και ενδεχόμενος) που συνίσταται στη γνώση ότι η εκδήλωση αυτή είναι πρόσφορη να παράγει εξωτερικά την εντύπωση καταφρόνησης ορισμένου προσώπου (να προσβάλλει την τιμή του άλλου προσώπου) και στη βούληση να περιέλθει η εκδήλωση αυτή σε γνώση του άλλου (ΑΠ 418/2010).
Ειδικός σκοπός εξύβρισης δεν απαιτείται, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 366 παρ.3 και 367 παρ.2 ΠΚ. Κατά δε, τη διάταξη του άρθρου 82 Α του ΠΚ, που καθιερώνει διακεκριμένη μορφή εγκλήματος, η οποία μπορεί να έχει εφαρμογή σε κάθε έγκλημα "Εάν έχει τελεσθεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου το πλαίσιο της ποινής διαμορφώνεται ως εξής:
α) Στην περίπτωση πλημμελήματος που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, το ελάχιστο όριο της ποινής αυξάνεται κατά έξι μήνες....". Η επαύξηση αυτή της ποινής βασίζεται κυρίως στο αυξημένο άδικο που παρουσιάζουν αυτές οι συμπεριφορές, λόγω της συμπροσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πλέον του εννόμου αγαθού που αποτελεί το κύριο προστατευόμενο μέγεθος κάθε επιμέρους εγκλήματος.
Στις περιπτώσεις αυτές, δηλαδή, το θύμα έχει επιλεγεί, διότι φέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά άρρηκτα συνδεδεμένα με την ίδια τη φύση του ως ανθρώπου.
ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΑΠ 1150/2022, ΑΠ 132/2022, ΑΠ 1092/2020).
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όπως γίνεται δεκτό, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού.
Και ναι μεν το αιτιολογικό, μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή, η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, διότι, σε τέτοια περίπτωση, δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού, από το διατακτικό, αλλά για πιστή αντιγραφή του τελευταίου.
Όμως, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή, η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 55/2020, ΑΠ 1055/2017). Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται, γενικώς, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε, από το καθένα, χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται, ποιό βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται, από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να προκύπτει (και να μην καταλείπεται ουδεμία σχετική αμφιβολία), ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά, από αυτά, επιλεκτικά (ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 920/2021).
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου, χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 742/2020, ΑΠ 25/2020).
Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν αξιώνεται για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εξύβρισης, κατ'άρθρο 361 ΠΚ, όπως εκτίθεται ανωτέρω.
Η δε απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ.
α' και β' ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 αυτού, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων (άρθρο 7 παρ.24 του Ν. 4637/2019, ΦΕΚ Α' 180/18/11/2019) να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών (Ν. 4596/ 2019) της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52-56).
Τούτων παρέπεται ότι, οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, αλλά εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα, στα πλαίσια των ως άνω αρχών, κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. (AΠ 765/2022, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 243/2019, ΑΠ 101/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε, για πρώτη φορά, από την Ελλάδα, με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου, με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον κατηγορούμενο, το δικαίωμα για "δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.
Στην έννοια της δίκαιης δίκης, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και ναι μεν, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, μπορεί, όμως, να συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, από την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ λόγους και τότε, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως. Μια τέτοια πλημμέλεια, που μπορεί να έχει σαν συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα, είναι και η μη τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Το περιεχόμενο, δε, της πλημμέλειας αυτής και την επάρκεια της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο αναφέρει ότι, "το άρθρο 6 παρ.1 υποχρεώνει τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις των.
Δεν πρέπει όμως να γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο αυτό απαιτεί από τα δικαστήρια μια λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των μερών. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογίας μπορεί να ποικίλλει κατά τη φύση της αποφάσεως. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ' όψιν, ιδίως, η διαφορά των μέσων που ένας διάδικος μπορεί να εγείρει και οι διαφορές στα συμβαλλόμενα κράτη σχετικά με τις νομικές διατάξεις, τα έθιμα, τις θεωρητικές αντιλήψεις και την παρουσίαση και σύνταξη δικαστικών αποφάσεων.
Γι' αυτό, το ζήτημα εάν ένα δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας κατά το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν μπορεί να αναλυθεί παρά μόνο υπό το φως των περιστάσεων της δικαζόμενης υποθέσεως. Η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί, όπως ένα εσωτερικό δικαστήριο, που αιτιολόγησε βραχέως την απόφασή του, είτε ενσωματώνοντας τις αιτιολογίες του κατώτερου δικαστηρίου ή κατ' άλλο τρόπο, να έχει πράγματι ερευνήσει τα κύρια ζητήματα, που του υπεβλήθησαν και να μην έχει αρκεσθεί στην απλή επικύρωση των συμπερασμάτων ενός κατώτερου δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, παρ' ότι, όπως προελέχθη, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της καταδικαστικής απόφασης, στα πλαίσια που διαμορφώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, για "δίκαιη δίκη" που παρέχεται από το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και γεννά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ, επιτρέπουσα την άσκηση αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ισχύοντος ΚΠΔ (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 29/2023, 1241/2022, 1810/2019, ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 748/2020).
IΙΙ. Εξάλλου, επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως, κατά αποφάσεως, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για κατ' ουσία συζήτηση, στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια, ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται, με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση (ΑΠ 705/2019, ΑΠ 171/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε μετά από έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 772/2021 πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ'είδος αναφέρει (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε στο σκεπτικό του, επί λέξει τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο Δήλεσι Βοιωτίας, στις 15.6.2021 προσέβαλε την τιμή άλλης με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, δημόσια, η επιλογή δε της παθούσας έγινε λόγω των χαρακτηριστικών της εθνικής της καταγωγής.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο αποκάλεσε την εγκαλούσα (επ) H. (ον) A., Αλβανίδα, έξωθεν της οικίας της εγκαλούσας, "ΚΩΛΟΑΛΒΑΝΕΖΑ, ΣΚΥΛΑ ΑΛΒΑΝΙΔΑ", εκδηλώντας περιφρόνηση προς το πρόσωπο και την καταγωγή της. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης με ρατσιστικά χαρακτηριστικά (διακεκριμένη μορφή), επιβάλλοντας σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία (3) έτη, αναγράφοντας στο διατακτικό του επί λέξει τα εξής:
"Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι στο Δήλεσι Βοιωτίας στις 15.6.2021 προσέβαλε την τιμή άλλης με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, δημόσια, η επιλογή δε της παθούσας έγινε λόγω των χαρακτηριστικών της εθνικής της καταγωγής. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, αποκάλεσε την εγκαλούσα (επ) H. (ον) A., Αλβανίδα, έξωθεν της οικίας της εγκαλούσας, "ΚΩΛΟΑΛΒΑΝΕΖΑ, ΣΚΥΛΑ ΑΛΒΑΝΙΔΑ", εκδηλώντας περιφρόνηση προς το πρόσωπο και την καταγωγή της".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εξύβρισης με ρατσιστικά χαρακτηριστικά και οι αποδείξεις (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις (νομικοί συλλογισμοί) με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26α, 27 παρ.1, 51, 53, 57, 79, 82Α και 361 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη 63/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι : η διατύπωση από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα προφορικά των λέξεων "ΚΩΛΟΑΛΒΑΝΕΖΑ, ΣΚΥΛΑ ΑΛΒΑΝΙΔΑ", σε βάρος ατόμου αλβανικής καταγωγής, η προσβολή της τιμής της εγκαλούσας (επ) H. (ον) A., η πρόθεση του κατηγορουμένου να προσβάλλει την τιμή της και η εξωτερίκευση της πρόθεσης αυτής με τις παραπάνω λέξεις.
Η πρόθεση (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εξύβρισης και η τέλεση αυτής, λόγω της εθνοτικής καταγωγής της εγκαλούσας, καταγωγή την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος. Επίσης, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο επί λέξει σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού, πλην όμως, το τελευταίο είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή, η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια, το Δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε με επιμέλεια, στα πλαίσια των αρχών που αυτονότητα απορρέουν από το τεκμήριο αθωότητος, ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια, τους αρνητικούς ισχυρισμούς και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που περιέχονταν στην απολογία του, ότι δηλαδή η εκδικαζόμενη μήνυση σε βάρος του είναι αναληθής και συνιστά αντιπερισπασμό της εγκαλούσας σε προηγούμενες μηνύσεις του ιδίου σε βάρος ομοεθνών της και απάντησε διεξοδικώς και εκτεταμένως και τους απέρριψε αιτιολογημένα, με την κρίση του περί της ενοχής του, παραθέτοντας τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου για την πιο πάνω πράξη.
Ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί αρνητικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, στην οποία (κρίση) το Δικαστήριο κατέληξε όχι επειδή δεν αποδείχθηκαν οι αρνητικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, αλλά επειδή η ενοχή του αποδείχθηκε πλήρως.
Συνεπώς, οι προεκτεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσής του προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλιση στον κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του, ούτε με αυτές παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας αυτού, ούτε προκλήθηκε ως εκ τούτου οποιαδήποτε ακυρότητα στη διαδικασία στο ακροατήριο και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ΚΠΔ και με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Αβάσιμος, επίσης είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολόγησε την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη, ενώ από το σύνολο δε των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία αμφιβολία του ως άνω Δικαστηρίου προκύπτει ότι καταλείπεται σχετικώς με την ενοχή του κατηγορουμένου για την τέλεση της πιο πάνω πράξης και τις συνθήκες τέλεσής της.
Τέλος, οι σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αποτελούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Σημειώνεται δε, ότι ελέγχεται αναιρετικώς μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, που εκδόθηκε μετά από την 105/07.12.2021 έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης 772/2021 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, αφού, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της έφεσής του, με τους λόγους της, οι οποίοι αφορούσαν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η υπόθεση είχε μεταβιβασθεί στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και επομένως, κάθε τυχόν ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύφθηκε, με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας υπό στοιχείο ΙΙΙ, έτσι ώστε η αναφορά στην έκθεση αναίρεσης ισχυρισμών περί έλλειψης αιτιολογίας και της πρωτόδικης απόφασης ( επί λέξει : "Η αποφάσεις και των δύο δικών είναι καταφανώς....."), είναι αλυσιτελής.
Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου (από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό 1/2023 από 17.05.2023 αίτηση του κατηγορουμένου Η. Α. του Κ. και της Δ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 63/2023 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ