Legislator Case Law & Legislation
804/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce property division due to unclear asset valuation reasoning.

Case Number 804/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding post-divorce property division. The appellant argued that the appellate court failed to provide clear reasoning for valuing the appellant's initial assets at a specific amount without distinguishing between the marriage date and the date of the lawsuit. Consequently, the court found the lower court's justification for the asset valuation to be legally insufficient and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1400 para. 1 Civil Code; Art. 559 para. 19 Code of Civil Procedure: When a second-instance court fails to provide clear reasoning for essential factual determinations, such as asset valuation, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
divorce property division asset valuation reasoning unclear justification remand for retrial appellate procedure legal sufficiency post-marital assets

Cited Legislation

AI generated
Art. 1400 para. 1 Civil Code
Art. 559 para. 19 Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 4 Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 Code of Civil Procedure
Art. 176 Code of Civil Procedure
Art. 183 Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 804 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 804/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρήγινο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20/3/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9795/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2288/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2288/ 2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την από 22-9-2017 έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την από 20-09-2017 έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 9795/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει τις συνεκδικασθείσες αγωγές τους, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως προς την πρώτη επικουρική βάση της και, αφού αναγνώρισε ότι αυτός συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας από την τέλεση του γάμου τους έως τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης κατά το 1/3, υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 56.527,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ" αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1274/2007).

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος (ΑΠ 1478/2017). Από το ανωτέρω άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα κρίσιμα, κατά τη διάταξη, χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν (ΑΠ 1357/2015).

Ωστόσο, η περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 825/2015), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν, όμως, ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή, ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά το χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται "μηδενική" αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 593/2008).

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 566/2014). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ' ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων.

Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου, τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ' ένσταση, ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1841/2017).

Εξάλλου, ως προς το στοιχείο της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής, ενώ δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό.

Ειδικότερα, η σχετική αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Αρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1173/2012). Ο εναγόμενος, όμως, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 546/2009).? Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, οι επικαλούμενες δε ελλείψεις της μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση ( Α.Π 903/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, παρέλειψε να δεχθεί ότι και επί αγωγής αποκτημάτων με βάση την αξίωση από την τεκμαρτή συμβολή κατά ποσοστό 1/3, επιβάλλεται η επίκληση από τον ενάγοντα και η αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας, όταν η συμβολή ανάγεται στην παροχή υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ότι αυτές υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ μέτρο και έτσι παραβίασε τις άνω διατάξεις, καθώς και αυτή του άρθρου 1400 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι επί αγωγής αποκτημάτων, που ερείδεται επί της τεκμαρτής συμβολής του δικαιούχου ενάγοντος, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι αναγκαία η επίκληση της αποτίμησης των υπηρεσιών του ενάγοντος ,με τις οποίες συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου και συνεπώς ούτε ότι αυτές υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ μέτρο, δεδομένου, ότι επί της άνω αγωγής ο ενάγων υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει μόνον την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου και όχι και τη συμβολή του καθεαυτήν, το ποσοστό της και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και της επαύξησης, αφού αυτή τεκμαίρεται.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠοΛΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα που καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και ως προς τα δυο σκέλη του, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, επικαλούμενη, κατ' εκτίμηση, παραβίαση από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, προβάλλοντας ότι, παρόλον ότι στην αγωγή δεν αναφερόταν με ορισμένο τρόπο ότι η συνεισφορά του αναιρεσίβλητου στις οικογενειακές ανάγκες υπερέβαινε το μέτρο, που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, δέχθηκε ότι η αγωγή περί συμβολής του αναιρεσίβλητου στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας, μετά την τέλεση του γάμου, ήταν ορισμένη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) της έφεσης της αναιρεσείουσας και των προτάσεων αυτής ως εφεσίβλητης επί της έφεσης του αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει στο Εφετείο τους ανωτέρω ισχυρισμούς, οι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2ΘΘ8, ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, ...6/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο ... Θεσσαλονίκης, στις 05-10-2003...? Από το γάμο αυτό οι διάδικοι δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διήρκεσε έως το Μάιο του 2011, όταν η εναγόμενη...

ζήτησε από τον ενάγοντα να αποχωρήσει από τη συζυγική οικία και επειδή ο τελευταίος δεν το έπραξε, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 29565/2011 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η προσωρινή μετοίκηση αυτού από την ως άνω συζυγική στέγη.

Έτσι, από το Μάιο του 2011 επήλθε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης αυτών. Η τριετία της διάστασης αυτής συμπληρώθηκε το Μάιο του 2014... οι διάδικοι άσκησαν, ο ένας σε βάρος του άλλου, τις αναφερόμενες στο κεφάλαιο II της παρούσας αντίθετες αγωγές περί αποκτημάτων, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Οι διάδικοι δεν επέλεξαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους το σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Ο ενάγων ασκούσε, για πολλά χρόνια πριν από το πιο πάνω γάμο του (που τελέστηκε στις 05-10-2003), εμπορική δραστηριότητα, με αντικείμενο την πώληση, έναντι κέρδους, ταμειακών μηχανών και σχετικών με τις μηχανές αυτές αναλωσίμων ειδών, διατηρώντας προς τούτο κατάστημα.

Την εν λόγω δραστηριότητα άσκησε από 01-01-1974 έως 29-09-2003, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε... χορηγήθηκε... σύνταξη λόγω γήρατος, ανερχόμενη στο ποσό των 542,01 ευρώ μηνιαίως από 1 Οκτωβρίου 2003 και στο ποσό 563,70 ευρώ μηνιαίως από 1 Ιανουαρίου 2004 και εντεύθεν, η οποία από το έτος 2006 και εντεύθεν ανήλθε στο ποσό 595,31 ευρώ μηνιαίως, σύνταξη που κατατίθετο από τον ΟΑΕΕ, μετά το γάμο του, στην Εθνική Τράπεζα και μάλιστα σε κοινό λογαριασμό (...) που διατηρούσε με την εναγόμενη σύζυγο του Α.

Τ.. Επίσης ο ενάγων, λάμβανε από 12.05.2004 και εντεύθεν συμπληρωματική μηνιαία σύνταξη ... που ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 294,96 ευρώ από την Ολλανδία και στο ποσό των 50 ευρώ από τη Γερμανία. Ο ενάγων, εκτός από τις ανωτέρω συντάξεις, είχε εισοδήματα, αφότου παντρεύτηκε και μέχρι 05-12-2007, και από μισθώματα δύο ακινήτων, που ανέρχονταν στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως....Τα δύο ως άνω ακίνητα μεταβίβασε ο ενάγων, κατά το ιδανικό του μερίδιο, λόγω πώλησης, κατά τη διάρκεια του γάμου (στις 05-12- 2007), στον αδελφό του Α., αντί τιμήματος α) 17.533,05 ευρώ τον ως άνω ημιυπόγειο χώρο και β) 16.418,45 ευρώ το ως άνω διαμέρισμα...

Το συνολικό τίμημα που εισέπραξε ο ενάγων από των πώληση των εν λόγω ακινήτων του, ποσού (17.533,05 + 16.418,45=) 33.951,50 ευρώ, παρέδωσε προς διαχείριση στην εναγόμενη σύζυγο του, διότι την εμπιστευόταν, επειδή μέχρι τότε, αλλά και στη συνέχεια μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, είχε δείξει πως έχει ικανότητες προς ορθολογική οικονομική διαχείριση των κοινών εισοδημάτων τους.

Πλέον των ανωτέρω ακινήτων, ο ενάγων είχε, όταν παντρεύτηκε, την επικαρπία εφ' όρου ζωής του, μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού περίπου 60μ2, κτισμένης επί διακεκριμένου τμήματος αγροτεμαχίου έκτασης 2.6006, 38μ2, κειμένης στο ... Θεσσαλονίκης, στην οποία κατοικούσαν οι διάδικοι μετά το γάμο τους, κατά τους μήνες Μάρτιο έως και Οκτώβριο κάθε έτους, ενώ τους χειμερινούς μήνες (Νοέμβριο-Φεβρουάριο) κάθε έτους κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη, σε διαμερίσματα ιδιοκτησίας της εναγομένης, αρχικά σε εκείνο που βρισκόταν επί της οδού ...

και μετά το Μάρτιο του 2009 σε εκείνο που βρισκόταν επί της οδού ...... Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η εναγόμενη είχε στην αποκλειστική κυριότητά της, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της (05-10- 2003) με τον ενάγοντα, τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: 1)Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 89 μ2 και καθαρού 79,50μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον 3° όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά στις 06-05- 1998, δυνάμει του με αριθμό ...6-5-1998 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Χ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό ..., αξίας, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, 40.596 ευρώ. Το διαμέρισμα αυτό κατοικούσε με την υπέργηρη και ασθενή μητέρα της Μ., που αποβίωσε το έτος 2002, οπότε η εναγόμενη, μετά το θάνατο αυτής, παντρεύτηκε (στις 05-10-2003) τον ενάγοντα, με τον οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία το διαμέρισμα αυτό, κάθε έτος για τέσσερις μήνες (Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Ιανουάριο, Φεβρουάριο) 2) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 30 μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον 3° όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά στις 27-01-2000, δυνάμει του με αριθμό .../27-1-2000 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Χ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό ..., αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, σύμφωνα με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 10.486,46 ευρώ 3) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 34μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον ισόγειο όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά, δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Λ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό ..., αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, σύμφωνα με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 25.140,56 ευρώ 4) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 33μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον ισόγειο όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που . απέκτησε με αγορά στις 19-02-2003, δυνάμει του με αριθμό .../19-2-2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Χ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό ..., αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, σύμφωνα με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 12.517,97 ευρώ 5) Ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, TOYOTA starlet, κυβισμού 1000 cc, παλαιότητας άνω της 15ετίας, αξίας, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της, 1.000 ευρώ.

Επίσης, διέθετε και το ποσό των 17.000 ευρώ, σε μετρητά. Δηλαδή , η περιουσία της εναγομένης κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον ενάγοντα (αρχική περιουσία) ανερχόταν στο ποσό των (40.596 + 10.486,46 + 25.140,56 + 12.517,97 + 1.000 + 17.000=) 106.740,99 ευρώ. Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω γάμου και έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, η εναγόμενη πώλησε τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 έως 5 περιουσιακά της στοιχεία και απέκτησε νέα, τα οποία είχε στην ιδιοκτησία της κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος 2014), που είναι τα ακόλουθα: l)Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 118 μ2 και καθαρού 104 μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον 5° όροφο (εξώστη) της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά στις 20-01-2009, δυνάμει του με αριθμό .../20.1.2009 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Α. - Γ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό .... Η εμπορική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των 149.385,60 ευρώ, αξία που συνέπιπτε με αυτή του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού.

Στο διαμέρισμα αυτό κατοίκησαν οι διάδικοι από της αγοράς του (20.1.2009) έως και τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους (Μάιος 2011) και δη κατά τους χειμερινούς μήνες των ετών 2009, 2010 και από τον Ιανουάριο έως το Μάιο του έτους 2011 2) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 65 μ2 και καθαρού 59 μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο 2° όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά την 01-06-2010, δυνάμει του με αριθμό .../1-6-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Α. - Γ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό .... Η εμπορική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των 57.613,50 ευρώ, αξία που συνέπιπτε με αυτή του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού 3) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 58 μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον 3° όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά την 28-05-2010, δυνάμει του με αριθμό .../28-5-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Λ. - Γ., μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό .... Η εμπορική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των 44.098,56 ευρώ, αξία που συνέπιπτε με αυτή του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού 4) Ένα διαμέρισμα εμβαδού μικτού 35,10 μ2 και καθαρού 30,50 μ2, κείμενο στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στον 3° όροφο της επί της οδού ...

πολυκατοικίας, που απέκτησε με αγορά στις 12-03-2004, δυνάμει του με αριθμό .../12.3.2004 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ... με αριθμό …. Η εμπορική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος, στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των 19.225,44, ευρώ, αξία που συνέπιπτε με αυτή του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού 5)Ενα καινούργιο ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, TOYOTA COROLLA SDN Sol, κυβισμού 1600 cc, με αγορά από την TOYOTA στις 26-06-2008.

Η εμπορική αξία του ανωτέρω αυτοκινήτου, στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των 6.000 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέθετε χρηματικό ποσό σε μετρητά κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης.

Δηλαδή η συνολική αξία της περιουσίας της εναγομένης κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Μάιος του 2014), αναγόμενη (αξία) στο χρόνο άσκησης της κρινόμενης β' αγωγής (30-03-2015), ανερχόταν στο ποσό των (149.385,60 + 57.613,50 + 44.098,56 + 19.225,44 + 6.000 =) 276.323,10 ευρώ. Επομένως, επήλθε αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, από την τέλεση του γάμου της με τον ενάγοντα στις 05-10-2003 μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης αυτών (Μάιος του έτους 2014), κατά το ποσό των (276323,10 ευρώ αξία τελικής περιουσίας κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης -106.740,99 ευρώ αξία αρχικής περιουσίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου=) 169.582,11 ευρώ.

Η εναγόμενη ισχυρίστηκε, με τις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση των ως άνω περιουσιακών της στοιχείων ήταν μηδενική και ότι η αύξηση της περιουσίας της κατά τα ανωτέρω περιουσιακά της στοιχεία οφείλεται μόνο σ' αυτήν. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, που προτάθηκε προς απόκρουση του καθιερούμενου από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμηρίου της συμβολής συμμετοχής του ενάγοντος στα αποκτήματα κατά το 1/3, συνιστά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, ένσταση.

Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, με τα παραπάνω πέντε περιουσιακά στοιχεία (4 διαμερίσματα και ένα αυτοκίνητο), οφείλεται μόνο σ αυτήν και ότι η συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων από την εναγομένη ήταν μηδενική. Όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας της εναγομένης (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1037/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όμως, στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε, από όσα ανωτέρω εκτενώς αναφέρθηκαν, ότι ο ενάγων πρόσφερε οικονομικά, από την πρώτη μέρα του γάμου τους έως και τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, στην ικανοποίηση των καθαυτό οικογενειακών τους αναγκών, με τα ποσά των συντάξεων του, με τα ποσά των μισθωμάτων από δύο ακίνητα του έως την πώληση αυτών (στις 5-12-2007), με την εισφορά του τιμήματος που εισέπραξε από την πώληση των ακινήτων του στις οικογενειακές αποταμιεύσεις και με την εισφορά της χρήσης της οικίας του στο ..., για οικογενειακή τους στέγη, όπου οι διάδικοι-σύζυγοι κατοικούσαν για 8 μήνες κάθε έτος, εισφορά, που συνετέλεσε στην εξοικονόμηση δαπανών κατοίκησης, οι οποίες συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας και της εναγομένης.

Να σημειωθεί, ενταύθα, ότι δεν είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση κάθε επί μέρους κατηγορίας υπηρεσιών του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης... Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω ένσταση της εναγομένης περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην απόκτηση των ως άνω περιουσιακών της στοιχείων της.

Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται ότι ο ενάγων συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης-συζύγου του, κατά το ποσοστό του τεκμηρίου που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 1400§1 εδάφιο β' περίπτωση α' του ΑΚ, δηλαδή κατά το 1/3 και, συνακόλουθα, η ως άνω περιουσιακή αύξηση της εναγόμενης- συζύγου του, που προέρχεται από τη δική του συμβολή, ανέρχεται στο ποσό των (169.582,11 Χ1/3=) 56.527,37 ευρώ, και ως προς το ποσό αυτό ο ενάγων έχει νόμιμη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα της εναγομένης.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη, β' αγωγή (7204/27-03-2015) του ενάγοντος να γίνει μερικώς δεκτή κατ' ουσία στην πρώτη επικουρική βάση (του άρθρου 1400§1 εδάφιο β' περίπτωση α' του ΑΚ), και, αφού αναγνωριστεί ότι ο ενάγων συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, από το χρόνο τέλεσης του γάμου (05-10-2003) έως τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης (Μάιος 2014), κατά ποσοστό 1/3, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την εν λόγω συμβολή, το ποσό των 56.527,37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως προς την πρώτη επικουρική της βάση και, δικάζοντας στην ουσία ως προς τη βάση αυτή, την δέχθηκε εν μέρει και, αφού απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσίβλητου στην επαύξηση της περιουσίας της, αναγνώρισε ότι η τεκμαρτή συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της από το χρόνο τέλεσης του γάμου τους έως τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την τεκμαρτή συμβολή του 56.527,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Έτσι, που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του ΑΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμβολής του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη συμβολή του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β'ΑΚ, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της είναι αβάσιμη και απορριπτέα, δεδομένου ότι ο τελευταίος συνέβαλε κατά τη διάρκεια του γάμου τους στην αύξηση αυτή, με τα ποσά των συντάξεων του, με τα ποσά των μισθωμάτων από δύο ακίνητα του έως την πώληση αυτών (στις 5-12-2007), με την εισφορά του τιμήματος που εισέπραξε από την πώληση των ακινήτων του στις οικογενειακές αποταμιεύσεις και με την εισφορά της χρήσης της οικίας του στο ..., για οικογενειακή τους στέγη, όπου οι διάδικοι-σύζυγοι κατοικούσαν για 8 μήνες κάθε έτος, εισφορά, που συνετέλεσε στην εξοικονόμηση δαπανών κατοίκησης, σε τρόπο ώστε η συμβολή του αυτή στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας να ανέρχεται στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3 και να μην είναι μηδενική ή μικρότερη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Τέλος, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης και ειδικότερα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποτίμησης της αξίας της αρχικής περιουσίας της αναιρεσείουσας, περιέλαβε ασαφείς αιτιολογίες, αφού αποτιμά αυτήν, κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, σε 106.740,99 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω αν αυτή είχε την ίδια αξία και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση ,το Εφετείο, με τις εκτιθέμενες ανωτέρω παραδοχές του, περιέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ασαφείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αποτίμησης της αρχικής περιουσίας της αναιρεσείουσας, καθόσον, για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας αυτής, την αποτίμησε στο ποσό των 106.740,99 ευρώ, λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της τέλεσης του γάμου των διαδίκων (5-10-2003), χωρίς να διευκρινίσει, περαιτέρω, αν η αξία αυτής ανερχόταν στο ίδιο ποσό και κατά τον, κατά νόμο, κρίσιμο χρόνο της παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (27-3-2015), κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο οποίος, άλλωστε, είναι πολύ μεταγενέστερος.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς αιτιολογίες, που στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ ως προς το στοιχείο του υπολογισμού της αύξησης της περιουσίας της αναιρεσείουσας. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρ 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως ανωτέρω παραδεκτά συμπληρώθηκε (άρθρ.562 παρ.4 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 15-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.2288/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου