Legislator Case Law & Legislation
804/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict regarding partial withdrawal of appeal against other defendants.

Case Number 804/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The appellant withdrew the appeal against ten of the eleven insurance policyholders before the oral hearing began. The Supreme Court dismissed the appeal against the sole remaining defendant, Allianz, finding the lower court's reasoning on causality and contributory negligence sufficient. Consequently, the appeal was allowed only to the extent it covered the withdrawn defendants, while the judgment against Allianz stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 573(1) and 495(1) of the Code of Civil Procedure; Partial withdrawal of an appeal before oral proceedings terminates the litigation against withdrawn parties without requiring the consent of the appellees.

Keywords

AI generated
partial withdrawal of appeal termination of litigation consent of appellees oral proceedings commencement traffic accident liability contributory negligence judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297, 573(1) and 495(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 804 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 804/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ξυλούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12/3/2003 αγωγή των υπό στοιχεία 2-10 αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/10/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 7/10/2007 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 512/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τους 2η, 3ο, 4η, 5ο, 6ο, 7η, 8η, 9η, 10ο και 11η των αναιρεσιβλήτων.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 5/1/2009 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Στην προκείμενη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά ότι αυτός παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά τους δεύτερης έως και ενδέκατης των αναιρεσιβλήτων (Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ9, Ψ10, Ψ11). Η δήλωση παραίτησης αυτή, για τα οποία ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα (...) πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ιωάννας Σφίγγα αφού είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις που μνημονεύονται παραπάνω, επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα και να καταργηθεί η δίκη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-6-2000 και ώρα 14.30, ο πρώτος εναγόμενος-ενάγων Χ, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητάς του, εκινείτο στην επαρχιακή οδό ...-...

με κατεύθυνση προς ..., στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο αυτό ήταν ασφαλισμένο για ζημίες έναντι τρίτων στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ. Στο 5ο χιλιόμετρο της πιο πάνω επαρχιακής οδού και στο δεξιό τμήμα αυτής ως προς το ρεύμα πορείας των τροχοφόρων που κατευθύνονται από ...

προς ... βρίσκεται κατάστημα του συνεταιρισμού επιπλοξυλουργών ... . Σε απόσταση 100 περίπου μέτρων πριν απ' αυτό, στο ρεύμα πορείας των οχημάτων, που κατευθύνονται από ... προς ..., υπάρχει προειδοποιητική πινακίδα για την είσοδο και έξοδο των οχημάτων απ' αυτό, ενώ πινακίδα Ρ-32 καθορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στα 50 χλ/ώρα.

Να σημειωθεί, ότι η είσοδος και η έξοδος των οχημάτων από την παρόδια ιδιοκτησία του πιο πάνω συνεταιρισμού και η αντίστοιχη σήμανση των τμημάτων αυτών (εισόδου-εξόδου) δεν έχει γίνει από αρμόδια δημόσια υπηρεσία αλλά με πρωτοβουλία του συνεταιρισμού αυτού. Κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, ο ΑΑ, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερου, τρίτης και τέταρτου των εναγόντων, αδελφός των πέμπτου, έκτης και έβδομης αυτών και πεθερός των λοιπών, οδηγώντας το με αριθμ κυκλοφορίας ...

ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ΒΒ, που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες έναντι τρίτων στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Allianz ΑΕΓΑ, εξήρχετο από το τμήμα του αύλειου χώρου του παραπάνω καταστήματος, που προορίζεται για την είσοδο των τροχοφόρων σ' αυτόν, με κατεύθυνση προς ... . Όταν ο ενάγων Χ έφθασε στο σημείο, όπου η επαρχιακή οδός ...-...

συμβάλλεται με την είσοδο του παραπάνω καταστήματος του συνεταιρισμού, βαίνοντας με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χλμ/ώρα, ήτοι κατά πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη (50 χλμ/ω), επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του, στην οπίσθια πλάγια αριστερή πλευρά του ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΑΑ.

Πρέπει να ειπωθεί ότι δεξιά του ρεύματος πορείας των τροχοφόρων με κατεύθυνση προς ... και πριν από την είσοδο του πιο πάνω καταστήματος, υπάρχει έρεισμα που εμποδίζει την ορατότητα των τροχοφόρων που κινούνται με την παραπάνω κατεύθυνση προς την είσοδο του συνεταιρισμού. Η τελευταία τούτη (είσοδος), βρίσκεται σε απόσταση 2,80 μ.

από το οδόστρωμα. Ότι ο πρώτος εναγόμενος Χ, έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ/ω, προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., που λήφθηκαν κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, οι οποίοι κατάθεσαν ότι άκουσαν φρενάρισμα και κρότο ταυτόχρονα και είδαν το αυτοκίνητο του ΑΑ να περιστρέφεται στη μέση του δρόμου.

Από τη σύγκρουση αυτή ο ΑΑ τραυματίστηκε σοβαρά, υποστάς βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις θώρακος. Από τα τραύματά του δε αυτά, επήλθε περί ώρα 19.00 της ίδιας ημέρας ο θάνατός του, στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου είχε διακομισθεί από τον τόπο του ατυχήματος. Εξαιτίας δε της σφροδρότητας της σύγκρουσης, η χρήση της ζώνης ασφαλείας από τον οδηγό ΑΑ δεν θα απέκλειε ούτε θα περιόριζε την έκταση του τραυματισμού του, που είχε ως συνέπεια το θάνατό του.

Ως εκ τούτου, ορθά απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως ουσία αβάσιμη η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος 300 ΑΚ, που νομίμως πρότεινε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Φοίνιξ ΑΕΓΑ" και ανάγεται στην μη χρήση της ζώνης ασφαλείας από τον τελευταίο. Σύμφωνα με τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, η σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των οδηγών των δύο αυτοκινήτων.

Ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών ανέρχεται , κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσοστό 70% για τον θανόντα οδηγό του ... ΙΧ αυτοκινήτου και 30% για τον πρώτο εναγόμενο-ενάγοντα Χ, κατά μερική παραδοχή ως ουσία βασίμων των ενστάσεων συνυπαιτιότητας, που προτάθηκαν από τους εναγομένους, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη ... .

Συνίσταται δε αυτή (συνυπαιτιότητα) στο γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, οδηγούσαν το αυτοκίνητό τους χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν συνεχώς τεταμένη την προσοχή, που όφειλαν από τις περιστάσεις (ελλιπής ορατότητα, έξοδος σε οδό όσον αφορά τον οδηγό του ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου) και μπορούσαν βάσει των ικανοτήτων τους να καταβάλλουν και την οποία προσοχή θα κατέβαλε, υπό τις ίδιες συνθήκες, κατ' αντικειμενική κρίση, κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ και 330 εδ β' ΑΚ).

Ειδικότερα: Α) ο οδηγός του ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου Χ: α) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν σε ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού και ειδικότερα δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι το ...

ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο εξερχόταν από το σημείο εισόδου του καταστήματος του συνεταιρισμού επιπλοξυλουργών ... στην πιο πάνω οδό, με κατεύθυνση προς ..., ώστε να ακινητοποιήσει το όχημά του και να αποφύγει τη σύγκρουση (άρθρο 19 παρ, 1, 2 ΚΟΚ) και β) εκινείτο με ταχύτητα 100 χιλ/ώρα, παραβιάζοντας κατά τον τρόπο αυτό την υπάρχουσα ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 που καθόριζε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας σε 50 χλ/ω (άρθρο 4 παρ. 3, Ρ-32 ΚΟΚ) Β) ο οδηγός του ...

ΙΧ αυτοκινήτου δεν διέκοψε την πορεία του πριν εισέλθει από την παρόδια του συνεταιρισμού επιπλοξυλουργών ... στην επαρχιακή οδό ...-..., προκειμένου να ελέγξει την τυχόν κίνηση τροχοφόρων επί της οδού αυτής ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στον πρώτο εναγόμενο-ενάγοντα, που εκινείτο επ' αυτής, όπως όφειλε, κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 5 εδ β' ΚΟΚ.

Οι παραπάνω οδηγοί μπορούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση και, πάντως, θα περιόριζαν τις ζημιογόνες συνέπειές της, αν δεν παραβίαζαν τις προεκτεθείσες διατάξεις του ΚΟΚ. Με την 553/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ο εναγόμενος Χ κρίθηκε ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του ΑΑ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος οδηγού του άλλου αυτοκινήτου και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του δεύτερου οδηγού.

Ειδικότερα οι παραδοχές για την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και τη σωρευτική απόδοση σ' αυτόν της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ (Ν 2696/1999) δεν είναι αντιφατικές, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται με αυτές στους οδηγούς οχημάτων είναι συμπληρωματικές της γενικής υποχρέωσης για συνετή οδηγική συμπεριφορά και στη συγκεκριμένη περίπτωση εξηγείται με σαφήνεια γιατί η σωρευτική παραβίαση και των δύο σε συνάρτηση με την κατάσταση της οδού και τις λοιπές περιστάσεις, που επίσης περιγράφονται με λεπτομέρειες, οδήγησε στην πρόκληση του ατυχήματος.

Εξάλλου οι αποδιδόμενες αιτιάσεις που αναφέρονται στις παραδοχές για την τροχοπέδηση, τον κρότο και την περιστροφή του αυτοκινήτου του αποβιώσαντος, καθώς και στην επίκληση του αποτελέσματος της ποινικής δίκης είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, και αναφορικά με την υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του άλλου αυτοκινήτου το Εφετείο περιέχει επαρκείς αιτιολογίες στην απόφασή του, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την προβολή των τυχόν πλημμελειών.

Ακόμη το Εφετείο αναφέρει όλους τους άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες για την πρόκληση του ατυχήματος και προσδιορίζεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ατυχήματος, έτσι ώστε οι αιτιολογίες του επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, κι επομένως δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, οι δε περαιτέρω αιτιάσεις ιδίως εκείνες που αφορούν το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλητους εκτός από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ".

Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 512/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης ως προς την πιο πάνω αναιρεσίβλητη εταιρία.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ