Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to non-appearance of a party despite valid summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in admitting established facts and violated competition law, but the court found these arguments inadmissible. The decision was based on the appellant's failure to appear at the hearing despite receiving a valid summons, which legally required the court to proceed ex officio.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 242(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the legality of summons if a summoned party fails to appear, and the appeal is inadmissible if the party was properly notified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 804/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΟΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρίας με την επωνυμία "R. B. AE" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Εταιρίας με την επωνυμία " ..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Γ. Τ., κατοίκου ..., 4. Ν. Λ., κατοίκου ... και 5. Α. Σ., κατοίκου ... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλεξάνδρα- Ελένη Μιχαλοπούλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Ο πέμπτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5843/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5891/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ...19.2.2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Έ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και της κλήσεως προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πέμπτο από τους αναιρεσιβλήτους Α. Σ., με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5891/13 απόφαση με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5843/Ι2 οριστικής . απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτικής κατ' ουσίαν της αγωγής της αναιρεσείουσας, για αξιώσεις της από επικαλούμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. ι ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 AK προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013).
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995 Στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ/τος, εφόσον εναρμονίζονται προς την φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσον και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/1991), υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ.
ι του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιο του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1909/13). Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ" δραστηριοποιείται στον κλάδο της βιομηχανικής παραγωγής και εμπορίας απορρυπαντικών, υγρών καθαρισμού, σαπώνων και λοιπών συναφών προϊόντων οικιακής και επαγγελματικής χρήσης έχουσα κατοχυρώσει για τα προϊόντα παραγωγής της τα σήματα ... Η ενάγουσα από τη σύσταση της το έτος 1987 (25.12.1987) μέχρι το έτος 1998 ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος και στη συνέχεια διανομέας των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης στην περιοχή της ...
με ειδικότερες μεταξύ τους ανανεωθείσες ανά έτος συμβάσεις. Στις 29.92004 Π πρώτη εναγόμενη ως άνω εταιρεία σύναψε σύμβαση μεταβίβασης των σημάτων αυτών με την εταιρεία με την επωνυμία "..." παρακρατώντας το δικαίωμα χρήσης τους μέχρι την ολοκλήρωση μεταβίβασης αυτών στην εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία έγινε στις 7-10.2004 στην οποία η πρώτη εναγόμενη συμβλήθηκε ως εκ τρίτου αδειούχος χρήσεως-εγγυήτρια. ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το έτος 1998 έγινε διανομέας των προϊόντων της εναγομένης στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα πουλούσε στο όνομα της και για λογαριασμό της τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης σε λιανοπωλητές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις στους παραπάνω νομούς. Παράλληλα με τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης διένειμε εν γνώσει της τελευταίας και ανταγωνιστικά προϊόντα (απολυμαντικά, χαρτικά κ.λ,π) πολλών ακόμη παραγωγών, όπως της Γ. ...
ABEE (που έχει ενεργό παρουσία στο χώρο των απορρυπαντικών), της Π. ... ΑΕΒΕ (που εμπορεύεται απορρυπαντικά απολυμαντικά), της ... (που δραστηριοποιείται στο τομέα παραγωγής και εμπορίας χαρτικών). Εξάλλου, και η πρώτη εναγόμενη είχε κρατήσει και ασκούσε το δικαίωμα να δραστηριοποιείται και εκείνη στην εδαφική περιοχή διανομής της ενάγουσας.
διανέμοντας κυρίως στις μεγάλες αλυσίδες super market στην περιοχή της Ανατ. Μακεδονίας και της Θράκης μέσω του πωλητή της, Β. Ψ., τα προϊόντα της. Επιπλέον για το χρονικό διάστημα Ιούνιος 2000 έως και το Νοέμβριο του 2001 η ενάγουσα ενήργησε ως λήπτης παραγγελιών που έθεταν στην πρώτη εναγόμενη μεγάλες αλυσίδες super market τις οποίες και διαβίβαζε στην τελευταία που τιμολογούσε απευθείας τους ως άνω πελάτες, δραστηριότητα την οποία διέκοψε με πρωτοβουλία της επικαλούμενη ότι δεν τη συνέφερε επιχειρηματικά.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου της αποκλειστικά και μόνο συμβατικά προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, ούτε ότι η πρώτη εναγόμενη είχε το δικαίωμα, κατά τους όρους της σύμβασης, να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών της ενάγουσας και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της εμπορικής της δραστηριότητας στην περιοχή της Θράκης και του νομού Καβάλας, όπου η τελευταία είχε αναπτύξει το δίκτυο διανομής και μεταπώλησης των συμβατικών προϊόντων.
Η ενάγουσα κατ' επιλογή της πωλούσε στην ίδια τιμή που αγόραζε από την πρώτη εναγόμενη και από την αξία των προϊόντων που αγόραζε η τελευταία της επέστρεφε κάποιο ποσοστό, ωσάν έκπτωση, 9,5% επί του τζίρου κατά μέσο όρο και επιπλέον έκπτωση που κυμαινόταν ανάλογα με το ύψος των πωλήσεων χωρίς να υποχρεούται βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας να πραγματοποιεί τζίρο συγκεκριμένου ύψους κάθε χρόνο.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι καταξίωση και η προβολή των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης στις προτιμήσεις των καταναλωτών οφειλόταν σε ενέργειες της ίδιας, η οποία αφενός μεν είχε επωμισθεί το κόστος για τη προώθηση και τις διαφημίσεις στο τύπο και την τηλεόραση των διανεμομένων προϊόντων και αφετέρου παρείχε διάφορα προωθητικά πακέτα τις λεγόμενες "κιβωτιακές προσφορές" δηλαδή στα πλαίσια των προωθητικών της ενεργειών για τα προϊόντα της έδιδε στους εμπορικούς συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, ποσοτικές εκπτώσεις με τη μορφή δωρεάν προϊόντων, προκειμένου οι τελευταίοι να τα διαθέτουν ως προσφορά στους τελικούς καταναλωτές και επομένως χάριν των δικών της ενεργειών τα προϊόντα της καθίσταντο γνωστά και ελκυστικά στην αγορά.
Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την προώθηση των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμβατική δέσμευση της ενάγουσας να παρέχει στην πρώτη εναγόμενη τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών με τους οποίους συναλλάσσεται, ώστε η προμηθεύτρια να τελεί σε πλήρη γνώση του πελατολογίου διανομής και να το αξιοποιεί μετά τη λύση της σύμβασης.
Άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα ομολογεί ότι μετά την 30.6.2005 οπότε και τα μεταβιβασθέντα σήματα που έφεραν τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης ενσωματώθηκαν στο χαρτοφυλάκιο της "..." η πρώτη εναγόμενη δεν μπορούσε πλέον να προβαίνει σε εμπορική εκμετάλλευση τους και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να προσπορίζει οφέλη από πελάτες που η ενάγουσα κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς της εισέφερε στην πρώτη εναγόμενη.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι μεταβίβασε το πελατολόγιο της στην .... Η πρώτη εναγόμενη εκτιμώντας τις συνθήκες της αγοράς και της προοπτικής της σ' αυτήν αντιλήφθηκε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολυεθνικών και για το λόγο αυτό προέβη στις ως άνω αναφερόμενες συμβάσεις για τις οποίες και ενημέρωσε εγγράφως τους διανομείς της και για το βασικό περιεχόμενο και για τα αποτελέσματα τους.
Όλοι οι εμπορικοί συνεργάτες ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της πρώτης εναγόμενης να συνεργαστούν με τη ... ... ΕΠΕ με την οποία κατέληξαν σε συμφωνία για τη συνέχιση της συνεργασίας τους εκτός από την ενάγουσα και την εταιρεία ... (Κρήτη). Η ενάγουσα γνωρίζοντας ότι η μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης συνεργασία δεν θα ανανεωθεί προέβη στην αγορά μειωμένων ποσοτήτων και επικέντρωσε τις προσπάθειες της στην ανεύρεση άλλης εταιρείας ως προμηθεύτριας που να μπορεί να διανέμει τα προϊόντα της την οποία και πράγματι βρήκε (Σ.
ΑΕ). Όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν η έλλειψη των ως άνω ουσιαστικών προϋποθέσεων-συμβατικών υποχρεώσεων δεν προσδίδουν στην ενάγουσα την ιδιότητα του αποκλειστικού διανομέα και δεν μπορεί να θεωρηθεί η ενάγουσα ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγόμενης.
Η μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας είναι σύμβαση απλής διανομής, η οποία δεν υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991 που εφαρμόζονται επί εμπορικής αντιπροσωπείας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ως άνω και απέρριψε την αγωγή ως προς τα αγωγικά κονδύλια της αποζημίωσης πελατείας και του διαφυγόντος κέρδους για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών ως ουσιαστικά αβάσιμα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του, με επάρκεια, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης, ως σύμβασης απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, στην οποία δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικώς οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφόσον δέχτηκε ότι:
α) στα πλαίσια της συμβατικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, όπως αυτή ίσχυε από το έτος 1998 η αναιρεσείουσα πουλούσε στο όνομα της και για λογαριασμό της τα προϊόντα της πρώτης (αναιρεσίβλητης (απορρυπαντικά, υγρά καθαρισμού, σαπούνια και λοιπά συναφή προϊόντα οικιακής και επαγγελματικής χρήσης) σε λιανοπωλητές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις των παραπάνω νομών, ενώ παραλλήλως, εν γνώσει της τελευταίας, διένειμε και ανταγωνιστικά προϊόντα πολλών ακόμη παραγωγών (απορρυπαντικά, απολυμαντικά, χαρτικά κλπ) και δεν αποδείχτηκε ότι είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, β) η καταξίωση και η προβολή των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης οφειλόταν σε ενέργειες της ίδιας (πρώτης αναιρεσίβλητης) που είχε επωμιστεί το κόστος για την προώθηση και τις διαφημίσεις των προϊόντων και παρείχε διάφορα προωθητικά πακέτα, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την προώθηση των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης, γ) δεν αποδείχτηκε συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας να παρέχει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών με τους οποίους συναλλάσσεται, ώστε η προμηθεύτρια να τελεί σε πλήρη γνώση του πελατολογίου και να το αξιοποιεί μετά τη λύση της σύμβασης, με καταληκτικό αυτού αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα, μη έχουσα την ιδιότητα του αποκλειστικού διανομέα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Τα ανωτέρω περιστατικά και λαμβανομένου υπόψη ότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για συμβατική αυτοδέσμευση της πρώτης αναιρεσίβλητης να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας, μέσα στην περιοχή της διανομής, αρκούσαν για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος και την κρίση περί μη ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 219/1991, στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση αυτή δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί: ι) από την κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης πλεοναστική παραδοχή (όπως καταδεικνύει η χρήση του επιρρήματος "εξάλλου") ότι και η παραγωγός πρώτη αναιρεσίβλητη είχε κρατήσει και ασκούσε το δικαίωμα να δραστηριοποιείται στην εδαφική περιοχή διανομής της αναιρεσείουσας, διανέμοντας τα προϊόντα της μέσω πωλητή της, ιδίως, σε μεγάλες αλυσίδες super market, η οποία (παραδοχή) δεν ήταν απαραίτητη για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθόσον αρκούσαν οι λοιπές παραδοχές, 2) από την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα παραλλήλως με τα προϊόντα της πρώτης αναιρεσίβλητης διένειμε απολυμαντικά και χαρτικά άλλων παραγωγών (που δεν είναι προϊόντα ανταγωνιστικά εκείνων της πρώτης αναιρεσίβλητης), εφόσον συγχρόνως δέχθηκε ότι αυτή διένειμε και απορρυπαντικά άλλων παραγωγών, όπως της Γ. ...
ΑΒΕΕ, τα οποία απορρυπαντικά κατά το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ήσαν τα προϊόντα βιομηχανικής παραγωγής και εμπορίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά και απορρυπαντικά απολυμαντικά της Π. ... ΑΕΒΕ, ενώ αλυσιτελώς επικαλείται η αναιρεσείουσα την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 π.δ. 219/1991 υποχρέωση του εμπορικού αντιπροσώπου να δρα νόμιμα με βάση τις αρχές της καλής πίστης και εντεύθεν να απέχει από ανταγωνιστικές πράξεις, καθόσον η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων ήταν το ζητούμενο από το δικαστήριο της ουσίας και όχι δεδομένο, 3) από τις παραδοχές, σχετικά με το ότι χάριν των ενεργειών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που είχε επωμιστεί το κόστος προώθησης και τις διαφημίσεις και παρείχε "κιβωτιακές προσφορές", τα προϊόντα της κατέστησαν γνωστά και ελκυστικά στην αγορά, χωρίς ν' αποδειχτούν συγκεκριμένες ενέργειες της αναιρεσείουσας για την προώθηση τους, καθόσον πρόκειται για επιχειρήματα του δικαστηρίου προς συναγωγή της κρίσης του, αναφορικά με τη συμβολή της αναιρεσείουσας στην επέκταση της πελατείας της πρώτης αναιρεσίβλητης, 4) από την παραδοχή ότι η τελευταία έδινε στους εμπορικούς της συνεργάτες, μεταξύ των οποίων και στην αναιρεσείουσα, ποσοτικές εκπτώσεις με τη μορφή δωρεάν προϊόντων, προκειμένου αυτοί να τα διαθέτουν, ως προσφορά, στους τελικούς καταναλωτές, η οποία (παραδοχή) δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχτηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τους όρους της σύμβασης είχε το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας της αναιρεσείουσας και χορήγησης οδηγιών, ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητας της τελευταίας, 5) από τις παραδοχές ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, από τότε που μεταβίβασε τα σήματα των προϊόντων της στην ..., δεν μπορούσε να προβαίνει σε εκμετάλλευση του πελατολογίου της αναιρεσείουσας, ούτε αποδείχτηκε ότι η τελευταία το μεταβίβασε στην αγοράστρια, καθόσον όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, πρόκειται για επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες αλυσιτελώς πλήττονται από την αναιρεσείουσα, διότι για την θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος αρκούσε η μη πληττόμενη λυσιτελώς αιτιολογία περί ανυπαρξίας συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσείουσας να παρέχει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών με τους οποίους συναλλάσσεται.
Η τελευταία (αιτιολογία) απαραδέκτως προσβάλλεται, με την αιτίαση ότι η πελατεία που είχε η αναιρεσείουσα, ως εμπορική αντιπρόσωπος, παρέμεινε η ίδια και μετά τη μετατροπή της σύμβασης, το 1998. Τούτο, διότι πρόκειται για ζήτημα αναγόμενο στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς, ανεξάρτητα βέβαια και από το ότι ο χαρακτήρας της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων κρίνεται, αυτοτελώς, με βάση το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο περιεχόμενο της σύμβασης, όπως διαμορφώθηκε, μετά το 1998.
Επομένως, με όσα κατά τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 288, 455, 456, 470 ΑΚ, 4,8,9 του π.δ. 219/1991 7β παρ. 1α' ν. 703/1977 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες το δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. n γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 κ"ι 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον πρώτο λόγο κατά το άλλο μέρος του προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης του, αναφορικά με την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, δεν έλαβε υπόψη τις διαλαμβανόμενες στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης Κ.
Γ. και Π. Λ., αντίστοιχα, καθώς και στα αναφερόμενα στον παραπάνω λόγο έγγραφα. Από τη διαλαμβανόμενη, όμως, στις αιτιολογίες της απόφασης βεβαίωση, ότι για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης της στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται βέβαιο ότι και τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, και ως εκ τούτον ο λόγος είναι αβάσιμος.
Στις εφαρμοζόμενες αναλογικώς επί συμβάσεως αποκλειστικής διανομής διατάξεις των παραγράφων 3,4 και 8 του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ/τος 312/1995 ορίζονται τα εξής: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3) "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4) "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8).
Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ. Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίστανται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Ακολούθως, κατά το άρθρο 725 AK, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Το δικαίωμα δε του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 AK.
Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής, ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.
Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 AK), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 887/1974) Έτσι, στην περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως τούτο ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτήν, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της συμβάσεως, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 163/11).
Επίσης, στην περίπτωση λύσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας, εκτός από την αναφερόμενη στο άρθρο g του π.δ. 219/1991 αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά τη ρητή (και αναλογικά εφαρμοζόμενη) διάταξη του εδ. γ' του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.
ΑΠ 16/2013). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνον αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά τη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, η οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (ΑΠ 719/1988, ΑΠ 601/1986).
Έτσι, σε περίπτωση που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθόλο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου.
Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ή ο αποκλειστικός διανομέας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις) δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.
Η ζημία αυτή, όταν αφορά διαφυγόν κέρδος, συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 849/2002) Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, κατά τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 455/14).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, απέρριψε τους λόγους έφεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς το αίτημα της για επιδίκαση αποζημιώσεως συνιστάμενης στα διαφυγόντα κέρδη της πέραν του εξαμήνου και μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας, ως μη νόμιμης, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωση του αιτήματος σε αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 του π.
δ 219/1991 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έφερε χαρακτήρα συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά το κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος πέραν του εξαμήνου η αγωγή, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και στη διάταξη του άρθρου 9 του π.
δ/τος 219/1991 δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη αξίωση του αποκλειστικού διανομέα-αντιπροσώπου, σε περίπτωση υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου, συνίσταται, σε σύμβαση αορίστου διάρκειας, στα κέρδη που αυτός θα εισέπραττε, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί αυτός, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί κατά τις διατάξεις του διατάγματος αυτού για την καταγγελία της και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι εξάμηνη".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 180, 281, 288, 297, 298, 330, 343 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 8 παρ. 4,9 παρ. 1γ του π.δ. 219/1991 οι οποίες, με βάση τα ήδη εκτεθέντα, δεν ήταν θεμελιωτικές της επίμαχης αξίωσης της αναιρεσείουσας και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επίσης, το Εφετείο δεν προέβη στην υποθετικώς αποδιδόμενη σ' αυτό εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 182 ΑΚ, κατά παραδοχή μη υποβληθέντος ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης περί μετατροπής της πληττόμενης, ως άκυρης έκτακτης καταγγελίας, σε έγκυρη τακτική καταγγελία, ώστε να επιδέχεται μομφή για πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση που απορρέει από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, αν η πράξη αυτή διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 του ΑΚ γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον (Ολ ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1600/2002).
Κατά δε το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 704/07).
Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 AK δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 AK, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 914 ΑΚ επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν και τα χρηστά ήθη.
Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπεια της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως του.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της εντολής, επιβάλλεται από το νόμο, δηλ.
το άρθρο 288 AK (Ολ ΑΠ 12/04). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ. 15/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, απέρριψε τους λόγους έφεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αόριστης, αναφορικά με το αίτημα της για επιδίκαση αποζημιώσεως συνιστάμενης στα διαφυγόντα κέρδη της πέραν του εξαμήνου, καθώς και το αίτημα της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Εξάλλου, κατά το μέρος που η αγωγή ως προς το ίδιο ως άνω αίτημα καθώς και ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη θεμελιώνεται στη βάση της αδικοπραξίας των άρθρων 914, 919, 281, 57, 59 ΑΚ και στη βάση περί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε ποιες συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες και μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη προέβησαν οι εναγόμενοι με σκοπό την απόσπαση πελατείας και εκμετάλλευσης της επαγγελματικής φήμης της ενάγουσας.
Εξάλλου, ο διανομέας-αντιπρόσωπος, ναι μεν σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής από τον αντισυμβαλλόμενο, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών καθώς και τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, πλην όμως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αόριστης διάρκειας λύεται ελευθέρως, κατά πάντα χρόνο, με τη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διάταξης να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημία της ενάγουσας δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε μετά τη λήξης της πιο πάνω προθεσμίας από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν του εξαμήνου, αφού η καταγγελία, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου επιφέρει τη λύση της σύμβασης με αποτέλεσμα η αξίωση της ενάγουσας για διαφυγόντα κέρδη πέραν του εξαμήνου να εδράζεται πλέον επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συγκεκριμένα επί της επικαλούμενης απ' αυτήν προσδοκίας συνέχισης της αορίστου σύμβασης επί πέντε ακόμη έτη.
Επίσης, η ενάγουσα δεν επικαλείται εάν εξαιτίας της προηγηθείσας από την άσκηση της καταγγελίας συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης δημιουργήθηκε στην ενάγουσα η εύλογη πεποίθηση ότι η πρώτη εναγόμενη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της, ποια ακριβώς κατάσταση διαμορφώθηκε αιτιωδώς συνδεόμενη με την εν λόγω συμπεριφορά και ποιες ήταν οι ιδιαιτέρως επαχθείς για την ενάγουσα επιπτώσεις από την ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, δεν εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ότι αυτή έγινε υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή η άκαιρη, καταχρηστική και παράνομη καταγγελία συνιστά τη βάναυση προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν, αφού η παραβίαση της σχετικής διάταξης ως προς την καταγγελία δεν συνιστά αδικοπραξία κατά πιο πάνω αναφερόμενα.
Τέλος, δεν επικαλείται σε ποιες συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες και μεθοδεύσεις προέβησαν οι εναγόμενες εταιρείες προς απόσπαση πελατείας ή εκμετάλλευσης της επαγγελματικής φήμης της ενάγουσας που προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την πρώτη εναγόμενη και την καθιστούν καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Και τούτο διότι μόνο η επίκληση από την ενάγουσα της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών ως απόρροια της μεταξύ των εναγομένων συναφθεισών συμβάσεων μεταβίβασης των σημάτων της πρώτης εναγόμενης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας σε περίοδο που η τελευταία είχε επενδύσει πιστεύοντας στη συνέχιση της συνεργασίας τους, δεν είναι αθέμιτες ενέργειες, ούτε έρχονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και συνεπώς δε συνιστούν αδικοπραξία, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενες δεν είναι αντίθετες προς τα χρηστά ήθη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα και σιωπηρά απέρριψε την επικουρική βάση που θεμελιώνεται στα άρθρα 57, 59 ΑΚ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και κατ' αποτέλεσμα δεν έσφαλε, αντίστοιχα, και ως εκ τούτου, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, ως προς τα αιτήματα για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών πέραν του εξαμήνου και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωση τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τη μορφή της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της τελευταίας να καταγγείλει τη σύμβαση, προς σχηματισμό δε της κρίσης του αυτής έλαβε υπόψη του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αγωγή της: 1) προηγηθείσα της καταγγελίας συμπεριφορά της προμηθεύτριας που να δημιούργησε σ' αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι η προμηθεύτρια δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της και 2) διαμορφωθείσα κατάσταση, αιτιωδώς συνδεόμενη με την εν λόγω συμπεριφορά και ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσείουσα από την ανατροπή της.
Με την κρίση του αυτή, περί νομικής ανεπάρκειας της αγωγής, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (άρθρο 281 AK) προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αλλ' ούτε παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ και συνεπώς δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του όρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες αβασίμως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη με μέρος, επίσης, του δευτέρου λόγου της αιτήσεως.
Τούτο δε, διότι τα επικαλούμενα στην αγωγή, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο της περιστατικά, δηλαδή ότι η προμηθεύτρια κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ.4 π.δ. 219/1991 ως συνέπεια των επικαλούμενων συμβάσεων συνεργασίας και μεταβίβασης σημάτων μεταξύ αυτής και των αναφερόμενων εταιρειών, με τις οποίες έλαβε χώρα περιοριστική του ανταγωνισμού συγκέντρωση και οριζόντια σύμπραξη συνεργασίας, που θα έχει ως περαιτέρω συνέπεια τον (κατ' αόριστο τρόπο) επικαλούμενο εκτοπισμό της αναιρεσείουσας από την αγορά, δεν αρκούσαν για να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη καταχρηστικώς, κατά την αναφερθείσα έννοια του άρθρου 28ι ΑΚ και εκ του λόγου τούτου κατά αδικοπρακτικό τρόπο έναντι της αναιρεσείουσας, το δικαίωμα προς καταγγελία της σύμβασης.
Ειδικότερα δε, η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας δεν συνιστά καθεαυτήν καταχρηστική και εντεύθεν αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία άλλωστε δεν νοείται διαπραττόμενη χωρίς τη συμβατική σχέση. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι αναφερόμενες στην απόφαση λοιπές ελλείψεις περιστατικών και συγκεκριμένα η μη αναφορά στην αγωγή: 1) δόλιων ενεργειών και μεθοδεύσεων και πράξεων αθέμιτων, με σκοπό την απόσπαση της πελατείας και εκμετάλλευσης της επαγγελματικής φήμης της αναιρεσείουσας και 2) πρόκλησης παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, αξιώθηκαν από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης του, για την ορισμένη θεμελίωση των ίδιων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας και στις σωρευθείσες στο αγωγικό δικόγραφο βάσεις από το άρθρο 1 του ν. 146/1914 919 57 και 59 ΑΚ, η περί των οποίων απορριπτική κρίση του Εφετείο δεν προσβάλλεται με συγκεκριμένοι αναιρετικό λόγο.
Με το τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου, πλήττεται για την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η απορριπτική των ως άνω αιτημάτων, επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, ότι και σε περίπτωση καταχρηστικής ή με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής η αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και εκείνα που θα απεκόμιζε μετά τη λήξη της προθεσμίας για την (τακτική) καταγγελία της σύμβασης, καθόσον η καταγγελία (και στην περίπτωση αυτή) δεν είναι άκυρη και επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Όμως, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας τυγχάνουν, προεχόντως, αλυσιτελείς, διότι το απορριπτικό διατακτικό της απόφασης στηρίζεται επαρκώς στις αναφερθείσες κύριες (περί αοριστίας) αιτιολογίες αυτής.
Η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση των αξιώσεων της για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση, κατά επικουρική νομική θεμελίωση τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, συνιστάμενη σε ενέργειες της, προγενέστερες της επίμαχης καταγγελίας, που έλαβαν χώρα με την κατάρτιση συμβάσεων συνεργασίας και μεταβίβασης σημάτων μεταξύ αυτής και των αναφερόμενων εταιρειών, οι οποίες συνιστούν (κατ' αυτήν) περιοριστική του ανταγωνισμού συγκέντρωση και οριζόντια σύμπραξη συνεργασίας, η δε καταγγελία της επίδικης σύμβασης υπήρξε η τελευταία φάση σχεδίου υλοποίησης της πληττόμενης, ως παράνομης, συγκέντρωσης και οριζόντιας σύμπραξης συνεργασίας.
Ζήτησε δε (και) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των συμβάσεων τούτων, λόγω αντιθέσεως τους στα άρθρα 81 ΣυνθΕΚ και 1 ν. 703/77 Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα, κατά την ως άνω επικουρική τους θεμελίωση, για έλλειψη έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Το Εφετείο κατά την όμοια απορριπτική του κρίση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 29-9-2004 η πρώτη εναγόμενη ως άνω εταιρεία σύναψε σύμβαση μεταβίβασης των σημάτων αυτών με την εταιρεία με την επωνυμία "..." παρακρατώντας το δικαίωμα χρήσης τους μέχρι την ολοκλήρωση μεταβίβασης αυτών στην εταιρεία με την επωνυμία "... ", η οποία έγινε στις 7-10-2004 στην οποία η πρώτη εναγόμενη συμβλήθηκε ως εκ τρίτου αδειούχος χρήσεως-εγγυήτρια.
Επίσης, την αυτή ημερομηνία (7-10-2004) υπογράφηκε σύμβαση συνεργασίας-προμήθειας μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "..." και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε να παρασκευάζει για λογαριασμό της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας και για διάρκεια δέκα(10)ετών τα προϊόντα που φέρουν τα σήματα τα οποία απέκτησε η θυγατρική της πρώτης "..." από την εταιρεία "...".
Οι δύο αυτές συμβάσεις γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού για τον έλεγχο νομιμότητας ως προκαλούσα συγκέντρωση επιχειρήσεων η πρώτη εξ αυτών και για να ελεγχθεί το συμβατό αυτής με το δίκαιο Ελεύθερου Ανταγωνισμού η δεύτερη εξ αυτών. Ως προς αυτές η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξέδωσε α)την υπ' αρ. 279/IV/2005 απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 586/Β/3-5-2005 με την οποία απεφάνθη ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαγόρευσης της ως άνω πρώτης εκ των προαναφερόμενων συμβάσεων και β) την υπ' αρ. 285/IV/2005 απόφαση με την οποία ενέκρινε τη σύμπραξη επιχειρήσεων της δεύτερης ως άνω σύμβασης χορηγώντας για ένα μέρος της συμφωνίας αρνητική πιστοποίηση, αποφαινόμενη ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 703/1977 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ.1 παρ.3 αυτού.
Επί των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν προσφυγές και επ' αυτών εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 3033/2006 και 3034/2006 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (και η υπ' αρ.550/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που διόρθωσε την τελευταία απόφαση) με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ως άνω προσφυγές. Οι εν λόγω αποφάσεις κατέστησαν αμετάκλητες με τις υπ' αρ. 3812/2011 και 3811/2011 αποφάσεις του Συμβουλίου Επικράτειας και ως εκ τούτου δεσμεύουν το Δικαστήριο τούτο, αφού όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 και 2, 95 παρ.1 του Συντάγματος και 1 και 2 του ΚΠολΔ τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων... Με τις ως άνω αποφάσεις κρίθηκε ότι η σύναψη των ως άνω συμβάσεων που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας λόγω της καταγγελίας της μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης διανομής, ότι η συμβατική αυτή σχέση με την πρώτη εναγόμενη και τα απορρέοντα απ' αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις ουδεμία σχέση έχουν με τις εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες αποτελούν res inter allios acta και τις αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία αφενός μεν ενέκρινε τη σύμβαση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, αφετέρου δε χορήγησε αρνητική πιστοποίηση και εξαίρεση για τη συμφωνία προμήθειας βάσει της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού, ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα καταγγελία από την πρώτη εναγόμενη της μεταξύ τους σύμβασης αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερης ενέργειας και δεν προκλήθηκε από τις εν λόγω συμβάσεις μεταξύ των εναγομένων, από την αιτούμενη δε ακύρωση αυτών η ενάγουσα δεν έχει καμία ωφέλεια, αφού η ακύρωση αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναβίωση της συμβατικής σχέσης με την πρώτη εναγόμενη.
Ειδικότερα στις συμβάσεις συνεργασίας-προμήθειας και εξαγοράς περιουσιακών στοιχείων δεν υπάρχει σκέψη ή όρος για διατήρηση ορισμένων δεσμεύσεων προς πελάτες, συνεργάτες κλπ η παράβαση του οποίου θα μπορούσε να ερμηνευτεί ότι θίγει την ενάγουσα και ότι ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων αυτών και τέλος ότι η βλάβη που επικαλείται η ενάγουσα δεν εντάσσεται στον προστατευτικό σκοπό των κανόνων του ν. 703/1977 περί ελέγχου των συγκεντρώσεων, οι οποίοι αποβλέπουν αφενός στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού ως θεσμού και αφετέρου στη διασφάλιση της ελεύθερης συμμετοχής καθενός στην οικονομική ζωή.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης ότι ο αιτούμενος με την ένδικη αγωγή παρεμπίπτων έλεγχος του σύννομου των συμβάσεων με τις εθνικές και κοινοτικές διατάξεις περί ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρεί ανεξαρτήτως της (μη) ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην κατάρτιση και έγκριση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού των συμβάσεων και στην επικαλούμενη ζημία της και ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δεν προέβη σε τέτοιο έλεγχο, διότι οι ανωτέρω διατάξεις προστατεύουν τα δικαιώματα των θιγομένων ιδιωτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ανεξαρτήτως του ότι οι επίμαχες διατάξεις προστατεύουν τον ανταγωνισμό ως δικαιϊκό θεσμό και ως δικαίωμα στην ελεύθερη συμμετοχή καθενός στον ανταγωνιστικό οικονομικό χώρο (ανταγωνιστική ελευθερία) και δεν αποσκοπούν στην προστασία τρίτων για τους οποίους οι ελεγχόμενες πράξεις δεν δημιουργούν ευθέως έννομες συνέπειες, το κύρος και η νομιμότητα των πράξεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού που είναι το αρμόδιο όργανο για να αποφανθεί για τη συμφωνία των συμβάσεων με το δίκαιο του ανταγωνισμού κρίθηκαν αμετακλήτως ως νόμιμες με τις ως άνω αναφερόμενες αποφάσεις, η κρίση των οποίων δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ως άνω και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα με τα επ' αυτού παρεπόμενα αιτήματα για καταβολή αποζημίωσης και σιωπηρά το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως προς το οποίο θα πρέπει να συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, με βάση τα άρθρα 1 παρ.1, 4γ του ν. 703/1977 όπως τροποποιήθηκε με το v. 3959/2011, 81 ΣυνθΕΚ ως απαράδεκτα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα".
Ήδη η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως της, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την ανωτέρω κρίση της και της αποδίδει τις πλημμέλειες: 1) από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή δεδικασμένου από τις αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου Επικρατείας, αναφορικά με το κύρος των πράξεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, άλλως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου, 2) από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, προβληθέντα με λόγο εφέσεως, ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως της στο Συμβούλιο Επικρατείας απορρίφθηκαν, ως ανυποστήρικτες, 3) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ), 3 παρ. 1 και 6 του Κανονισμού 1/03 και 4) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1, 4γ του v. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ, άλλως από τους αρ. 16 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όμως, όλες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον αναιρετικό αυτό λόγο, τυγχάνουν αλυσιτελείς. Τούτο, διότι η τυχόν ακυρότητα των επίμαχων συμβάσεων, λόγω αντιθέσεως τους στους κανόνες του ανταγωνισμού, σχετιζόμενη ευθέως με συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι τρίτων (ανταγωνιστριών επιχειρήσεων) και όχι έναντι της αναιρεσείουσας, δεν επιφέρει καθεαυτήν, αυτονοήτως και ακυρότητα της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, ούτε προσδίδεται σ' αυτήν εκ του λόγου τούτου παράνομος χαρακτήρας, η δε καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, σχετιζόμενη με συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας, κρίνεται αυτοτελώς.
Οι ενδεχόμενες, περαιτέρω αντανακλαστικές συνέπειες των εν λόγω συμβάσεων στις έννομες σχέσεις των διαδίκων, που δεν συνάπτονται ευθέως με συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας, δεν συνδέονται αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία της και εντεύθεν δεν είναι δημιουργικές των επίδικων αξιώσεων της, ούτε θεμελιωτικές εννόμου συμφέροντος της να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των ανωτέρω συμβάσεων.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων από τους αναιρεσιβλήτους, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΟΕ" για αναίρεση της 5891/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ