Supreme Court partially allows appeal regarding marriage bonus offset and statute of limitations for public servants' salary claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the Court of First Instance's decision, finding errors in the calculation of public servants' salary claims. The court held that the marriage bonus cannot be offset against higher salaries and that the statute of limitations for salary claims begins upon the birth of the claim, not the filing of the lawsuit. Consequently, the case was remanded for a new trial on the specific issues while the appellant was ordered to pay partial court costs.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 559 αρ.1; ΚΠολΔ 559 αρ.9 περ.γ': The marriage bonus is not offset against higher salaries, and the statute of limitations for public servants' salary claims begins upon the birth of the claim, not the filing of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως, η παραίτηση από το δικόγραφο ως προς ορισμένους από τους αναιρεσίβλητους έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς αυτούς και καθιστά περιττή την έρευνα αναιρετικού λόγου που αναφέρεται μόνο σ’ αυτούς. ΟΤΑ, ο χρόνος παραγραφής για αξιώσεις υπαλλήλων από μισθούς κλπ αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και είναι διετής. Η τοκογονία των αξιώσεων αυτών άρχεται από την επίδοση αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής. Επίδομα γάμου, δεν συμψηφίζεται στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. Αίτημα αδίκαστο ιδρύει τον αναιρετικό λόγο ΚΠολΔ 559 αρ.9. Δικαστικά έξοδα σε βάρος ΟΤΑ. Αναιρεί εν μέρει.
Αριθμός 804/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Γ. Δ. του Χ., 2) Μ. Ζ. του Δ., 3) Δ. Ζ. του Ε., 4) Α. Λ. του Χ., 5) Α. Ν. του Γ., 6) Α. Π. του Σ., 7) Α. Π. του Ι., 8) Ε. Σ. του Κ., 9) Χ. Σ. του Γ., 10) Π. Σ. του Θ., 11) Λ. Σ. του Π., 12) Δ. Σ. του Γ., 13) Σ. Κ. του Ν. και 14) Π. Π. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό των Οικονομικών και τους Υπουργούς: α) Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, β) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, γ) Δημοσίας Τάξης και δ) Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα, 3) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ (ΕΕΤΑΑ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα, 4) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και 5) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Γιαννιτσών", που εδρεύει στα Γιαννιτσά. Οι 1ος, 2η, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ενώ ο 5ος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Καπουρτζούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1015/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των λόγων αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους 1ο, 2η, 3η και 4ο από τους αναιρεσίβλητους και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ως προς τον 5ο από αυτούς και την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98).
Η ως άνω, νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της 4419/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους (εναγομένους).
Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί μη ασκηθείσα ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299) και, κατόπιν αυτού, παρέλκει η ουσιαστική έρευνα του πρώτου λόγου αυτής, ο οποίος αναφέρεται μόνο στην απόρριψη της αγωγής ως προς τους διαδίκους, στους οποίους αφορά η παραίτηση.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής η γένεση της αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ` άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, η διάταξη για τη βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν αντίκειται (α) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και στην, αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής, αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος (πρβλ.
ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει, επίσης, διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), (β) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως (...)" και στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι "Καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει", αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, (γ) στις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις, χωρίς την εφαρμογή κριτηρίων δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση και (δ) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (κυρωθέντος, επίσης, με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος την αυτή ισχύ) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου [στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998)], αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη από το να καταργεί τα δικαιώματα αυτά, αλλά όχι και από το να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθρο 119 (ήδη 141) της ΣυνθΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ.
της περιουσίας [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντίστοιχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους ή από άλλο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 2/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε πάντα τα ανωτέρω και απέρριψε ως παραγραμμένες τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων που φέρονταν γεννηθείσες εντός του έτους 2001, διότι από το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο αυτοί είχαν προσφέρει την εργασία για την οποία με την αγωγή ζητούσαν τις αντίστοιχες, νόμιμες αποδοχές, μέχρι την άσκηση της ένδικης, από 2-4-2004 αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της διετίας. Επομένως, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφ' όσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Εξ άλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη, εντεύθεν, συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι μετά την μετατροπή του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της από 29-4-2004 αγωγής σε αναγνωριστικό και λόγω της μετατροπής αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944, που έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 304 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" και υπέρ των Δήμων, δεν οφείλονταν τόκοι επί των χρηματικών ποσών, τα οποία ο αναιρεσίβλητος Δήμος Γιαννιτσών αναγνωρίσθηκε ότι πρέπει να καταβάλει στους αναιρεσείοντες ως διαφορές αποδοχών. Επομένως, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 του ν. 1876/ 1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ" και "Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους".
Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 648 παρ.1 και 653 ΑΚ "Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο ή το συνηθισμένο μισθό" και σύμφωνα με το άρθρο 680 παρ.3 ΑΚ "Οι όροι των επί μέρους συμβάσεων εργασίας, που είναι αντίθετοι με τη συλλογική σύμβαση, είναι άκυροι, εφ' όσον δεν είναι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο και στη θέση τους ισχύουν οι όροι της συλλογικής σύμβασης".
Κατά την πρόδηλη έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι όροι αμοιβής οι περιεχόμενοι στην ατομική και συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης. Και περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνηθεί μισθός ανώτερος από το "συνηθισμένο μισθό" ή από εκείνον που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή μισθολογικών παροχών, τα οποία προβλέπονται από κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση (ΔΑ), κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται, πέραν του συμφωνημένου μισθού, άλλη διαφορά μισθού ή άλλο επίδομα, διότι αυτά υπερκαλύπτονται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες θεωρείται ότι εμπεριέχονται.
Η κρίση περί του αν οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι ανώτερες, προϋποθέτει σύγκριση του συνόλου αυτών προς το σύνολο των καταβλητέων σύμφωνα με τη ΣΣΕ ή τη ΔΑ και όχι σύγκριση των επιμέρους ποσών του βασικού μισθού, των επιδομάτων κλπ. Για υπερκάλυψη δεν μπορεί να γίνει λόγος, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, ότι δηλαδή το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού.
Περαιτέρω, με τα εδ. α' και β' της παρ.2 της 10/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 671) και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, από της ενάρξεως της ισχύος αυτής (13-2-1976), "α) Εις τους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου εκ 5%, υπό την προϋπόθεσιν ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικόν επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται.
β) Το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, του οριζομένου υπό της εκάστοτε εν ισχύει οικείας συλλογικής συμβάσεως, αποφάσεως διαιτησίας ή άλλης διατάξεως και δεν συμψηφίζεται προς τας τυχόν υπερτέρας των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλομένας αποδοχάς.
Συμψηφίζεται, όμως, εις τούτο το τυχόν καταβαλλόμενον επίδομα γάμου ή συζύγου". Ακολούθως, με την παρ.4 της 9/1978 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 9200/1721/1978 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ορίστηκε ότι στους άρρενες μισθωτούς χορηγείται το επίδομα γάμου, ασχέτως αν η σύζυγος ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή συνταξιοδοτείται και με την 100/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 18925/1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, το επίδομα αυτό αυξήθηκε σε 10%.
Η με βάση τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση του συμψηφισμού έχει την έννοια ότι απαγορεύεται μόνο ο μονομερής εκ μέρους του εργοδότη συμψηφισμός (καταλογισμός) και όχι εκείνος που γίνεται κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο. Ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989, ΦΕΚ Β' 213 και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ, άρθρο 8 παρ.1 εδ.
β` του ν. 1876/1990) το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ.2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος, με το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 1849/1989 ορίσθηκε ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το αίτημα των αναιρεσειόντων, που κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήσαν έγγαμοι, να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται έναντι του αναιρεσίβλητου Δήμου Γιαννιτσών να λάβουν το ως άνω επίδομα γάμου, ήταν ουσιαστικώς αβάσιμο, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό του επιδόματος καλυπτόταν από το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, το οποίο ήταν κατά πολύ υπέρτερο του νομίμου ημερομισθίου αυτών, δηλαδή του κατωτάτου ορίου των ΕΓΣΣΕ με το συνυπολογισμό και του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10%.
Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, διότι δέχθηκε ως συμψηφιζόμενο στις υπέρτερες αποδοχές και το επίδομα γάμου, παρά το γεγονός ότι αυτό, με ρητή πρόβλεψη ΔΑ που απέκτησε καθολική ισχύ, δεν συμψηφίζεται και δεν υφίσταται ειδική, αντίθετη συμφωνία του εργοδότη με τους εργαζόμενους.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.9 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 29-4-2004 αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και η 14η από τους αναιρεσείοντες είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι της οφείλονται οι καταβαλλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-11-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο λόγω κυήσεως παρέμεινε εκτός εργασίας, το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτής περί ενάρξεως της τοκογονίας σε σχέση με την επίδοση της αγωγής, περί συμψηφισμού του επιδόματος γάμου και περί αποδοχών κατά τη διάρκεια της κύησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (ΚΠολΔ 178 παρ.1) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ μη ασκηθείσα την από 3-12-2009 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους
ΑΝΑΙΡΕΙ την 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους και κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στους αναιρεσείοντες εξακόσια (600) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ