Legislator Case Law & Legislation
804/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding court's liability assessment.

Case Number 804/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the insurance company's appeal against a lower court's finding of joint liability in a traffic accident. The court held that the appellate court's reasoning regarding the driver's failure to brake or yield was legally sound and based on proven facts. Consequently, the appeal was dismissed, the appeal bond was forfeited, and the insurer was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 914, 300 of the Civil Code; Article 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only on legal grounds and does not re-evaluate the factual assessment of the court of first instance unless there is a clear error in law.

Keywords

AI generated
traffic accident liability joint and several liability appeal admissibility evidence assessment legal costs allocation code of civil procedure joint negligence

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, item e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 804 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 804/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. χας Τ. Κ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Μ. Κ. του Τ., 2) Π. Κ. του Α., 3) Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., 4) Ε. Κ. συζ. Α. Ν., κατοίκου ..., 5) Ν. Κ. του Α., συζ. Α. Α., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. και 7) Μ. συζ. Α. Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 4η και 5η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Β. Κ. του Τ., του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του Ν. χα Τ. Κ. (1η), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και παρίσταται με τον ίδιο, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο, ενώ οι 2ος, 6ος και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2023/2010 μη οριστική και 3199/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4879/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 5-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4879/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 20-6-2015 (αρ. κατ. ...-6-2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 4879/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη Σύμβαση Ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 19-2-2016, με αριθμό πινακίου 20, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο.

Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ...26-8-2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, προκύπτει, ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής (βλ.

το με αρ. .../2-9-2014 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Σ. Γ.), ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προ ενενήντα ημερών, σύμφωνα με την από 30-6-2015 Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), στον 2ο αναιρεσίβλητο, Π. Κ. του Α. (άρθρ. 124, 128 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Επίσης, από τις υπ’ αρ. .../ 26-8-2015 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την ανωτέρω Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον 6ο και την 7η των αναιρεσιβλήτων, Α.

Κ. και Μ. συζ. Α. Κ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., αγνώστων των λοιπών στοιχείων διεύθυνσης της κατοικίας αυτών, για να παραστούν επίσης στην αρχική δικάσιμο της 19-2-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Συγχρόνως, περίληψη των ανωτέρω δύο εκθέσεων επίδοσης δημοσιεύθηκε ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών (άρθρ. 134 παρ. 1 και 135 παρ. 1 σε συνδ. 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα προκύπτει από το με αρ.

φύλλου .../10-9-2015 της εφημερίδας ... (βλ. σελ. 15 αυτής) και από το με αρ. φύλλου .../11-9-2015 της εφημερίδας ... (βλ. σελ. 4 αυτής). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 2ος, 6ος και 7η των αναιρεσιβλήτων, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι.

Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι 2ος, 6ος και 7η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρ. 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και επειδή πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία (αυτοκινητικό ατύχημα), που δημιουργεί τη δικονομική σχέση της απλής ομοδικίας, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους (άρθρ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία των απολειπομένων.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.

Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος, Β. Κ., του οποίου τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα του Ν.

χήρα Τ. Κ. (1η αναιρεσίβλητη) δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά τη δίκη στο όνομά του. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός γεννήθηκε στις 12-1-1998 (βλ.

σελ. 5α της προσβαλλόμενης απόφασης) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 12-1-2016, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 22-6-2015 (βλ. τη με αρ. ...-6- 2015 έκθεση κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών) και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (11-8-2014).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έπρεπε να απευθύνεται ατομικά κατά του Β. Κ. και όχι κατά της νομίμου αντιπροσώπου μητέρας του, 1ης αναιρεσίβλητης, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού. Όμως ο ενηλικιωθείς αναιρεσίβλητος με τη δήλωσή του στο ακροατήριο ότι συνεχίζει τη δίκη ατομικά, την οποία δήλωση επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενέκρινε την αίτηση αναίρεσης ως δικαιούχος διάδικος και επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά του.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττει την υπ’ αρ. 4879/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ’ αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.

Παρέπεται, ότι και η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων, που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 684/2013, πρβλ.

επίσης ΑΠ 176/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/ 1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ 686/2011, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από το άρθρο 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1, ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....

κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (ΑΠ 1207/ 2004). Επίσης, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:...δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".

Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/ 2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. δ’ του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και 300 Α.Κ., ως προς το ουσιώδες ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του θύματος-πεζού, σύμφωνα με την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού, που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, με λόγο έφεσης (άρθρ. 562 παρ. 2 σε συνδ. 240 ΚΠολΔ), με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές του δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι δέχτηκε ότι το θύμα κατήλθε στο οδόστρωμα σε σημείο, όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 300 Α.Κ. και 38 παρ. 4 εδ. δ’ Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που εφάρμοσε από κοινού με το εδ. ε’ , με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδαφίου δ’ , σύμφωνα με τις παραδοχές της, με συνέπεια να καταλήξει σε εσφαλμένο πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα του πεζού και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.

δ’ και ε’ του ΚΟΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του δυστυχήματος και της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας και του πεζού -θύματος και ειδικότερα, της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, δέχτηκε τα εξής: "Στις 21-4-2007 και περί ώρα 00:30 ο τρίτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της Λεωφόρου ... στη Χαλκίδα, στο ύψος περίπου του οικοδομικού ..., με κατεύθυνση από Νεάπολη προς Λ. Άμμο. Η ανωτέρω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,40 μέτρων (βλ.

σχεδιάγραμμα τόπου οδικού τροχαίου ατυχήματος). Στο προαναφερόμενο σημείο της η ανωτέρω λεωφόρος είναι ευθεία, οπότε και η ορατότητα δεν περιορίζεται, και η κατάστασή της κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως περιγράφεται στην έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος, ήταν ξηρή, με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό λόγω της νύχτας, αραιή κυκλοφορία οχημάτων, ελάχιστη κυκλοφορία πεζών και αίθριο καιρό.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ανά ώρα (κατοικημένη περιοχή, άρθρο 20 παρ. 1 του ΚΟΚ). Επιπλέον, στο σημείο εκείνο δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, όπως άλλωστε και φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία, ενώ δεν διακριβώθηκε σε ποια απόσταση από το πιο πάνω σημείο υπήρχαν τέτοιες διαβάσεις ή φωτεινοί σηματοδότες.

Τη στιγμή που ο τρίτος εναγόμενος πλησίαζε το ανωτέρω σημείο της λεωφόρου, αντιλαμβανόμενος ότι έτερο όχημα μάρκας OPEL που κινείτο ομόρροπα και όπισθεν του οχήματός του, ανέπτυξε ταχύτητα με σκοπό να πραγματοποιήσει προσπέραση από αριστερά, κινήθηκε προς το άκρο και δεξί τμήματα της λωρίδας του, προκειμένου να επιτρέψει στο προαναφερθέν όχημα να περάσει.

Κατά τον ίδιο δε χρόνο, ο θανών και οικείος των εναγόντων, Τ. Κ., προσπαθούσε να περάσει απέναντι, διασχίζοντας κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία των άνω οχημάτων τη Λεωφόρο ... και έχοντας ήδη διανύσει περί τα τρία μέτρα από το πεζοδρόμιο της άνω λεωφόρου. Τότε, ο οδηγός του ανωτέρω, ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε διακρίνει τον τελευταίο, αιφνιδιάστηκε, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει και να τον παρασύρει σε απόσταση 3,80 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης.

Πιο συγκεκριμένα, το όχημα του τρίτου εναγομένου επέπεσε επί του σώματος του πεζού με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του και δη με τον ανεμοθώρακα από την πλευρά του οδηγού, ενώ στο σημείο της σύγκρουσης βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών. Τέλος, δεν βρέθηκαν ούτε ίχνη τροχοπέδησης ούτε πλάγιας ολίσθησης επί του οδοστρώματος (βλ.

σχεδιάγραμμα τόπου τροχαίου ατυχήματος). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού, καθόσον αυτός διακομίστηκε αμέσως μετά το ατύχημα στο Νοσοκομείο Χαλκίδας, πλην όμως την ίδια ημέρα και ώρα 06.25 επήλθε ο θάνατός του συνεπεία των κακώσεων που υπέστη στην κεφαλή, στον θώρακα και στην κοιλία (βλ.

την από 4-6-2007 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστή Σ. Π.). Σημειωτέον ότι ο πιο πάνω πεζός είχε πρόσφατα καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, αφού, αμέσως μετά το ατύχημα διενεργήθηκε έλεγχος αλκοόλης με ηλεκτρονική συσκευή (αλκοολόμετρο) και ανιχνεύθηκε αλκοόλ σε ποσότητα 0,91 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (δεύτερη μέτρηση δεν πραγματοποιήθηκε), ενώ περαιτέρω, καθόσον λήφθηκε δείγμα αίματος, διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ήταν 2,07 γραμμάρια κατά λίτρο αίματος ή 2,07%ο (βλ.

από 24-5-2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης). Υπό τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι το ένδικο ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες (θανάσιμος τραυματισμός πεζού) οφείλονται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του τρίτου των εναγομένων όσο και του ίδιου του θανόντος.

Ειδικότερα, του τρίτου εναγομένου, οδηγού του οχήματος, διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, περαιτέρω, δε, δεν ρύθμισε, ούτε μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες (κίνηση κατά τις νυκτερινές ώρες, εντός κατοικημένης περιοχής, με ανεπαρκή φωτισμό), ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά και να διακόψει την πορεία του οχήματός του, μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό απ’ αυτόν τμήμα της οδού, ιδίως συνυπολογιζομένου και του ότι προηγείτο άλλο όχημα που είχε μόλις διενεργήσει προσπέραση δυσχέρανε την ορατότητά του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα και σε ικανή απόσταση τον πεζό και να μην έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια με ελιγμό ή πέδηση (παραβάσεις των άρθρων 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ).

Του δε θανόντος, γιατί, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 εδάφια δ’ και ε’ του ΚΟΚ, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως και διέσχισε περίπου κατά το ήμισυ το ρεύμα κυκλοφορίας της προαναφερόμενης λεωφόρου προς την Λ. Άμμο, στο προαναφερόμενο σημείο της, όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του άνω οχήματος του τρίτου εναγομένου, κατά τη στιγμή μάλιστα που κινείτο και έτερο όχημα, μάρκας OPEL, που πραγματοποίησε προσπέραση, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και χωρίς να προβεί σε επιστάμενο έλεγχο της κίνησης στο άνω ρεύμα κυκλοφορίας των οχημάτων, ώστε να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησίαζαν και δη εκείνου που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το γεγονός, ότι ο θανών ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος συνέβαλε στο να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει ορθά τα αντικειμενικά στοιχεία (απόσταση του ζημιογόνου οχήματος, ταχύτητα αυτού κ.λπ.) και να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον κίνδυνο με αποτέλεσμα να λάβει τη λανθασμένη απόφαση να επιχειρήσει να διασχίσει την οδό, χωρίς να περιμένει πρώτα τη διέλευση του άνω οχήματος που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος δεδομένης της ανυπαρξίας διάβασης πεζών.

Οι παραβάσεις δε αυτές του τρίτου εναγομένου και του πεζού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύσσονται, αδιαμφισβήτητα συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίμαχου τροχαίου ατυχήματος, ενώ η υπαιτιότητα αυτών επιμερίζεται, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, σε ποσοστό 70% για τον πεζό και 30% για τον οδηγό του αυτοκινήτου".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΟΚ και όχι το εδάφιο δ’ αυτής, στην οποία στήριξε την συνυπαιτιότητα του θύματος - πεζού, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. και του Ν.

ΓΠΝ/1911 και ορθά υπήγαγε σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του και τα οποία δικαιολογούν το διατακτικό της. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το θύμα συνετέλεσε στην πρόκληση του δυστυχήματος, διότι κατήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο άρχισε να διασχίζει κάθετα, σε σημείο, όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία του ζημιογόνου οχήματος, που ασφάλιζε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τη διέλευση του οποίου όφειλε να αναμείνει.

Η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση και της διάταξης του εδαφίου δ’ της ανωτέρω διάταξης, που εφαρμόζεται σε διαβάσεις, όπου δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, δηλαδή προϋπόθεση, που δεν συνέτρεχε στην ένδικη υπόθεση, διότι στο σημείο της σύγκρουσης δεν υπήρχαν διαβάσεις, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν καθιστά εκ μόνου του λόγου αυτού αναιρετέα την απόφαση, εφόσον το Εφετείο δεν οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του θύματος, με βάση αποκλειστικά και μόνο το εδάφιο δ’ , αλλά, διότι εφάρμοσε το εδάφιο ε’ της ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 38 παρ. 4 του ΚΟΚ, το πραγματικό της οποίας αρκούσε από μόνο του για να στηρίξει το διατακτικό για την συνυπαιτιότητα του πεζού.

Εξάλλου, η πλεοναστική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. δ’ δεν στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εφόσον από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που από μόνα τους αρκούσαν για την εφαρμογή του εδαφίου ε’ της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης ως προς το συντρέχον πταίσμα του θύματος -πεζού, στην οποία διάταξη στηρίχτηκε το αποδεικτικό του πόρισμα και έτσι, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΟΚ για το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του πεζού. Επομένως, όσα αντίθετα αιτιάται η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με τους 1ο και 2ο λόγους της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 38 παρ. 4 εδάφιο δ’ του ΚΟΚ και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρ. 38 παρ. 4 εδάφιο δ’ και ε’ του ΚΟΚ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ότι με τις παραδοχές της παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρ. 914, 300 του ΑΚ και του άρθρ. 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ, διότι δημιουργούνται αμφιβολίες, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως προς τη συμπεριφορά του οδηγού, συγκροτούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, όπως έχουν προεκτεθεί, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγού) οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού και του πεζού.

Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο οδηγός όταν αντιλήφθηκε ότι το ομορρόπως και πίσω από αυτόν κινούμενο όχημα είχε πρόθεση να τον προσπεράσει, κινήθηκε στο άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδας του, προκειμένου να διευκολύνει την προσπέραση, με συνέπεια να μην έχει τεταμένη την προσοχή του στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως θα έπρεπε, ενόψει των ειδικών συνθηκών (νύκτα, ανεπαρκής φωτισμός).

Επίσης, το Εφετείο δέχεται ότι ο οδηγός δεν μείωσε την ταχύτητά του, που ήταν αυξημένη ενόψει των περιστάσεων αυτών, με άμεση συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό, που βρισκόταν στην τροχιά του, τον οποίο παρέσυρε, χωρίς συγχρόνως να εκτελέσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδη κατά παράβαση του άρθρ. 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ.

Επομένως, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, εάν οδηγούσε συνετά και επιμελώς με μειωμένη ταχύτητα, θα μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό και θα μπορούσε, είτε να τροχοπεδήσει, είτε να ακινητοποιήσει το όχημά του, ώστε να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει την κίνησή του και να διασχίσει το οδόστρωμα.

Η πλεοναστική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης για το αυτοκίνητο, που εκτέλεσε την προσπέραση, δεν αλλοιώνει το αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τη συνυπαιτιότητα του οδηγού, που στηρίζει ορθό διατακτικό, αλλά αποτελεί επιχείρημα, που ενισχύει την κρίση του Εφετείου, ότι ο οδηγός θα έπρεπε να επιδείξει περισσότερη προσοχή, λόγω της ειδικής αυτής περίστασης και, είτε να μετριάσει την ταχύτητά του, είτε να πεδήσει, ενέργειες, που περέλειψε να εκτελέσει.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το σε ποιο αυτοκίνητο παρενεβλήθη ο πεζός, εάν ο αιφνιδιασμός του οδηγού ήταν αντικειμενικά απόλυτος και εάν αυτός είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του και ασκούσε τον έλεγχο του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι αυτές αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί με αυτές η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρ. 914, 300 ΑΚ και 19 παρ. 2 και 3 ΚΟΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στις ανωτέρω διατάξεις.

Επομένως ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν θα περιληφθεί στο διατακτικό διάταξη περί δικαστικών εξόδων υπέρ των απολειπομένων διαδίκων (2ου, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων) και σε βάρος της αναιρεσείουσας, διότι λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2015 (αρ. κατ. 629/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 4879/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ