Supreme Court dismisses appeal against pension fund ruling on constitutionality of voluntary waiver of social security rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a pension fund's supplementary payment offer. The plaintiff argued that waiving future claims constituted a valid settlement, but the court found the waiver invalid because it involved rights derived from mandatory social security laws of public order. Consequently, the court ruled that private agreements cannot exclude the application of these mandatory provisions, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(5) of the Constitution; Private agreements cannot exclude the application of mandatory social security provisions of public order, rendering voluntary waivers of such rights invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 804/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Αποστολίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4775/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/3/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως ο νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης ,μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κα η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημιώσεως σε όσους αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η, συνταγματικώς επιτρεπτή, εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή το ασφαλιστικό κεφάλαιο απ το οποίο καταβάλλεται το εφάπαξ βοήθημα, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό τους και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως ανταποδοτικό χαρακτήρα, η νομοθετική επιβολή ανωτάτου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την αρχή της ισότητας, του άρθρου 4 παρ 1 του Συντάγματος, αφού ενέχει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσιών τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον κανόνα του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημιώσεως υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Εξάλλου η Φ46/3239/231987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β'108), ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιρειών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας ".
Εξάλλου η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις :α)... β ) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην ...Τράπεζα ,ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ...
ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:
Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του εισοδήματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος.".
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165) το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1/1/1993" του ως άνω νόμου, ορίζει, ότι Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του ως άνω νόμου (2084/1992), με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31/12/1992" ορίζει ότι, "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α. Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.
και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεων Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα ,η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1/1/1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2 )...3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ.1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1/1/1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης 4)(όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α1).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24/8/1994 (ΦΕΚ Β'653) και 7/οικ.1237/6/7/1995 (ΦΕΚ Β'646), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995 αντιστοίχως.
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθόλο το χρόνο ασφαλίσεως του καθού μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και ειδικότερα σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών του ασφαλισμένου, από δε 1/1/1993 και έως την έξοδο του καθού από την ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο του ασφαλισμένου, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ' έως ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξάλλου η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, Ολ.
ΑΠ 17/2005).Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, επί εφέσεως του εναγομένου και τώρα αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην οποία ανέφερε ότι είναι πρώην υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας, που αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία στις 15/9/2000, ότι το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο, του χορήγησε εφάπαξ βοήθημα, το οποίο υπολογίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 2084/1992,που έθετε πλαφόν στο καταβαλλόμενο εφάπαξ βοήθημα και ότι μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 3, 4, και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, που έκρινε ότι η ως άνω διάταξη (του άρθρου 57 του ν. 2084/1992) είναι αντισυνταγματική, δικαιούται τη διαφορά μεταξύ του εφάπαξ βοηθήματος που του καταβλήθηκε σύμφωνα με τους περιορισμούς του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και εκείνου που πράγματι δικαιούται και με την οποία ζητούσε την καταβολή της ως άνω διαφοράς του εφάπαξ βοηθήματος, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας, αποχώρησε από την υπηρεσία του στις 15/9/2000 με το βαθμό του υποδιευθυντή (κλάδο Οικονομικών) έχοντας συμπληρώσει 16 έτη, 6 μήνες και 7 ημέρες συνολικού συντάξιμου χρόνου. Ο κλάδος Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ, καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το εναγόμενο Ταμείο (άρθρο 6 παρ. 20 ν. 3029/2002) και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., κατέβαλε στον ενάγοντα, λόγω της αποχωρήσεως του, με την υπ' αριθμ. 11202/-110/12/6/2001 πράξη απονομής εφάπαξ βοηθήματος, το συνολικό ποσό των δρχ. 7.875.907 ή 23.113,44 ευρώ, ως εφάπαξ χρηματικό βοήθημα των άρθρων 34, 35 και 36 του Καταστατικού του, κατ' εφαρμογή περιορισμού της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2084/1992.
Όμως οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, με τις οποίες επιβάλλεται νομοθετικό ανώτατο όριο στην παροχή εφάπαξ βοηθήματος, εισάγουν, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δυσμενή διάκριση που δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, ο ενάγων δικαιούταν να λάβει, κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης, εφάπαξ βοήθημα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 34 του εν λόγω καταστατικού, δίχως τον περιορισμό της κριθείσας ως αντισυνταγματικής ως άνω διατάξεως, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 12.698.000 δραχμών, ή 37.264,85 ευρώ και συνεπώς δικαιούται να λάβει την προκύπτουσα διαφορά των 14.151,41 ευρώ (37.264,85 - 23.113,44 ευρώ).
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Κρίνοντας το Εφετείο ,ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του εναγομένου Ταμείου αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τους ενιαίως κρινόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι. Οι επιπλέον αιτιάσεις, α) ότι η νομολογία του ΑΕΔ, αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ως προς τον θεσπιζόμενο περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος αναφέρεται σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης και όχι σε παροχές που καταβάλλονται από τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία στα μέλη τους και τα οποία λειτουργούν υπό το καθεστώς του ν. 3029/2002 ως σωματεία και β) δεν γίνεται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του στο νόμο ή στο Σύνταγμα και αν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, είναι αβάσιμες καθόσον, α) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι καθολικός διάδοχος του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ και β) δεν απαιτείται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του αναιρεσείοντος προς το νόμο ή το Σύνταγμα, για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν, 2084/1992, ως προς τον καθορισμό του θεσπιζόμενου με αυτό ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, ως ανίσχυρης, λόγω αντίθεσης τους προς τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, ούτε επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Επειδή, η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 που ορίζει ότι "Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος Καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ίδιου Καταστατικού, που ορίζει τον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων, προκύπτει ότι με τις μεταβατικής ισχύος ως άνω διατάξεις καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων κατά το ως άνω διάστημα, μόνο ως στοιχείο προσδιοριστικό του κατωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος και όχι των ανωτάτων ορίων του βοηθήματος αυτού, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την υπηρεσία του πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω Καταστατικού [έναρξη ισχύος 9/2/2004 και μεταβατική διάρκεια έως 9/2/2009, αποχώρηση αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία 15/9/2000] και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνονται από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του Καταστατικού του εναγομένου.
Επειδή, κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της συμβάσεως αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΚ 174 και 180).
Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στο άρθρο 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920 ,όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020 /1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος ,διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο αν οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξωδίκου συμβιβασμού, δέχθηκε τα εξής: Ο ισχυρισμός του εναγομένου Ταμείου ότι, ως καθολικός διάδοχος του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθμ. 6/16/11/2004 αποφάσεως του Δ.Σ.
αυτού, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα συμπληρωματικά εφάπαξ ποσό, κατόπιν υπογραφής υπεύθυνης δήλωσης, που έθετε ως προϋπόθεση η ανωτέρω απόφαση με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Δηλώνω αβιάστως, ελευθέρως και προς το συμφέρον μου, ότι αποδέχομαι την υπ' αριθμ. 6/16/11/2004 απόφαση του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων ΑΤΕ, δεχόμενος/η να λάβω το αναλογούν ποσόν, σύμφωνα με αυτή την απόφαση.
Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανένα λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. παραιτούμενος/η από τώρα πάσης ενδεχομένως περαιτέρω απαιτήσεως μου", είναι αβάσιμος και η σχετική δήλωση ανίσχυρη, γιατί η δήλωση παραίτηση του ενάγοντος από τη διεκδίκηση τυχόν υπολοίπου εφάπαξ αποζημιώσεως, που έγινε στα πλαίσια της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, η οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική, καθόσον συνιστά παραίτηση από δικαίωμα που πηγάζει από κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (δημοσίας τάξεως) των οποίων η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή (άρθρο 3 Α.Κ.) με ιδιωτικές συμφωνίες, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Ούτε εξάλλου από την όλη διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε η καταβολή στον ενάγοντα συμπληρωματικού ποσού εφάπαξ αποζημιώσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, και ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή στον ενάγοντα συμπληρωματικού ποσού εφάπαξ αποζημιώσεως, δηλαδή ότι δεν καταρτίσθηκε έγκυρος εξώδικος συμβιβασμός για την επίδικη διαφορά, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/5/2013 αίτηση για αναίρεση της 4775/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ