Legislator Case Law & Legislation
804/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding new arguments not raised in lower court.

Case Number 804/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider her defense regarding the defendant's intent to protect her reputation versus malicious defamation. The court ruled that these specific arguments were not essential to the final judgment and were inadmissible as they were raised for the first time during the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 lit. a, 8, 14, 16, 19, 947 § 1 KPolD; An appeal based on the non-consideration of a new argument raised for the first time is inadmissible if the argument was not essential to the final judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal new argument first instance procedural defect reputation rights defamation intent court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 lit. a KPolD
Art. 559 para. 19 KPolD
Art. 559 para. 8 KPolD
Art. 559 para. 16 KPolD
Art. 947 § 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 804 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 804/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγο της δικηγορικής της ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Δ.-Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγο της δικηγορικής του ιδιότητος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις .../2009 και ...2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές και εκδόθηκε η απόφαση 12342/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 540/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 8-3-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και να μην επιβληθεί δικαστική δαπάνη, λόγω της δυσχέρειας ερμηνείας ιδίως της διάταξης του άρθρου 947 ΚΠολΔ, όπως έκρινε του Εφετείο Θεσσαλονίκης και γιατί ο αντίδικος είναι δικηγόρος και δεν έχει υποστεί καμία δικαστική δαπάνη, αφού παρέστη ο ίδιος και κατέθεσε δήλωση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. α’ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 947 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία, κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο, εκδοθείσας απόφασης, που μπορεί να είναι και προσωρινό, αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή.

Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου, κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη , ή ένοχη και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947§ ΚΠολΔ.

Εξάλλου, το άρθρο 106 ΚΠολΔ ορίζει ότι "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι διάδικοι έχουν την εξουσία αφενός να καθορίσουν ποσοτικά και ποιοτικά το αντικείμενο της δίκης και αφετέρου να προσδιορίσουν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θα στηριχθεί η δικαστική απόφαση.

Το δικαστήριο, συνεπώς, αφενός περιορίζεται στο αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το διάδικο, αφετέρου στα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δικαιούται να χρησιμοποιήσει στην απόφασή του, στα οποία θα στηρίξει το διατακτικό του, και είναι αυτά που αποτέλεσαν το περιεχόμενο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Η αόριστη αναφορά της απόφασης, που δέχεται την αίτηση, "σε υποχρέωση παράλειψης οποιοσδήποτε πράξης με την οποία προσβάλλεται η προσωπικότητα του αιτούντος", προφανώς αναφέρεται σε πράξη λογικώς συνδεδεμένη και αναγκαίως συνεχόμενη με την ή τις πράξεις, που έχουν περιγραφεί στο ιστορικό της αίτησης, ως προσβλητικές της προσωπικότητας του αιτούντος, έχουν καταστεί αντικείμενο απόδειξης και όρισαν το πλαίσιο της προστασίας, που ζήτησε ο αϊτών, το οποίο το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να υπερβεί.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του, για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς, συνάγεται, ότι προληπτική προστασία της προσωπικότητας, κατά τη διαδικασία της δίκης, δεν χωρεί με την έννοια της γενικής και εκ των προτέρων απαγόρευσης χρήσης συγκεκριμένων εννοιών και εκφράσεων, εμποδίζοντας έτσι την πρόσβαση του διαδίκου στα δικαστήρια, και μόνο κατά τη δικανική εκτίμηση των ειδικότερων ισχυρισμών μπορεί να απαγορευτεί η χρήση αυτών, αφού, όμως, προηγουμένως, κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, ότι αυτοί δεν είναι απαραίτητοι για την υπεράσπιση των απόψεων του διαδίκου, που τους χρησιμοποιεί.

Δηλαδή, η πρόσβαση στη δικαστική προστασία δεν μπορεί να εμποδιστεί με περιορισμούς προληπτικού χαρακτήρα, ακόμη και αν πρόκειται να προστατευτεί το δικαίωμα της προσωπικότητας άλλου προσώπου. Και τούτο διότι είναι πιθανό, να ματαιωθεί η ικανοποίηση των αξιώσεων του προσφεύγοντος στο δικαστήριο, που προκύπτουν από την προσβολή της προσωπικότητας του, αν οι προσβλητικές εκφράσεις αξιολογηθούν, τελεσιδίκως, από το δικαστήριο, ως ισχυρισμοί που στηρίζουν αποδεδειγμένα την ουσιαστική βασιμότητα της αιτούμενης δικαστικής προστασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις, από 3.1.2009 και 15.10.2009, αγωγές της, η αναιρεσείουσα ζήτησε να βεβαιωθεί ότι ο αναιρεσίβλητος παραβίασε το διατακτικό της 35863/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί μετά από αίτησή της με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 12342/2010 απόφασή του, συνεκδίκασε τις αγωγές και δέχθηκε την πρώτη κατά ένα μέρος και τη δεύτερη, στο σύνολό της.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος και το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι, που είναι δικηγόροι, διατηρούσαν ερωτικό δεσμό, η διάρκεια του οποίου διασπάστηκε οριστικά τον Αύγουστο του 2007.

Με την, από 1.8.2008 αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η εφεσίβλητη ιστορούσε ότι ο εκκαλών προσέβαλλε, διαρκώς, την προσωπικότητά της με απειλές, εξυβρίσεις, αποστολή υβριστικών μηνυμάτων, χειρόγραφων ή στο κινητό τηλέφωνό της και των οικείων της, διαρκή παρακολούθηση της ίδιας και της ανήλικης κόρης της, ανάρτηση συκοφαντικών σημειωμάτων στην είσοδο της πολυκατοικίας που διέμενε, φθορές στο επιβατικό αυτοκίνητό της κλπ.

και ότι γενικώς εκδήλωνε επίμονη και σταθερή επιθετικότητα, που προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της και της προκαλούσε τρόμο και ανησυχία και ζητούσε, 1) να παύσει προσωρινά, α) να την παρακολουθεί ο ίδιος ή χρησιμοποιώντας τρίτα πρόσωπα, β) να πλησιάζει το ΙΧΕ αυτοκίνητό της και να εναποθέτει σ’ αυτό φακέλους, σημειώματα ή φωτογραφίες, γ) να τη φωτογραφίζει και να χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες, δ) να αποστέλλει μηνύματα στο κινητό της και στην ηλεκτρονική της διεύθυνση και 2) να υποχρεωθεί σε παράλειψη της προσβολής της προσωπικότητάς της, για το μέλλον.

Το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση και απαγόρευσε στον εκκαλούντα 1) να παρενοχλεί την απούσα με τηλεφωνήματα ή με την αποστολή υβριστικού και απειλητικού περιεχομένου, τόσο στο τηλέφωνο της κατοικίας της όσο και στο τηλέφωνο της εργασίας της και στο κινητό της ή με την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων στην ηλεκτρονική της διεύθυνση, 2) να την παρακολουθεί, να πλησιάζει το αυτοκίνητό ή την κατοικία της, 3) να εναποθέτει στο αυτοκίνητό της ή αλλού επιστολές, φακέλους ή σημειώματα για το πρόσωπό της και 4) να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη πράξη, με την οποία προσβάλλεται η προσωπικότητα της.

Ως μέσο, για την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, απείλησε σε βάρος του, χρηματική ποινή 1.500 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 30 ημερών, για κάθε παράβαση των διατάξεών της. Η απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 12-11-2008, ενώ τακτική αγωγή της εφεσίβλητης για προσβολή της προσωπικότητάς της κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 10.12.2008, δηλαδή ασκήθηκε εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, όπως όριζε και η ως άνω απόφαση, με συνέπεια να διατηρείται η ισχύς της, ενώ, οριστική απόφαση επί της αγωγής δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε μέχρι τη συζήτηση της έφεσης.

Στις 5.12.2008, ο εκκαλών κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αγωγή σε βάρος της εφεσίβλητης, για προσβολή της προσωπικότητας του, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση, λόγω της υπεξαίρεσης εκ μέρους της των αναφερόμενων στην αγωγή κινητών πραγμάτων του.

Στο δικόγραφο της αναφέρεται στο χαρακτήρα, την ψυχική ισορροπία και την ηθική της εφεσίβλητης, αλλά και τις σχέσεις της με την ανήλικη, ηλικίας περίπου 15 ετών, κόρη της από προηγούμενο γάμο της, της οποίας έχει την επιμέλεια. Συγκεκριμένα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσίβλητη έχει έκλυτο χαρακτήρα εξαιτίας του οποίου ο ίδιος υποχρεώθηκε να προβεί σε εξονυχιστικές αιματολογικές εξετάσεις προτού συνδεθεί με άλλη γυναίκα, ότι είναι ελαχίστου ηθικού αναστήματος, ότι έχει ψυχοσωματική αστάθεια η οποία ίσως οφειλόταν σε γονιδιακή ατέλεια με κληρονομικές ενδεχομένως επιπλοκές για τα τέκνα που επιθυμούσαν να αποκτήσουν, ότι κατά τη διάρκεια απουσίας της απευθύνθηκε σε ειδικούς ιατρούς και ότι, μετά από συζήτηση μαζί τους και ανάγνωση ψυχιατρικών βιβλίων που του έδωσαν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για επίκτητο και όχι συγγενές ψυχοπαθολογικό σύνδρομο, που οφειλόταν στις πλείστες των περιπτώσεων, κατά τη σχετική βιβλιογραφία σε ψυχοσωματική κακοποίηση των ασθενών σε νεαρή ηλικία, οι οποίοι στη συνέχεια σε ποσοστό 93% εμφάνιζαν διαφόρων κλιμακώσεων εγκληματική δραστηριότητα στη μετεφηβική ή ενήλικη ζωή τους και εθισμό στην υποβάθμιση και κακοποίηση, σε βαθμό μάλιστα που να τις επιδιώκουν ακόμη, ότι έτσι αντιλήφθηκε την αιτία των κάκιστων συμπεριφορών της, όπως έντονη κρυψίνοια, απόλυτη έλλειψη αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας, συναισθηματική απονέκρωση και μίσος, καθ’ έξιν ψεύδη και υποκρισία, παραφιλικές παρεκκλίσεις, σχιζοειδείς αντιδράσεις εν ηρεμία κ.ά., έναντι του ιδίου και οικείων της, συναδέλφων τους δικηγόρων και ιδιαίτερα έναντι της κόρης της, προς την οποία επεδείκνυε άκρως αντιπαιδαγωγική και εγκληματικά ανάγωγη τακτική, ότι την κόρη της παρακολουθούσε ειδικός παιδοψυχολόγος, ενώ στην πραγματικότητα το πρόβλημα ήταν η ίδια, η οποία υπονόμευε τη σχέση της ανήλικης με τον πατέρα της και μέμφονταν αυτή για κάθε κακό που είχε υποστεί, ότι έχει ταπεινή καταγωγή, ανύπαρκτη αγωγή και απαράδεκτο τρόπο άσκησης δικηγορίας, ότι αποτελεί όνειδος για το φύλο της και καταισχύνη για το επάγγελμα, ότι είχε έφεση προς τα μέλη του δικηγορικού συλλόγου και ότι σε ηλικία 24 ετών και ενώ ήταν μνηστευμένη με αποβιώσαντα ήδη, άλλοτε δικηγόρο Θεσσαλονίκης, του υπεξήραισε κερδοφόρο λαχνό, αξίας τότε 15.000.000 δρχ., που είχε περιέλθει στην κατοχή της λόγω της σχέσης μνηστείας τους, τον οποίο εξαργύρωσε και προέβη στην αγορά ακινήτου, ότι είχε υποστεί χειροδικίες τόσο από τον πρώην σύζυγό της όσο και από έτερο μνηστήρα της, γνωστό του πρόσωπο και παλαιότερα πελάτη του, ότι είναι εγκληματική φύση και πολλές άλλες παρόμοιες φράσεις για την ίδια και το παρελθόν της.

Η εφεσίβλητη υπέβαλε σε βάρος του μήνυση, για εξύβριση, απειλή και φθορά ξένης ιδιοκτησίας και αυτός κατέθεσε εναντίον της μήνυση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση. Στη συνέχεια, ο εκκαλών κατέθεσε, στις 27-11- 2008, στον Πταισματοδίκη Ι’ Τμήματος Θεσσαλονίκης, το από 26.11.2008 σημείωμα-υπόμνημα του, με το οποίο επικαλούνταν τα συνημμένα σε αυτό και προσκομιζόμενα σε φωτοαντίγραφα έγγραφα της, από 16.11.2005, εξώδικης διαμαρτυρίας προς την εκκαλούσα και της από 19.12.2005 αναφοράς προς το Δ.Σ.Θ.

του Ε. Ν., πελάτη της, σε προγενέστερο χρόνο, τα οποία αφορούσαν διαμαρτυρία του τελευταίου σχετικά με τον, εκ μέρους της, τρόπο χειρισμού των υποθέσεων του, διαλαμβάνοντας στο ίδιο υπόμνημα και αρνητικά σχόλια για τον τρόπο άσκησης της δικηγορίας από αυτή. Συγκεκριμένα ο εκκαλών στο εν λόγω υπόμνημά του ανέφερε "Από τα έγγραφα αυτά ανάγλυφα αναδύεται και ο τρόπος με τον οποίο η εγκαλουμένη ασκεί το λειτούργημα της δικηγορίας, πέραν των όσων στην άνω έγκλησή μου αναφέρω, τα όσα δε σε αυτά περιλαμβάνονται δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο πελάτης της.

Άλλωστε, είχα και ο ίδιος τη δυστυχία να διαπιστώσω "από πρώτο χέρι" την απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά της, ιδία έναντι συναδέλφων της, από την οποία αβίαστα προέκυπτε γενικά και το ποιόν της, περί να οποίων όμως επιφυλάσσομαι να καταθέσω σε ωριμότερο χρόνο". Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 3.3.2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εκκαλούσας με την οποία ζητούσε την ανάκληση της, παραπάνω 35863/2008 απόφασης, ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχε λόγος διατήρησής της και ότι η εκκαλούσα σκοπό είχε να χρησιμοποιήσει την εν λόγω απόφαση προκειμένου να του αποσπάσει με βεβαίωση της παραβίασής της χρηματικά ποσά, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με την 7080/2009 απόφασή του.

Τόσο στο δικόγραφο της αίτησής του, όσο και στα δικόγραφα του, από 5.5.2009, σημειώματος και της, από 8.5.2009, προσθήκης- αντίκρουσης, που κατέθεσε σχετικά, περιλαμβάνει προσβλητικές εκφράσεις για την εκκαλούσα, όπως ότι μόνιμος στόχος της υπήρξε η παράνομη είσπραξη χρημάτων από αυτόν, ότι έχει "εγκληματικό δόλο", επανειλημμένα τη χαρακτηρίζει σε όλα τα ανωτέρω δικόγραφα "κοινό εγκληματία", ότι ωθείται "από τα πλέον ταπεινά και χυδαία των κινήτρων", ότι "συναγελάζεται άγνωστα στοιχεία του υποκόσμου", ότι σκοπό είχε να τον παρασύρει στην "απατηλή σύναψη γάμου", ότι είναι "αδίστακτου και τυχοδιωκτικού χαρακτήρα", στο σημείωμα όπ κάνει "επίμονη και νοσηρή κατάχρηση της δικηγορικής της ιδιότητας", ότι έχει "ψυχοπαθητική εγκληματική ιδιοσυγκρασία", ότι είναι εθισμένη στο "ψεύδος και την υποκρισία", ότι "διαβιεί και πολιτεύεται συστηματικά κατά τον προεκτεθέντα επαίσχυντο τρόπο, τόσο ως άνθρωπος, αλλά και ως δικηγόρος", ότι " αυτό που ασκεί δεν είναι δικηγορία αλλά δικηγορική αγυρτεία", ότι τη χαρακτηρίζει" ψυχοπαθητική αστάθεια" και στην προσθήκη - αντίκρουση ότι "τρέφεται και εισπράττει ευχαρίστηση από τον πόνο, δυστυχία ή και απλή ενόχληση, που ασμένως προκαλεί στους άλλους, αδιακρίτως", ότι μόνιμος στόχος της ήταν η είσπραξη χρημάτων από αυτόν και επειδή δεν κατάφερε να τα εξασφαλίσει διά βίου ως σύζυγός του, επιχειρεί εκβιαστικά να του τα υφαρπάξει, ότι δεν υπάρχει καμία εκτίμηση αμοιβαία μεταξύ αυτής και του πατέρα της και ότι θα μπορούσε και αυτόν ακόμη να εξαπατήσει, ότι υπήρξε ο μόνος, που δεν είχε χειροδικήσει κατ’ αυτής και πολλά άλλα παρόμοια, που αφορούν την ίδια και το παρελθόν της.

Το γεγονός ότι ο εκκαλών συμπεριέλαβε στα δικόγραφα, που προαναφέρθηκαν, τις παραπάνω εκφράσεις, οδήγησε την εφεσίβλητη στην απόφαση να ασκήσει τις υπό κρίση αγωγές της, με τις οποίες ζήτησε να βεβαιωθεί η παραβίαση της απόφασης που διέταξε την προσωρινή προστασία της προσωπικότητάς της. Όμως τέτοιας μορφής προστασία δεν προβλέφθηκε από τις διατάξεις της ως άνω απόφασης.

Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που δέχθηκε την αίτηση της εφεσίβλητης, έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε ως παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της εφεσίβλητης μια σειρά ενεργειών του εκκαλούντος, όπως αυτές εκτέθηκαν στο ιστορικό της αίτησης και αποτέλεσαν αντικείμενο της απόδειξης στο οποίο στήριξε την κρίση της και με τη φράση, ότι του απαγορεύεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη πράξη με την οποία προσβάλλεται η προσωπικότητα της απούσας, στόχευε στην προστασία της εφεσίβλητης από κάθε παράνομη και αντικοινωνική εκδήλωση του εκκαλούντος σε βάρος της, ακόμη και αν αυτή είχε μορφή διαφορετική από τις ενέργειες που το Δικαστήριο μπορούσε να προβλέψει και να περιλάβει ρητά στο διατακτικό της απόφασής του.

Είναι όμως σαφές, ότι το Δικαστήριο, αφενός δεν είχε υπόψη του τις δικαστικές διαμάχες των διαδίκων, αφετέρου ότι η, εκ των προτέρων, απαγόρευση χρήσης συγκεκριμένων χαρακτηρισμών και εκφράσεων σε δικόγραφα που κατατίθενται στα δικαστήρια κατά την εξέλιξη της δίκης και εμπεριέχουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων δεν είναι, επιτρεπτή.

Επομένως, καταλήγει το εφετείο, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί από τη διατύπωση οποιουδήποτε ισχυρισμού σε δικόγραφο, και όταν ακόμη αυτός κρίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, ότι προσβάλλει την προσωπικότητα της εφεσίβλητης, παραβίαση του διατακτικού της, εν λόγω, απόφασης, αφού δεν περιλαμβάνεται στις ενέργειες στην παράλειψη των οποίων υποχρεώθηκε ο εκκαλών.

Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τις αγωγές. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, 1) δεν παραβίασε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και τις διατάξεις των άρθρων, 4 παρ.1, 5 παρ. 1 και 2, 20 παρ.1 του Συνάγματος και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθώς, δέχτηκε ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξε παραβίαση, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2) διέλαβε στην απόφαση του, σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου των, ότι το εφετείο 1) διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, αν και δέχεται, ότι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που δέχθηκε την αίτηση της εφεσίβλητης στόχευε στη προστασία της εφεσίβλητης, από κάθε παράνομη και αντικοινωνική εκδήλωση του εκκαλούντος σε βάρος της, ακόμη και αν αυτή είχε μορφή διαφορετική από τις ενέργειες, που το Δικαστήριο μπορούσε να προβλέψει και να περιλάβει ρητά στο διατακτικό της απόφασής του, όμως δέχθηκε και ότι η, εκ των προτέρων, απαγόρευση χρήσης συγκεκριμένων χαρακτηρισμών και εκφράσεων σε δικόγραφα που κατατίθενται στα δικαστήρια, κατά την εξέλιξη της δίκης και εμπεριέχουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων δεν είναι, επιτρεπτή και 2) εσφαλμένα, δέχθηκε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του διατακτικού της, εν λόγω, απόφασης, από τη διατύπωση οποιουδήποτε ισχυρισμού σε δικόγραφο, και όταν ακόμη αυτός κρίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, ότι προσβάλλει την προσωπικότητα της εφεσίβλητης, αφού δεν περιλαμβάνεται στις ενέργειες στην παράλειψη των οποίων υποχρεώθηκε ο εκκαλών, είναι αβάσιμες, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν και δοθέντος ότι οι παραπάνω παραδοχές δεν είναι αντιφατικές.

Συνεπώς οι, περί του αντιθέτου, πρώτος, από τον αριθμό 1 και τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τον οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η παραβίαση και των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ, 361, 367 ΠΚ, και η έλλειψη σαφούς αιτιολογίας της απόφασης, κατά το αντίστοιχο μέρος της, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι εσφαλμένα και δίχως να περιλάβει στην απόφαση του επαρκή αιτιολογία το εφετείο δέχθηκε, ότι οι πράξεις του αναιρεσίβλητου, που προαναφέρθηκαν, συνιστούν άσκηση νόμιμου δικαιώματος του και δεν προσβάλλουν την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι το εφετείο στήριξε την κρίση του, μόνο, στην, επαρκώς αιτιολογημένη παραδοχή, ότι η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, η οποία εκδηλώθηκε με την προσφυγή του στα δικαστήρια, δεν περιλαμβάνεται στις ενέργειες στην παράλειψη των οποίων υποχρεώθηκε, με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων.

Η παραδοχή μάλιστα αυτή στηρίζει, αυτοτελώς, το διατακτικό της απόφασης, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, κρίσιμο είναι αν η παραπάνω συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, να προσφύγει δηλαδή στο δικαστήριο με δικόγραφα, στο περιεχόμενο των οποίων διέλαβε, σε βάρος της αναιρεσείουσας, όσα προαναφέρθηκαν, περιλαμβάνεται ή όχι στις ενέργειες στην παράλειψη των οποίων υποχρεώθηκε, με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και όχι αν τα διαλαμβανόμενα σε αυτά πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν, πράγματι, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της, η οποία θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο και δεν μπορούσε να κριθεί από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως και, κατά το μέρος αυτό, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί προσωρινού δεδικασμένου και μη δεχόμενο, ορθώς, ότι υπάρχει δεδικασμένο, ως προς το ότι η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και εμπίπτει στην απαγορευτική διάταξη της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια και ο αντίστοιχος, δεύτερος, λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, ότι το εφετείο, 1) λαμβάνοντας υπόψη του και δεχόμενο, δίχως τη νόμιμη επίκληση του στην πρωτοβάθμια δίκη από τον αναιρεσίβλητο, τον ισχυρισμό ότι οι δυσφημιστικές και εξυβριστικές πράξεις του έγιναν με σκοπό την προστασία του δικαιώματος του, και 2) μη λαμβάνοντας υπόψη τον, παραδεκτά προβληθέντα, ισχυρισμό της, ότι αυτές έγιναν με σκοπό εξύβρισης, και ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου, με την οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά ο παραπάνω ισχυρισμός του είναι απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και προαναφέρθηκε, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν ήταν ουσιώδεις, ενόψει του ότι το εφετείο δεν στήριξε την κρίση του, με την οποία απέρριψε τις αγωγές, στην άρση του αδίκου των πράξεων του αναιρεσίβλητου δηλαδή στο ότι οι δυσφημιστικές και εξυβριστικές πράξεις του έγιναν με σκοπό την προστασία του δικαιώματος του αλλά, στήριξε αυτήν, απλώς και μόνο στο δικαίωμα του να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια, δίχως να ερευνήσει, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αλλά και δυνατότητα, αν α)τα διαλαμβανόμενα στο περιεχόμενο των δικογράφων πραγματικά περιστατικά προσβάλλουν την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας και β) αναφέρθηκαν σε αυτά στα πλαίσιο άσκησης νόμιμου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου ή με σκοπό εξύβρισης της αναιρεσείουσας.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, που προκλήθηκαν από την άσκησή της, σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2012 αίτηση αναίρεσης της Α. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 540/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ